| |||||||||
Η Κυριακή της Ορθοδοξίας, κάθε χρόνο, μας δίνει την ευκαιρία να μελετούμε την μεγάλη αξία της ορθοδόξου πίστεως και μάλιστα μας δίνει την αφορμή να επαναπροσδιορίζουμε την στάση μας απέναντί της και να αποκτούμε την ταυτότητα της υπάρξεώς μας, πράγμα το οποίο χαρακτηρίζει την προσωπικότητά μας.
Φυσικά, όταν μιλούμε για Ορθοδοξία, δεν εννοούμε ότι πρόκειται για ένα ιδεαλιστικό και ιδεοκρατικό σύστημα, αλλά για έναν συγκεκριμένο εκκλησιαστικό τρόπο ζωής. Εμείς κάνουμε λόγο για Ορθόδοξη Εκκλησία. Γιατί για Ορθοδοξία μπορούν να μιλούν και μερικοί προτεστάντες, διεκδικώντας για τον εαυτό τους την αληθινότητα της πίστεως, μέσα στην πληθώρα των Προτεσταντικών ομάδων, και για Εκκλησία μπορεί να κάνει λόγο και ο Παπισμός, ακριβώς γιατί συγκροτείται σ’ ένα οργανωμένο σύστημα. Εμείς, όμως οι Ορθόδοξοι μιλούμε για Ορθόδοξη Εκκλησία, εννοώντας έναν συγκεκριμένο οργανισμό, μια συγκεκριμένη εκκλησιαστική κοινότητα, η οποία διακρίνεται για την αυθεντικότητα στην πίστη. Αυτό σημαίνει ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία είναι στενά συνδεδεμένη η προσωπική ανακαίνιση και αναγέννηση του ανθρώπου με την κοινωνική - εκκλησιαστική ζωή. Ο άνθρωπος σώζεται παραμένοντας μέσα στο Σώμα του Χριστού, “σύν πάσι τοις αγίοις”.
Το θέμα με το οποίο θα σάς απασχολήσω στην συνέχεια είναι ο “δυτικός Διαφωτισμός και ο ορθόδοξος φωτισμός”. Αφού αναφερθώ για λίγο στην ιστορία του δυτικού Διαφωτισμού και τα κύρια γνωρίσματά του, στην συνέχεια θα παρουσιάσω τα αντίστοιχα γνωρίσματα του ορθοδόξου φωτισμού, που δείχνουν την ετερότητα της δικής μας παραδόσεως. Και στο τέλος θα αναφερθώ στην διδασκαλία του Μ. Βασιλείου σχετικά με την οντολογία και την εντελέχεια του ανθρώπου, που είναι και το ενδιαφέρον του δυτικού Διαφωτισμού. Έτσι, θα καταλάβουμε καλύτερα την διαφορά μεταξύ των δύο αυτών μεγεθών.
|
[ ΠΑΝΩ ] 1. Ο δυτικός Διαφωτισμός |
Το θέμα του Διαφωτισμού είναι πολύ μεγάλο και επίκαιρο. Απασχόλησε στο παρελθόν την Ευρώπη, αλλά απασχολεί και σήμερα ένα τμήμα της Ευρώπης, όπως επίσης και την χώρα μας. Γίνονται συζητήσεις γύρω από την φιλοσοφία και “θεολογία” του Διαφωτισμού, αλλά και γύρω από τις αντιδράσεις εναντίον του.
Το μεγάλο πρόβλημα των ημερών μας είναι ότι υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων, κυρίως οι διανοούμενοι (δεξιοί και αριστεροί) οι οποίοι βλέπουν την Ορθόδοξη Εκκλησία μέσα από τις ιδέες των διαφωτιστών, χωρίς να κάνουν διάκριση μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και άλλων Ομολογιών, τις οποίες συνάντησαν οι Ευρωπαίοι διαφωτιστές.
Στην συνέχεια θα δούμε λίγο το θέμα του δυτικού ευρωπαϊκού Διαφωτισμού σε σχέση με την σύγχρονη πραγματικότητα.
|
[ ΠΑΝΩ ]
|
Όταν κάνουμε λόγο για Διαφωτισμό, εννοούμε την κίνηση εκείνη που επιζητούσε να παραμερίση όλες τις παραδόσεις και αυθεντίες και να λύση όλα τα θεωρητικά και πρακτικά προβλήματα της ζωής με την λογική σκέψη, τον ορθό λόγο, αλλά και την ικανοποίηση των αισθήσεων1.
Στην αρχαία εποχή την τάση του Διαφωτισμού μπορούμε να πούμε ότι την εκπροσωπούσαν οι σοφιστές. Στην νεώτερη εποχή η κίνηση του Διαφωτισμού ξεκίνησε από την θρησκευτική μεταρρύθμιση του 16ου αιώνος και πέρασε σε άλλους φιλοσόφους, οι οποίοι διακρίνονταν σε διάφορες σχολές, ανάλογα με την χώρα στην οποία εργάσθηκαν και την μέθοδο της φιλοσοφικής τους θεωρίας. Έτσι, μπορούμε να χωρίσουμε ως εξής τις εκφράσεις του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Πρώτον, είναι οι φιλόσοφοι που διακρίνονται για τον φιλοσοφικό εμπειρισμό, οι οποίοι ως κέντρο της γνώσεως θέτουν την εμπειρία. Εκπρόσωποι του φιλοσοφικού εμπειρισμού είναι ο Άγγλος Τζών Λόκ (1632-1704), κατά τον οποίο κάθε γνώση πηγάζει από την εμπειρία, και ακόμη δεν υπάρχουν έμφυτες ιδέες, μόνο η διανοητική λειτουργία και δύναμη είναι έμφυτη. Επίσης, αναφέρουμε τον Ντέιβιντ Χιούμ (1711-1776), ο οποίος πρέσβευε ότι η μόνη γνώση είναι εκείνη που προέρχεται από μια ακολουθία ιδεών, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους, όπως η αρχή της ομοιότητας, η αρχή της γειτνιάσεως και η αρχή της αιτίας και του αποτελέσματος.
Δεύτερον, είναι ο Γαλλικός Διαφωτισμός, ο οποίος ξεκίνησε από τον αγγλικό φιλοσοφικό εμπειρισμό, αλλά προχώρησε ακόμη πιο πέρα, αφού απομακρύνθηκε από τον βρεταννικό συντηρητισμό και μεταποίησε αυτές τις ιδέες πιο ριζοσπαστικά. Έτσι, “από τον εμπειρισμό αναπήδησε η αισθησιοκρατία, από την φυσιοκρατία ο υλισμός, από τον ντεϊσμό ο αθεϊσμός, από τον ηθικό συναισθηματισμό ο κτηνώδης εγωϊσμός”. Εκπρόσωποι του Γαλλικού Διαφωτισμού είναι ο Κάρολος Μοντεσκιέ (1689-1755), ο Βολταίρος (1694-1778) και οι Εγκυκλοπαιδιστές, η γαλλική αισθησιαρχία και ο Ζάν Ζάκ Ρουσσώ (1712-1778).
Τρίτον, είναι ο Γερμανικός Διαφωτισμός, που εκπροσωπείται από τον Χριστιανό Βόλφ (1679-1754), τον Λέσσινγ (1729-1781). Επίσης, εδώ πρέπει να μνημονεύσουμε και τον γερμανικό ιδεαλισμό του οποίου εκπρόσωποι θεωρούνται ο Εμμανουήλ Κάντ (1724-1804), ο Γιόχαν Φίχτε (1762-1814), ο Γιόχαν Σίλλερ (1759-1805), ο Φρειδερίκος Έγελος (1770-1831), ο Αρθούρος Σοπενχάουερ (1788-1860).
Τέταρτον, είναι ο Ιταλικός Διαφωτισμός, ο οποίος, όμως, δεν εμφανίσθηκε ως ιδιαίτερο φιλοσοφικό σύστημα, αλλά ως μία κίνηση εναντίον του Κλήρου, λόγω των υπερβάσεών του.
Πέμπτον, μπορούμε να αναφέρουμε τους Έλληνες διαφωτιστές, οι περισσότεροι των οποίων λαμβάνουν στοιχεία από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και τα προσαρμόζουν στα ελληνικά δεδομένα. Πράγματι, στην Ελλάδα ο Διαφωτισμός εμφανίστηκε ως ντεϊσμός, από τον Θεόφιλο Καΐρη, και ως αντίθεση στον Κλήρο και τις πνευματικές δυνάμεις του Έθνους, ως επηρεασμός από τον υλισμό.
Πρέπει να σημειωθή ότι κριτική εναντίον του Διαφωτισμού εξασκήθηκε τόσο από τον Κάντ, όσο και από τον Ρουσσώ, οι οποίοι, καίτοι έζησαν μέσα στο περιβάλλον του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, εν τούτοις τόνισαν την προτεραιότητα του συναισθήματος του ανθρωπισμού και της αγαθής και ηθικής βούλησης και όχι του ορθού λόγου. Επίσης, αντίδραση εναντίον του Διαφωτισμού δημιουργήθηκε από το ισχυρό κίνημα του Νεοανθρωπισμού, που εμφανίσθηκε τον 18ο αιώνα με υπερμάχους τον φιλόσοφο Βόλφ και τον θεολόγο Σλαϊερμάχερ. Ακόμη, βαρύ κτύπημα εναντίον του Διαφωτισμού επέφερε και ο Ρομαντισμός, ή το ρομαντικό κίνημα. Έτσι, από τις αρχές του 19ου αιώνος, θεωρείται ξεπερασμένος ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, αφού άλλωστε αναπτύχθηκαν και άλλες επιστήμες, όπως η ψυχανάλυση, η υπαρξιακή φιλοσοφία, κλπ. που υπερέβησαν το κίνημα και τις φιλοσοφικές αρχές του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός στο θρησκευτικό επίπεδο προσπάθησε να δημιουργήση μια “φυσική θρησκεία”. Οι περισσότεροι διαφωτιστές δέχονταν την ύπαρξη του Θεού (ντεϊσμός), αλλά απέρριπταν την διδασκαλία περί του προπατορικού αμαρτήματος και αναζητούσαν τον πυρήνα της θρησκευτικής ζωής στην ηθικότητα. Οι θρησκευόμενοι διαφωτιστές ήταν εναντίον των διαφόρων θρησκειών και των δογμάτων και υποστήριζαν την ανεξιθρησκεία. Βέβαια, οι ακραίοι διαφωτιστές κατέληξαν στον υλισμό και την αθεΐα.
Ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός είχε πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία καί, βέβαια, ωφέλησε την Δύση στον χώρο της παιδείας και του δικαίου. Ως προς το δίκαιο οι διαφωτιστές υποστήριζαν την ύπαρξη του “φυσικού δικαίου” καί, βέβαια, έτσι έδιναν προτεραιότητα στα φυσικά δικαιώματα του ανθρώπου έναντι του θετικού δικαίου που καταρτίζεται δια της νομοθεσίας. Υποστήριζαν την θεωρία περί του χωρισμού των εξουσιών, συνιστούσαν την κατάργηση των απάνθρωπων βασανιστικών ποινών, έτειναν προς τον κοσμοπολιτισμό, αλλά υποστήριζαν και τα εθνικά κινήματα των λαών υπέρ της ανεξαρτησίας τους. Γενικά, υποστήριζαν τα ατομικά δικαιώματα του πολίτου.
Ο Διαφωτισμός έδωσε ώθηση στην παιδεία, αφού ζήτησε την γενίκευση της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως και την συστηματική διαμόρφωση της επαγγελματικής μορφώσεως. Επίσης, πρότεινε νέους τρόπους αγωγής και διδασκαλίας. Όμως, οι διαφωτιστές ελέγχονται για το ότι πίστευαν αποκλειστικά στην δύναμη του λογικού και είχαν παραμελήσει το συναίσθημα και την βούληση.
Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι το πνεύμα του Διαφωτισμού υπήρξε ευεργετικό για την ανάπτυξη των επιστημών, της παιδείας, των τεχνών, αλλά και της πολιτικής και οικονομικής ζωής. Καί, βέβαια, στους διαφωτιστές επικρατούσαν αισιόδοξες απόψεις για το μέλλον του ανθρώπου και της ανθρωπότητος. Υπήρξε, όμως, βλαπτικό στο ότι ταύτισε την λογική με την ύπαρξη του ανθρώπου.
Από την μικρή αυτή αναδρομή γίνεται φανερό ότι ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός στηρίχθηκε πολύ στον ανθρώπινο παράγοντα, έθεσε ως κέντρο τον ορθό λόγο κατά προτεραιότητα, εξεδίωξε τον Θεό από την ζωή του ανθρώπου, σε μερικές δε περιπτώσεις Τον διέστρεψε, και ακόμη στράφηκε εναντίον των Κληρικών. Όλη αυτή η κίνηση δεν είναι άσχετη από την ταύτιση θεολογίας και μεταφυσικής, που καλλιεργήθηκε στην Δύση, και από την φεουδαρχία των Φράγκων.
Είναι φανερό ότι για την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν δημιουργήθηκε πρόβλημα αναφορικά με την παιδεία και την πρόοδο των επιστημών, αλλά με την μεταφορά όλου του πνεύματος του δυτικού Χριστιανισμού που γέννησε τόσο την μεταφυσική και την φεουδαρχία, όσο και την αντίδραση εναντίον αυτών με την εμφάνιση της αθεΐας και της φυσικής θρησκείας. Με άλλα λόγια, όταν με την πρόφαση των νέων δεδομένων της επιστήμης και της παιδείας, μεταφερόταν η αθεΐα και ο αντικληρικαλισμός, όπως επικρατούσε στον δυτικό χώρο, αυτό δημιουργούσε προβλήματα στην Ορθόδοξη Ανατολή, που δεν είχε τέτοιες πνευματικές προδιαγραφές και προϋποθέσεις.
|
[ ΠΑΝΩ ]
|
Είναι ανάγκη, όμως να δούμε ποιά είναι τα κύρια στοιχεία που συγκροτούν τον λεγόμενο ευρωπαϊκό ή δυτικό Διαφωτισμό. Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί πολλοί άνθρωποι στρέφονται εναντίον του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, όπως και άλλοι τον εκτιμούν πολύ, χωρίς όμως να γνωρίζουν και οι δύο αυτές ομάδες ανθρώπων ποιά είναι τα στοιχεία εκείνα που τον χαρακτηρίζουν. Μπορούμε να υπογραμμίσουμε πέντε βασικά σημεία που συνιστούν το πνεύμα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Τα τέσσερα πρώτα τα παρουσίασε ο Σεβ. Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης, σε μια προφορική του ομιλία.
Πρώτον, είναι η νοησιαρχία του καθαρού λόγου. Θεωρείται ότι η λογική, ο ορθός λόγος είναι η βασική συγκρότηση του ανθρωπίνου είναι. Είναι σημαντικό ότι ο Καρτέσιος, με το γνωστό απόφθεγμα “σκέπτομαι, άρα υπάρχω”, που ταυτίζει την ύπαρξη του ανθρώπου με τον λόγο και την σκέψη, οπότε το βαθύτερο είναι της υπάρξεώς του είναι ο σκεπτόμενος άνθρωπος, ήταν Αυγουστινιανός μοναχός. Είναι επίσης γνωστόν ότι ο ιερός Αυγουστίνος, που αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα της δυτικής θεολογίας και φιλοσοφίας, συνδέει και ταυτίζει τον άνθρωπο με την συνείδηση και την αυτογνωσία. Αντιπρόταση στον ορθολογισμό ήταν το αλάθητο του Πάπα, η εξωτερική αυθεντία, καθώς επίσης ο Ρομαντισμός και ο Υπαρξισμός. Αλλά το θέμα είναι ότι βάση και των ρευμάτων αυτών τίθεται και πάλι ο ορθολογισμός και η νοησιαρχία.
Δεύτερο γνώρισμα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού είναι η ατομοκρατία, δηλαδή η έξαρση του ατόμου και του υποκειμένου. Μέσα σε αυτήν την προοπτική διαστρεβλώθηκε όλη η θεολογική ανάλυση περί του προσώπου, το οποίο πρόσωπο στην Δύση ταυτίστηκε και εκφράστηκε με το άτομο. Είναι γνωστόν ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά, αφού το άτομο συνδέεται με το πλήθος, όταν αριθμήται, ενώ το πρόσωπο με το όν, που έχει ελευθερία, αγάπη και αιώνια ύπαρξη. Στις χώρες όπου εκφράστηκε και βιώθηκε ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός κυριάρχησε το άτομο με όλες τις συνταρακτικές συνέπειες.
Τρίτο γνώρισμα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού είναι η χρησιμοθηρία, δηλαδή η χρησιμοθηρική αντιμετώπιση όλων των θεμάτων της ζωής. Αυτό το συναντούμε στην τέχνη, στην παιδεία, στις κοινωνικές εκδηλώσεις, ακόμη και στις διαπροσωπικές σχέσεις. Εκείνο που μετράει σήμερα είναι το τί μας χρησιμεύει ένα αντικείμενο, μια σχέση, μια επικοινωνία. Το μάθημα του Σχολείου είναι καλό, αν μας χρησιμεύει κάπου. Το ίδιο βλέπουμε και στην θρησκεία. Η θρησκεία έχει αξία εάν ικανοποιή τον άνθρωπο, αν τον αναπαύη, γιατί διαφορετικά δεν χρειάζεται και αυτή.
Το τέταρτο γνώρισμα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού είναι τα ατομικά δικαιώματα. Και αυτό είναι συνέπεια των προηγουμένων στοιχείων και είναι αυτό που χαρακτηρίζει την σύγχρονη κοινωνία μας. Όλοι ενδιαφέρονται για την εκπλήρωση των ατομικών δικαιωμάτων τους. Ζούμε σε μια εποχή που υπολογίζεται η ατομική ελευθερία και οι ατομικές επιλογές και όχι η ελευθερία του προσώπου.
Το πέμπτο γνώρισμα του δυτικού Διαφωτισμού είναι η ευδαιμονία. Βέβαια, όταν εδώ χρησιμοποιούμε τον όρο ευδαιμονία, δεν τον εννοούμε με την αρχαία κλασσική φιλοσοφική έννοια και σημασία, ως επιστροφή των φύσει αθανάτων ψυχών στον κόσμο των ιδεών, αλλά με την σημασία της αισθησιοκρατίας και ηδονοκρατίας. Είναι χαρακτηριστικές οι απόψεις του εκπροσώπου του αγγλικού Διαφωτισμού Τζών Λόκ ότι “κάθε γνώση πηγάζει από την εμπειρία” και ότι “δέν υπάρχουν έμφυτες ιδέες”. Έτσι, η γνώση είναι απόρροια των εμπειριών που προέρχονται από τον κόσμο των αισθήσεων και από την διεργασία του λογικού. Η ψυχή του ανθρώπου είναι ιήήίηή ίήιή, δηλαδή “άγραφος χάρτης”, όπου αποτυπώνονται αυτές οι ιδέες και έτσι ο άνθρωπος αποκτά την γνώση. Είναι χαρακτηριστική η ρήση του εμπειρικού αυτού φιλοσόφου “ουδέν εν τη νοήσει, ό μη πρότερον εν τη αισθήσει”2.
Αυτά τα πέντε χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού δημιουργούν τεράστια προβλήματα στον άνθρωπο και την κοινωνία. Κατ’ αρχάς, ο άνθρωπος αισθάνεται ένα υπαρξιακό κενό, δεν μπορεί να λύση βασικά υπαρξιακά του προβλήματα, γιατί εξαντλείται αποκλειστικά στον εαυτό του και τις ελεύθερες επιλογές του. Έπειτα, η κοινωνία διασπάται, γιατί όταν δεν αναπτύσσωνται υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις, όταν οι άνθρωποι γίνωνται άτομα και απομονώνωνται, τότε δεν μπορούμε να μιλούμε και για κοινωνία αληθινή. Αυτό επηρεάζει και την Εκκλησία. Η εκκλησιαστική ζωή, μετατρέπεται σε μια απλή θρησκευτική ζωή, στην οποία κυριαρχεί το άτομο και ο άνθρωπος αντί να ενδιαφέρεται για την ένταξη σε κοινωνία και ανάπτυξη της κοινωνίας, ενδιαφέρεται πρωτίστως για μια ηθική ζωή.
Αν συγκρίνουμε τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, στα πέντε αυτά γνωρίσματα, μέσα από την προοπτική της Ορθοδόξου θεολογίας, στην αληθινή της έκφραση, θα δούμε την μεγάλη διαφοροποίηση. Πράγματι, η εκκλησιαστική ζωή διακρίνεται για τα αντίστοιχα πέντε γνωρίσματα.
Πρώτον, στην ορθόδοξη εκκλησιαστική ζωή, όπως εκφράζεται από τους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας, κέντρο της υπάρξεως του ανθρώπου δεν είναι ο λόγος, η λογική, αλλά ο νούς, η καρδιά. Στην ορθόδοξη θεολογία, φαίνεται καθαρά ότι η ψυχή του ανθρώπου αποτελείται από δύο κέντρα, που έχουν δύο παράλληλες λειτουργίες, ήτοι τον νού και τον λόγο. Δεν μπορεί να γίνη σύγχυση μεταξύ των δύο αυτών κέντρων, γιατί κάτι τέτοιο συνιστά την “πνευματική αυτοκτονία” του ανθρώπου.
Δεύτερον, στην ορθόδοξη θεολογία επικρατεί το πρόσωπο, το οποίο αντιδιαστέλλεται από το άτομο. Το πρόσωπο έχει αγάπη και ελευθερία και δεν υποτάσσεται σε οποιαδήποτε αναγκαιότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αείμνηστος Αρχιμ. π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ αντιπαρατάσσει στο καρτεσιανό απόφθεγμα “σκέπτομαι, άρα υπάρχω” το “εγώ ειμί” της εν Χριστώ εμπειρίας. Δηλαδή, όταν ο άνθρωπος φθάση στην θέα του Θεού, τότε ζη το πρόσωπο εν ενεργεία, ως σχέση και αναφορά, ως έκσταση και πληρότητα, τότε πράγματι υπάρχει.
Τρίτον, στην χρησιμοθηρία του δυτικού Διαφωτισμού αντιπαρατίθεται η ορθόδοξη εκκλησιαστική φιλοθεΐα και φιλανθρωπία. Ο θεούμενος είναι πραγματικά φιλόθεος και φιλάνθρωπος, οπότε διακρίνεται για την ανιδιοτελή αγάπη. Έκφραση της ανιδιοτελούς αγάπης είναι η προσφορά, η εκούσια στέρηση και σταύρωση, χάρη του αδελφού. Ο θεούμενος δεν βλέπει την χρησιμοθηρία, αλλά την οντολογία και κυρίως την σχέση με το υπέρτατο όν και τα άλλα ανθρώπινα όντα.
Τέταρτον. Συνάρτηση του προηγουμένου είναι και η υπέρβαση των ατομικών δικαιωμάτων. Οι εμπνεόμενοι από τον ορθόδοξο φωτισμό δεν διακατέχονται από την τυραννία των ατομικών δικαιωμάτων, αλλά από την προσφορά του προσώπου. Αυτό σημαίνει ότι δεν αναζητούν τις ατομικές ελευθερίες, αλλά την ελευθερία του προσώπου. Και γνωρίζουμε πολύ καλά ότι το πρόσωπο έχει σχέση και αναφορά, προϋποθέτει τον άλλο.
Πέμπτον. Στην ευδαιμονία του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού ο φορεύς της Ορθοδόξου Παραδόσεως αντιπαρατάσσει την ασκητική ζωή, η οποία δεν περικλείεται μέσα στα όρια της στερήσεως, αλλά της μεταμορφώσεως. Δηλαδή, ο άνθρωπος με την ενέργεια της Χάριτος του Θεού μεταμορφώνεται ολοκληρωτικά, οπότε και αυτό το σώμα του γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή γίνεται ιερό λείψανο, που θαυματουργεί. Έτσι, στην Ορθόδοξη Παράδοση μιλάμε για μεταμόρφωση των αισθήσεων.
Ακριβώς δε αυτά τα πέντε γνωρίσματα δείχνουν την διαφορά μεταξύ του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και του ορθοδόξου φωτισμού.
|
[ ΠΑΝΩ ]
|
Για δύο περίπου αιώνες η Πατρίδα μας βασανίζεται από την διελκυστίνδα μεταξύ του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και της ελληνορθοδόξου Παραδόσεως. Μέσα από αυτήν την προοπτική μπορούμε να δούμε όλα όσα έγιναν στον χώρο μας τους δύο τελευταίους αιώνες, αλλά και την ατμόσφαιρα που επικρατεί σήμερα στον τόπο μας.
Από το ένα μέρος επικρατεί διάχυτα το πνεύμα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, το οποίο ανέλαβε να μεταφέρη η παιδεία. Πράγματι, στην παιδεία μας, στο πνεύμα και την φιλοσοφία της, επικρατούν οι ιδέες του δυτικού Διαφωτισμού έως σήμερα.
Από το άλλο μέρος στον τόπο μας καλλιεργήθηκε μια ιδιαίτερη παράδοση, την οποία μπορούμε να ονομάσουμε Ρωμηοσύνη, την οποία συναντούμε στα διάφορα στρώματα του λαού μας και φαίνεται καθαρά στα ήθη και τα έθιμα του λαού, στην κοινωνική και εκκλησιαστική ζωή, σε λογοτεχνικά κείμενα κλπ. Ευτυχώς τον τελευταίο καιρό ο παραμελημένος κόσμος της παραδόσεώς μας βγαίνει στην επιφάνεια και εκτιμάται πάρα πολύ. Η βυζαντινή αγιογραφία, η βυζαντινή μουσική, οι δημοτικοί χοροί, οι λαϊκές παραδόσεις, που όλα αυτά πρέπει να τα αντικαταστήσουμε με το βυζαντινό και το ρωμαίικο, είναι επίκαιροι και γίνονται αποδεκτοί από τον λαό μας.
|
[ ΠΑΝΩ ]
|
Κάνοντας λόγο για τον Διαφωτισμό, πρέπει οπωσδήποτε να γίνη αναφορά για το πώς ο δυτικός κόσμος πέρασε από τον Διαφωτισμό στον Μεταμοντερνισμό. Πρόκειται για μια κίνηση που χρειάζεται ειδική μελέτη, γιατί παρουσιάζει και την αγωνία του ανθρώπου, αλλά και την αδυναμία πολλών νέων συστημάτων να τον αναπαύσουν.
Στην Ευρώπη, μετά από την αποκοπή της από την Ορθόδοξη Ανατολή, αυτό που ονομάζουμε Βυζάντιο - Ρωμανία, παρατηρήθηκε μια έντονη ζύμωση για την εύρεση της αυτοσυνειδησίας της. Προσπάθησαν, δηλαδή, οι άνθρωποι να βρουν την ταυτότητά τους και να δημιουργήσουν ένα δικό τους πολιτιστικό ρεύμα. Στον χώρο της δυτικής θεολογίας αναπτύχθηκε ο Σχολαστικισμός, ο οποίος χρησιμοποιώντας αριστοτελική ορολογία και μεθοδολογία προσπαθούσε να οριοθετήση τον Θεό και όλα όσα έχουν σχέση με την σωτηρία του ανθρώπου.
Η Αναγέννηση υπήρξε ένας καθοριστικός σταθμός στην ιστορία του ευρωπαϊκού πολιτισμού, και μάλιστα χαρακτηριστικό γνώρισμά της είναι η στροφή των ανθρώπων στις κλασσικές σπουδές, κατ’ αρχάς στον Αριστοτέλη, έπειτα στον Πλάτωνα. Μετά την Αναγέννηση αναπτύχθηκαν διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα.
Στην συνέχεια θα ήθελα να αναφερθώ πολύ συνοπτικά στην πορεία της Ευρώπης και γενικά του δυτικού κόσμου από τον Διαφωτισμό μέχρι τον Μεταμοντερνισμό (Μετανεωτερικότητα), τον οποίο πράγματι συναντούμε σήμερα στον δυτικό κόσμο. Θεωρώ ότι σημαντικό στην καταγραφή αυτών ιδεολογικών ρευμάτων - κινημάτων είναι το βιβλίο “ο κορεσμένος εαυτός” του άήήήήιή άήίηήή, ο οποίος είναι Καθηγητής της Ψυχολογίας στο Κολέγιο Σουόρθορ και μάλιστα “ένας από τους σημαντικότερους κοινωνικούς επιστήμονες της εποχής μας”. Θα δούμε τα τέσσερα μεγάλα ρεύματα - κινήματα, που παρατηρήθηκαν τους τελευταίους αιώνες στην Δύση, όπως αναλύονται ανάγλυφα από τον ανωτέρω συγγραφέα - επιστήμονα.
Πρώτον. Ο Διαφωτισμός, όπως είδαμε συνοπτικά προηγουμένως, κυριάρχησε τον δέκατο όγδοο αιώνα. Κύρια γνωρίσματά του είναι ο ορθός λόγος και η παρατήρηση. Όπως παρατηρεί ο άήίηήή “η λογική και η παρατήρηση αποτελούσαν αντικείμενα θαυμασμού πολύ πριν τον εικοστό αιώνα. Κατά την διάρκεια του δεκάτου εβδόμου και δεκάτου ογδόου αιώνα είχαν αποκτήσει υψηλό γόητρο”. Οι διαφωτιστές έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στις ικανότητες του ατόμου για παρατήρηση3.
Δεύτερον. Κατά τα τέλη του δεκάτου ογδόου και τις αρχές του δεκάτου ενάτου αιώνα παρατηρήθηκε η έξαρση του Ρομαντισμού. Τότε ακριβώς αμφισβητήθηκε η υπεροχή της λογικής και της παρατήρησης και δημιουργήθηκε ένας καινούριος κόσμος, ο κόσμος της βαθύτερης ενδοχώρας, που βρίσκεται κάτω από επίστρωμα της συνειδητής λογικής. Ο έήίήιίήίιή αποκάλεσε αυτή την βαθύτερη ενδοχώρα “μιά παρουσία που με ενοχλεί”. Για τον έήήηηήί ήταν μία “αόρατη δύναμη” και για τον αήίήήηήήίή ένα “φωτοβόλο σπήλαιο”4. Ο Ρομαντισμός έδωσε διάφορα εσωτερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα στον άνθρωπο, όπως το πάθος, την ψυχή, την δημιουργικότητα και το ήθος5. Αναπτύχθηκε μία κίνηση η οποία έδωσε σημασία στο βάθος του ανθρώπου, στην καλλιέργεια του έρωτα6, της φαντασίας, η οποία εθεωρείτο “πολύτιμο απόκτημα, γιατί διευκόλυνε την φυγή από τα επίγεια δεδομένα της καθημερινής ζωής”7. Ο Ρομαντισμός έχει σχέση με αυτό που ονομάζουμε “μία παρουσία του απόντος”8, καθώς επίσης κατά την ρομαντική περίοδο απέκτησαν νέες διαστάσεις η ηθική, η θρησκεία και ο μυστικισμός9. Αυτή βέβαια η κίνηση του Ρομαντισμού φαίνεται διάχυτα στην μουσική, τον καλλιτεχνικό τομέα, την ψυχολογία. Γενικά, το ρομαντικό κίνημα εξύμνησε την αγάπη, τον αλτρουϊσμό και την θυσία για χάρη των άλλων ανθρώπων10.
Τρίτον. Στο τέλος του δεκάτου ενάτου αιώνος και τον εικοστό αιώνα εξασθένησε ο Ρομαντισμός και παρατηρείται η άνοδος του Μοντερνισμού ή Νεωτερικότητας, που στην πραγματικότητα συνίσταται στην επιστροφή του Διαφωτισμού. Για τους μοντερνιστές τα χαρακτηριστικά του εαυτού “δέν εδρεύουν στο βασίλειο του βάθους, αλλά στην ικανότητά μας να σκεπτόμαστε λογικά... Οι μοντερνιστές πιστεύουν στα εκπαιδευτικά συστήματα, σε μια αδιατάρακτη οικογενειακή ζωή, στην ηθική εκπαίδευση και στην ορθολογική επιλογή του γαμηλίου συντρόφου”11. Το κίνημα του Μοντερνισμού ή Νεωτερικότητας επηρέασε την επιστήμη, αφού χαρακτηριστικό γνώρισμα του Μοντερνισμού ήταν η λογική και η παρατήρηση, συνετέλεσε στο να εξαφανισθούν από τα πανεπιστημιακά προγράμματα σπουδών η ηθική, η θεολογία και η μεταφυσική και επηρέασε όλες τις τέχνες και τους τρόπους ζωής του ανθρώπου, όπως τον χορό, την μουσική, καθώς επίσης συνετέλεσε στο να παρουσιασθή “τό επάγγελμα της δημόσιας διοίκησης”12.
Η περίοδος του Μοντερνισμού δημιούργησε την εντύπωση, λόγω των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών του, που είναι η αιτιοκρατία και η παρατήρηση, ότι θα λύση τα επισωρευμένα και δυσεπίλητα προβλήματα του ανθρώπου με μια μορφή διακυβέρνησης (δημοκρατία ή φασισμό) ή με ένα απλό οικονομικό σύστημα (καπιταλισμό ή κομμουνισμό)13.
Τέταρτον. Στην σύγχρονη εποχή παρατηρείται από επιστήμονες που μελετούν τα κοινωνικά φαινόμενα, κυρίως στον Δυτικό χώρο, η εμφάνιση του Μεταμοντέρνου πολιτισμού ή της λεγομένης Μετανεωτερικότητας, αφού διαπιστώθηκε ότι το λεγόμενο νεωτερικό παράδειγμα, το οποίο υποσχόταν καλύτερο κόσμο, απέτυχε στην προσπάθεια να δώση λύσεις. Και πράγματι διαπιστώνεται ότι αυτή η Μετανεωτερικότητα ή το Μεταμοντέρνο είναι εκείνο που κυριαρχεί στις ημέρες μας.
Το Μεταμοντέρνο αμφισβητεί αυτήν την αιτιοκρατία και την λεγομένη πραγματικότητα, πάνω στην οποία στηρίχθηκε ο Διαφωτισμός και ο Μοντερνισμός και στρέφεται περισσότερο προς την πλουραλιστικότητα. Σε αυτό βοηθήθηκε πολύ και από την ανάπτυξη των συγχρόνων επιστημών, οι οποίες διέλυσαν την μηχανιστική αιτιοκρατία. “Η εμφάνιση του μεταμοντέρνου πολιτισμού” είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής μας14.
Πολλά είναι τα γνωρίσματα που θα μπορούσε κανείς να σημειώση για τον Μεταμοντέρνο πολιτισμό ή την λεγομένη Μετανεωτερική εποχή. Ο άήήήήιή άήίηήή αναλύει διεξοδικά το θέμα αυτό μέσα από ψυχολογικές και κοινωνικές παρατηρήσεις ειλημμένες από διάφορες μορφές της καθημερινής ζωής των ανθρώπων. Θα ήθελα να παρουσιάσω μερικά από αυτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα.
Παρατηρείται έντονα στις ημέρες μας “η αμφισβήτηση της αυθεντίας”, αφού καταρρέουν κυριολεκτικά μορφές αυθεντίας, οπότε εισάγεται η αμφισβήτηση των πάντων. Η Μετανεωτερική κίνηση διαπιστώνει ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι για να πλησιάση κανείς την αλήθεια, την οποία αλήθεια δεν την εκφράζει κανείς απόλυτα15.
Ακόμη, ένα γνώρισμα του μεταμοντέρνου είναι “η κατάρρευση της λογικής τάξης”. Αυτό που για τον ένα θεωρείται λογικό δεν θεωρείται λογικό από τον άλλο, γιατί δεν υπάρχει απόλυτη αντικειμενικότητα. “Αν όλα είναι λογικά, τότε τίποτε δεν είναι λογικό”. Γι’ αυτό πολλοί μεταμοντέρνοι σήμερα ισχυρίζονται ότι “οι όροι όπως μη λογικό και παράλογο μετατρέπονται σε μέσα κοινωνικού ελέγχου και πιθανής καταστολής”16.
Η αμφισβήτηση της αυθεντίας και η κατάρρευση της λογικής έχουν οπωσδήποτε σχέση με την “απώλεια του αναγνωρίσιμου”, καθώς ο άνθρωπος με την πάροδο του χρόνου αναγνωρίζει την πολυπλοκότητα των πραγμάτων17, όπως επίσης έχει σχέση και με “τήν κοινωνική κατασκευή της πραγματικότητας”, επειδή διάφοροι κατασκευάζουν την πραγματικότητα, αφού ακόμη και πολιτικά γεγονότα σκηνοθετούνται για μια κατανάλωση στο κοινό, και διάφορα γεγονότα κατασκευάζονται, ώστε να δημιουργηθή η εντύπωση ότι συμβαίνουν σημαντικά πράγματα18.
Γενικά η μεταμοντέρνα κοινωνία διακρίνεται για έναν πλουραλισμό, αφού “η μεταμοντέρνα θέση σηματοδοτείται από μια πληθώρα φωνών που συναγωνίζονται η μία την άλλη για δικαίωμα στην πραγματικότητα - να γίνουν αποδεκτές ως νόμιμες εκφράσεις της αλήθειας και του καλού”. Στην μεταμοντέρνα αντίληψη διάφορες λειτουργίες του ανθρώπου, όπως η λογική και το συναίσθημα δεν συνιστούν τις πραγματικές και σημαίνουσες ιδιότητες του ατόμου. “Σύμφωνα με τις μεταμοντέρνες θέσεις τα άτομα βρίσκονται σε κατάσταση διαρκούς δόμησης και αναδόμησης - σε έναν κόσμο, στον οποίο κυκλοφορεί, ο,τιδήποτε μπορεί να γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης”19.
Ίσως πρέπει να χαρακτηρίσουμε το κίνημα του Μεταμοντερνισμού ως ένα κίνημα πλουραλισμού σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του ανθρώπου, ακόμη και στην θρησκευτική του ζωή. Ο Μεταμοντερνισμός στο θρησκευτικό χώρο εκδηλώνεται ως ένας συγκρητισμός, ως μία οικουμενική θεώρηση της θρησκείας, σύμφωνα με την οποία όλοι οι πιστοί των θρησκειών, πρέπει να αποδεσμευθούν από τους φραγμούς της θρησκείας τους και να συνεννοούνται με τους οπαδούς των άλλων θρησκειών.
Εκτός αυτού ο Μεταμοντερνισμός συνδέεται και με την στροφή του ανθρώπου από τον εαυτό του στην σχέση, στην κοινωνία με τους άλλους. Ο Διαφωτισμός, ο Ρομαντισμός και ο Μοντερνισμός, καλλιεργώντας ο καθένας αντίστοιχα την λογική ή το συναίσθημα, κρατούσαν τον άνθρωπο κλεισμένο μέσα στα όρια του εαυτού του, και τον θεωρούσαν σαν “μιά απομονωμένη, σχεδόν μηχανική οντότητα”. Στην μεταμοντέρνα αντίληψη της κοινωνίας του ανθρώπου και του κόσμου, δίνεται μεγάλη σημασία στην σχέση του ενός προς τον άλλον20.
Θεωρώ πολύ σημαντικό να παρατεθή ο λόγος του άήήήήιή άήίηήή για τον Μεταμοντερνισμό: “Με την εξάπλωση της μεταμοντέρνας συνείδησης γινόμαστε μάρτυρες της εξαφάνισης της προσωπικής ευκρίνειας, της λογικής, της αυθεντίας, της δέσμευσης, της εμπιστοσύνης, της αίσθησης της γνησιότητας, της ειλικρίνειας, της πίστης στην ηγεσία, του βάθους των αισθημάτων και της πίστης στην πρόοδο. Στην θέση όλων αυτών αναδύεται μια ανοιχτή πλάκα πάνω στην οποία τα πρόσωπα μπορούν να χαράσουν, να σβήνουν και να ξαναγράφουν τις ταυτότητές τους, έτσι όπως ζητά ή επιτρέπει το διαρκώς μεταβαλλόμενο, μονίμως διευρυνόμενο και ασυνάρτητο δίκτυο των σχέσεων”21.
Στις σύγχρονες κοινωνίες μας παρατηρείται έντονο πρόβλημα που εκφράζεται με τρεις βασικές εκφράσεις, όπως “κοινωνικός κορεσμός”, “εποικισμός του εαυτού” και “η πολυφερνική κατάσταση”22.
Όταν γίνεται λόγος για “κοινωνικό κορεσμό” εννοείται ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν μπορεί να περιορίζη τις σχέσεις του στο κοντινό του περιβάλλον, αλλά βοηθούμενος και από τον σύγχρονο τρόπο ζωής, επιθυμεί και επιδιώκει τον “πολλαπλασιασμό των σχέσεων”, τις μετακινήσεις, την διαρκή αλλαγή στους τρόπους ζωής23.
Ο “εποικισμός του εαυτού” συνίσταται “στήν πρόσκτηση πολλαπλών και ανόμοιων δυνατοτήτων σχετικά με τον τρόπο που ζεί κανείς”24. Τελικά, ο σύγχρονος άνθρωπος γεμίζει τον εαυτό του με πολλές δυνατότητες και επιθυμίες.
Και η λεγομένη “πολυφέρνεια” αναφέρεται γενικά στην “διάσπαση του ατόμου σε μια πολλαπλότητα προσωπικών αμφιέσεων”25.
Όλα αυτά που τονίστηκαν προηγουμένως δείχνουν καθαρά ότι στον δυτικό κόσμο υπάρχει μεγάλη σύγχυση γύρω από τον καθορισμό του τί είναι ο άνθρωπος, ποιά είναι η οντολογία του και πώς καθορίζονται οι σχέσεις του με την επιστημονική και κοινωνική του ζωή. Φαίνεται ακόμη ότι ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος αναζητά διέξοδο από το αδιέξοδο της ζωής του.
Τί σημαίνουν όλα αυτά από ορθοδόξου προοπτικής;
Πρώτον. Η Ορθόδοξη Εκκλησία και μάλιστα ο χώρος αυτός ο οποίος κυριαρχείται από την Ορθόδοξη σκέψη δεν γνώρισε, σε καθολικό επίπεδο, αναγεννήσεις, διαφωτισμούς, ρομαντισμούς, μοντερνισμούς, μεταμοντερνισμούς, αλλά διακρίνεται για μια σταθερότητα. Αυτό συμβαίνει, γιατί από την αρχαία ακόμη εποχή η ελληνορθόδοξη παράδοση κάνει λόγο για το πρόσωπο, το οποίο πρόσωπο έχει αγάπη και ελευθερία. Με την αγάπη έχει σχέση με τους άλλους ανθρώπους, τις άλλες υποστάσεις, και με την ελευθερία διακρίνεται για την ετερότητα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία με τις σταθερές αυτές διδασκαλίες, που είναι τελικά τρόπος ζωής, βρίσκεται στο μέσον μεταξύ του ατομισμού και του κολλεκτιβισμού, οπότε δημιουργεί αληθινές σχέσεις και ολοκληρώνει τον άνθρωπο ως πρόσωπο. Έτσι, η Ορθόδοξη Εκκλησία κινείται πέρα από τον Μοντερνισμό και τον Μεταμοντερνισμό.
Δεύτερον. Έχουμε κατά καιρούς και στον δικό μας χώρο επιδράσεις όλων αυτών των ρευμάτων. Με άλλα λόγια, υπήρξαν άνθρωποι που μετέφεραν απόψεις του Διαφωτισμού, του Ρομαντισμού, του Μοντερνισμού και του Μεταμοντερνισμού, με την διαφορά ότι αυτοί οι “μεταπράτες” μετέφεραν τις ανάλογες ιδέες που επικρατούσαν στον δυτικό χώρο, με καθυστέρηση πολλών ετών, και συνήθως αυτοί οι άνθρωποι αγνοούσαν το βάθος της ελληνορθοδόξου παραδόσεως.
Πράγματι, ενώ τον δέκατο ένατο αιώνα στην Δύση επικρατούσε ο Ρομαντισμός, στην Ελλάδα αναπτυσσόταν ή μεταφερόταν το πνεύμα του Διαφωτισμού, με την επιστροφή στην αρχαία Ελλάδα. Ενώ το τέλος του δεκάτου ενάτου και αρχές του εικοστού αιώνος στην Δύση επικρατούσε ο Μοντερνισμός, στον τόπο μας κυριαρχούσε ο Ρομαντισμός: ο Μοντερνισμός ήλθε με καθυστέρηση πολλών ετών. Επίσης, ενώ στην εποχή μας στην Αμερική παρατηρείται κρίση του Μεταμοντερνισμού και αναζητάται η βοήθεια της ελληνορθοδόξου παραδόσεως σχετικά με την έννοια του προσώπου και τις σχέσεις του προσώπου με την όλη κοινωνική ζωή, στην χώρα μας αρχίζει να έρχεται το ρεύμα του Μεταμοντερνισμού, ως πλουραλισμού και συγκρητισμού.
Έπειτα, όσοι μεταφέρουν τις ιδέες των δυτικών ρευμάτων στον χώρο μας αγνοούν την ευρωστία και την δυναμικότητα της Ελληνορθοδόξου Παραδόσεως, γιατί αν την γνώριζαν, όπως εκφράζεται στα έργα των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας και όπως βιώνεται σήμερα στις καλά οργανωμένες εκκλησιαστικές κοινότητες (μοναστηριακές και ενοριακές), τότε θα την εκτιμούσαν και θα την προσέφεραν ως απάντηση και λύση στις αναζητήσεις των δυτικών ανθρώπων.
Πάντως, ο Διαφωτισμός, που ήταν απόρροια της Αναγεννήσεως και δημιούργησε διάφορες ανακατατάξεις στον δυτικό χώρο, με την εμφάνιση νέων ρευμάτων και κινημάτων, δεν έλυσε τα βασικά οντολογικά προβλήματα του ανθρώπου.
|
[ ΠΑΝΩ ] 2. Ο φωτισμός των αγίων Πατέρων |
Οι δυτικοί διαφωτιστές στηρίχθηκαν στον ορθό λόγο και την ευδαιμονία, με διάφορες, βέβαια, αποχρώσεις ο καθένας τους. Μελέτησαν τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και στηρίχθηκαν σε αυτούς, αναπτύσσοντας τα δικά τους φιλοσοφικά συστήματα. Ιδιαίτερα οι Έλληνες διαφωτιστές, όπως ο Πατριάρχης του ελληνικού Διαφωτισμού, Αδαμάντιος Κοραής, έδιναν μεγάλη σημασία στην έκδοση, μελέτη και διάδοση των συγγραμμάτων των αρχαίων Ελλήνων.
Γενικά, οι διαφωτιστές έτρεφαν αποστροφή προς το λεγόμενο Βυζάντιο, και παραθεωρούσαν την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας26. Όμως στο σημείο αυτό έκαναν τεράστιο λάθος, αφ’ ενός μεν διότι οι Πατέρες της Εκκλησίας γνώριζαν πολύ καλά την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αφ’ ετέρου δε διότι η διδασκαλία των Πατέρων χαρακτηρίζεται από πληρότητα, εν σχέσει με το νόημα και τον σκοπό του ανθρώπου, αναφορικά με τον Θεό και την κτίση.
Στην συνέχεια θα ήθελα να υπογραμμίσω τα δύο αυτά σημεία που παρατηρούμε στην πατερική θεολογία.
Ως προς το πρώτο σημείο θα ήθελα να αναφερθώ στον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Είναι γνωστόν ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γνώριζε πολύ καλά την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, μάλιστα οι συμφοιτητές του τον κράτησαν στην Αθήνα για να γίνη διδάσκαλός τους καί, βέβαια, για ένα χρονικό διάστημα ικανοποίησε την επιθυμία τους. Όταν διαβάζω επιστολές του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, βλέπω με πόση “μαεστρία” και τέχνη τις στολίζει με αρχαία κείμενα, παροιμίες ελληνικές και με αναφορές σε μεγάλους φιλοσόφους.
Σε επιστολή του προς τον Ολυμπιανό, που ήταν άριστος δικαστής, δεινός ρήτορας και διοικητής της Καππαδοκίας, ζητά να του επιστρέψη τις επιστολές του Αριστοτέλη που του είχε δανίσει: “Το πυκτίον όπερ είληφας παρ’ ημών, τας Αριστοτέλους “επιστολάς” ... ηκέτω πάλιν ημίν ό δεδώκαμεν”27. Επίσης, σε επιστολή του προς τον Φιλάγριο γράφει: “Των δε πυκτίων ών ήτησας, το μεν εύρον και έπεμψά σοι προθύμως, το Δημοσθενικόν λέγω, το δε εζημιώθην, ουκ έχω οίου συ χρήζεις, την Ιλιάδα”28. Δηλαδή, ο Φιλάγριος του ζητά τον Δημοσθένη και την Ιλιάδα, και ο άγιος Γρηγόριος του αποστέλλει το πρώτο, όχι όμως και την δεύτερη, γιατί την είχε χάσει. Μπορούμε να φαντασθούμε έναν μεγάλο άγιο να αποστέλη αρχαίους συγγραφείς σε επιστολογράφους του;
Στον ίδιο παραλήπτη, τον Φιλάγριο, του αποστέλλει επιστολή μέσα στην οποία παρεμβάλλονται χωρία αρχαίων συγγραφέων. Με πολύ ωραίο τρόπο αναφέρεται στον Διογένη, που είχε πυρετό και έκανε υπομονή, κάνει κριτική για τον ορισμό που έδωσε ο Αριστοτέλης για την ευδαιμονία, αναφέρεται στον Φάλαρη, τον τύραννο του Ακράγαντα, ο οποίος, καθώς έλεγαν, έκαιγε τους εχθρούς του στην πυρακτωμένη κοιλιά χάλκινου ταύρου, εκφράζει τον θαυμασμό του προς τους εθνικούς, για διάφορους λόγους, ήτοι τον Ανάξαρχο, τον Επίκτητο και τον Σωκράτη. Θα έπρεπε να είχα τον χρόνο για να αναφέρω ολόκληρη την επιστολή και να θαυμάσουμε και εμείς την τέχνη, αλλά και την προσωπικότητα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου29.
Μέσα στις επιστολές του που αποπνέουν χάρη και ευστροφία συχνά αναφέρονται λόγοι και φράσεις από κείμενα συγγραφέων και φιλοσόφων. Συναντούμε χωρία από τον Όμηρο, που δείχνουν ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος είχε πλήρη γνώση των ομηρικών επών, αναφέρεται ο άγιος σε χωρία και διδασκαλίες του Πλάτωνος και του Αριστοτέλη, χρησιμοποιεί φράσεις από τον Πίνδαρο, τον Ησίοδο, ακόμη και τον Αριστοφάνη. Επίσης, συναντούμε πάρα πολλά γεγονότα από την μυθολογία και την ιστορία, αλλά και άλλους συγγραφείς, όπως για την Λερναία Ύδρα, τους Λωτοφάγους, τον Λυσία, τον Λουκιανό, τον Ηρακλή, τον Ξέρξη, τον Οδυσσέα, τον Τηρέα, για πόλεις, τοπωνύμια, ιστορίες της αρχαιότητας κλπ. Όλα αυτά δείχνουν την ευρυμάθεια του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, αλλά και την δυνατότητα να τα εντάση όλα σ’ ένα λόγο που είναι παιδευτικός και κυρίως εμποτισμένος στην θεία Αποκάλυψη και συντονισμένος στην θέωση του ανθρώπου.
Ως προς το δεύτερο σημείο, ότι δηλαδή η διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι Πατέρες εκφράζουν τον ορθόδοξο φωτισμό, έχει θαυμαστή πληρότητα, θα ήθελα να παραθέσω αναλυτικά τις θέσεις του Μ. Βασιλείου για το τί είναι ο άνθρωπος, ποιά είναι η οντολογία του, ποιός είναι ο σκοπός της υπάρξεώς του και ποιό είναι το “τέλος” του. Το σημείο αυτό είναι σημαντικό, ακριβώς γιατί ο δυτικός Διαφωτισμός είδε στην πραγματικότητα τον άνθρωπο ξεκομμένο και αυτόνομο από τον Θεό, τον περιέγραψε με υλιστικά χρώματα και τον ενέταξε σε εντελώς ανθρωποκεντρικά πλαίσια.
Ο Μ. Βασίλειος σ’ έναν λόγο του περιγράφει με συνοπτικό και καταπληκτικό τρόπο την ανθρωπολογία του.
Δεν θα μπορούσε να γραφή τόσο συνοπτικό κείμενο που να συμπεριλαμβάνη ολόκληρη την ανθρωπολογία. Ο Μ. Βασίλειος, όπως και οι άλλοι Τρείς Ιεράρχες, διακρίνεται πολύ στον τομέα αυτόν του ευσύνοπτου λόγου και ταυτόχρονα ακριβολόγου. Μπορούμε εδώ να παρατηρήσουμε οκτώ θεολογικές θέσεις σχετικά με την ανθρωπολογία του Μ. Βασιλείου και γενικά των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας.
Πρώτη. “Τούτο γαρ άνθρωπος, νούς ενδεδεμένος προσφόρω και πρεπούση σαρκί”.
Τους πρώτους αιώνες της εμφανίσεως του Χριστιανισμού επικρατούσε η άποψη, όπως καλλιεργήθηκε από τον Πλάτωνα και άλλους φιλοσόφους, και μάλιστα διατυπώθηκε στον Φαίδωνα, ότι ο άνθρωπος, και κυρίως ο φιλόσοφος, προκειμένου να προσεγγίση την αλήθεια, πρέπει να απαλλαγή από το σώμα και να περιορισθή στην ψυχή. Κατά τον Πλάτωνα μόνον η ψυχή είναι εικών του Θεού, ενώ το σώμα είναι μέτοχο του μη όντος, της ύλης, είναι “σήμα”, τάφος της ψυχής. Και ο αρχηγός του Νεοπλατωνισμού, ο Πλωτίνος, ισχυριζόταν ότι το σώμα είναι φυλακή της ψυχής, τάφος και άντρον. Οπότε, κάθαρση σημαίνει την απαλλαγή της ψυχής από το σώμα, ώστε κάθε συστατικό να βαδίζη προς την πηγή του, στον Θεό ή στο χώμα31.
Όμως οι Πατέρες της Εκκλησίας, κάνοντας λόγο για τον άνθρωπο, τον χαρακτηρίζουν ως μία υπόσταση που αποτελείται από ψυχή και σώμα, αφού, μάλιστα, και όταν η ψυχή χωρίζεται από το σώμα, με τον θάνατο του ανθρώπου, εν τούτοις δεν καταργείται η υπόσταση. Ο Μ. Βασίλειος ισχυρίζεται εδώ ότι ο νούς του ανθρώπου, και με τον όρο νού εννοείται στο σημείο αυτό η ψυχή, δένεται με την πρέπουσα και πρόσφορη σάρκα.
Σε άλλο σημείο ο Μ. Βασίλειος, αναφερόμενος στην ψυχή του ανθρώπου, την χωρίζει σε δύο μέρη, ήτοι το άλογο παθητικό, που περιλαμβάνει το θυμοειδές και παθητικό, και το λογικό απαθές, το οποίο λέγεται λογιστικό ή νοερό32. Η σωτηρία του ανθρώπου δεν βρίσκεται στην νέκρωση του παθητικού της ψυχής, όπως έλεγαν οι πλατωνικοί, αλλά στην μεταμόρφωση του παθητικού, αφού και αυτό αποτελεί συγκεκριμένο στοιχείο της προσωπικότητος του ανθρώπου.
Δεύτερη αρχή. “Τούτο υπό του πανσόφου τεχνίτου των όλων εν τοις μητρώοις ημών πλάττεται κόλποις”.
Με την αρχή αυτή κλονίζεται κάθε αυτόνομη ύπαρξη και αυτόματη δημιουργία του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε εκ του μηδενός, δηλαδή, εκ μη υπαρχούσης ύλης, αλλά και τότε και πάντοτε δημιουργείται με την προσωπική επέμβαση του Θεού. Η ένωση του σπέρματος και του ωαρίου στην μήτρα της γυναικός και η συγκρότηση του ανθρώπου “πλάττεται” “υπό του πανσόφου τεχνίτου”. Ο άνθρωπος από την σύλληψή του είναι πρόσωπο, έστω κι αν ακόμη δεν έχει ολοκληρωθή σωματικά και δεν εμφανίζονται οι ψυχικές του δυνάμεις. Εν σπέρματι είναι ολόκληρος άνθρωπος.
Κατά τον Μ. Βασίλειο, ο τεχνίτης των όλων Θεός συνέδεσε με τέτοιο θαυμάσιο τρόπο την ψυχή με το σώμα, ώστε αυτή η ψυχή φθάνουσα μέχρι των περάτων αυτού να φέρη τα διαφορετικά μέλη σε σύμπνοια και κοινωνία. Από την ψυχή παρέχεται στην σάρκα δύναμη, από την σάρκα επανέρχεται στην ψυχή συμπάθεια, από την ψυχή το σώμα δέχεται την ζωή, από το σώμα δέχεται η ψυχή τους πόνους33. Η φύση του ανθρώπου είναι διφυής και έχει διμερή λειτουργία. Ο άνθρωπος με το σώμα είναι ομοούσιος του υλικού στοιχείου και μετέχει της κινήσεως αυτού, με την ψυχή βλέπει την φύση των όντων. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος είναι και λέγεται μικρόκοσμος34.
Τρίτη αρχή. “Τούτο εις φως εκ των σκοτεινών εκείνων θαλάμων ο των ωδίνων άγει καιρός”.
Μετά το κατάλληλο χρονικό διάστημα το έμβρυο έρχεται, από τους σκοτεινούς θαλάμους της μήτρας, στο φώς, γεννάται, δηλαδή, ο άνθρωπος. Είναι μια κρίσιμη στιγμή για την άνθρώπινη ύπαρξη, διότι από έναν κόσμο ηρεμίας αμέσως έρχεται σ’ έναν άλλο κόσμο, με φώς, θόρυβο, ατμοσφαιρική πίεση. Είναι η πρώτη επικοινωνία του με την κτίση. Αυτό έχει συνταρακτικές συνέπειες για την ανθρώπινη ύπαρξη, γι’ αυτό και το έμβρυο κλαίει. Πρόκειται, όπως λένε και οι σύγχρονοι ψυχολόγοι, για μια πολύ μεγάλη και τρομακτική εμπειρία για τον νέο άνθρωπο. Και αυτή η εννεάμηνος κυοφορία και γέννηση δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου φυσικού νόμου, αλλά της αμέσου επεμβάσεως του Θεού δια των ακτίστων ενεργειών Του. Άλλωστε, γνωρίζουμε από την ορθόδοξη θεολογία ότι ο Θεός δεν δημιούργησε τον κόσμο και τον εγκατέλειψε στην τύχη του, αλλά τον διευθύνει προσωπικά. Δηλαδή, όπως ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο εκ του μηδενός, άνευ προϋπαρχούσης ύλης, έτσι και τον διευθύνει με τις άκτιστες ενέργειές Του και όχι με κτιστούς φυσικούς νόμους. Αυτό που εμείς ονομάζουμε φυσικούς νόμους είναι η πιστότητα της θείας ενεργείας. Οπότε, το θαύμα δεν είναι η άρση των λεγομένων φυσικών νόμων, αλλά ότι ο Θεός εκείνη την ώρα θέλει να ενεργή κατά έναν διαφορετικό τρόπο.
Έπειτα, η κυοφορία γίνεται “διά ωδίνων” που είναι η φθαρτότητα και η θνητότητα, οι δερμάτινοι χιτώνες, που είναι αποτέλεσμα της πτώσεως του ανθρώπου. Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, του οποίου η διδασκαλία συγγενεύει με την διδασκαλία του αυταδέλφου του Μ. Βασιλείου, λέγει ότι μετά την πτώση του ο άνθρωπος ενεδύθη το κτηνώδες, τον τρόπο κυοφορίας και γεννήσεως των αλόγων ζώων. Έτσι, η οδύνη είναι φάρμακον της πρωταρχικής ηδονής35.
Τέταρτη αρχή. “Τούτο άρχειν ετάχθη των επί γής”.
Ο άνθρωπος είναι ο βασιλεύς της κτίσεως, ως ο μικρόκοσμος μέσα στον μεγαλόκοσμο, όπως θα μας διδάξη και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ολόκληρη η κτίση πρέπει να είναι υποτεταγμένη στον άνθρωπο, και σε αυτόν να υπακούη. Βέβαια, αυτή η “βασιλική” εξουσία του ανθρώπου πάνω στην κτίση πρέπει ασφαλώς να εννοήται μέσα από δύο απαραίτητες προϋποθέσεις. Η πρώτη ότι εδώ δεν περιγράφεται η αυτονομία του ανθρώπου, ότι αυτός είναι ο απόλυτος κύριος του κόσμου. Διότι ο κατ’ εξοχήν Κύριος του κόσμου είναι Αυτός ο Ίδιος ο Θεός. Σε σύγχρονη ορολογία θα λέγαμε ότι εκείνος που δημιουργεί κάτι έχει απόλυτη κυριότητα και κυριαρχία πάνω σε αυτό. Αφού ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό, ανήκει σε Αυτόν. Αλλά ο Θεός είναι ανενδεής, ο δε άνθρωπος είναι ενδεής και χρειάζεται τον κόσμο. Γι’ αυτό ο Θεός, ενώ κράτησε την κυριότητα του κόσμου, έδωσε στον άνθρωπο την δυνατότητα να κάνη χρήση του κόσμου. Και επειδή κάθε άνθρωπος είναι παιδί του Θεού, αυτό σημαίνει ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν ίσα δικαιώματα επάνω στην κτίση. Η δεύτερη προϋπόθεση της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στην κτίση είναι ότι δεν μπορεί να την βιάζη, πρέπει να στέκεται απέναντί της με σοβαρότητα και υπευθυνότητα, γιατί θα δώση λόγο για όποιο βιασμό προξενεί. Και είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος επειδή διαθέτει ελευθερία και μάλιστα επειδή μπορεί να χρησιμοποιήση την ελευθερία του κατά θετικό και αρνητικό τρόπο, γι’ αυτό και δημιουργεί οικολογικό πρόβλημα στην κτίση, πράγμα το οποίο δεν γίνεται με τα ζώα. Δηλαδή τα ζώα δεν δημιουργούν οικολογικό πρόβλημα, ακριβώς γιατί δεν διαθέτουν ελευθερία.
Έτσι, ο άνθρωπος πρέπει να άρχη πάνω στην κτίση και να μην άρχεται από αυτήν.
Πέμπτη αρχή. “Τούτω γυμνάσιον αρετής η κτίσις υφήπλωται”, δηλαδή, η κτίση απλώνεται μπροστά στον άνθρωπο ως άσκηση για την αρετή, ως γυμναστήριο αρετής. Επομένως, ο τρόπος σχέσης του ανθρώπου προς την κτίση καθορίζει την αρετή και την κακία του, την αρνητική ή την θετική εξέλιξή του. Φαίνεται εδώ καθαρά πόση σημασία έχει η κτίση για τον άνθρωπο. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν είναι ούτε ιδεαλιστές, ούτε ματεριαλιστές, δεν είναι ούτε μανιχαϊστές, ούτε ειδωλολάτρες. Γιατί, πράγματι, δύο είναι οι δυνατές θέσεις που μπορεί να λάβη ο άνθρωπος απέναντι στην κτίση. Η μία είναι η λατρεία της κτίσεως και η άλλη η απόρριψη της κτίσεως. Όμως στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπερβαίνουμε αυτές τις διαλεκτικές αντιθέσεις και ζούμε την ευχαριστιακή διάσταση, όπως εκφράζεται στην λειτουργική φράση: “τά σά εκ των σών σοί προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα”. Θεωρούμε, δηλαδή, όλη την κτίση ως δώρο του Θεού και την προσφέρουμε σε Αυτόν, ώστε Αυτός να αγιάση τον άρτο και το κρασί, να το μετατρέψη σε Σώμα και Αίμα Χριστού και να μας τα προσφέρη εκ νέου για να αγιασθούμε.
Φυσικά, όταν μιλούμε για αρετές, δεν εννοούμε μερικές πράξεις αυτόνομης ηθικής δεοντολογίας, αλλά τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος. Οι σωματικές αρετές συλλαμβάνονται στην προσπάθεια του ανθρώπου να υποτάξη την ψυχή στις εντολές του Θεού. Σε όλη την πορεία του ανθρώπου προς το “τέλος” της δημιουργίας του, που είναι η θέωση, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η κτίση, ο αισθητός κόσμος. Είναι κάτι το οποίο ξεχνούμε πολλές φορές και δεν δίνουμε σημασία. Και αυτό δείχνει πόσο η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι αντιδυαλιστική καί, επομένως, αντιμεταφυσική.
Έκτη αρχή. “Τούτω κείται νόμος μιμείσθαι τον πλάστην εις δύναμιν, και την εν ουρανοίς ευταξίαν σκιαγραφείν επί γής”. Δηλαδή, στον άνθρωπο δόθηκε νόμος να μιμήται τον πλάστη και να σκιαγραφή στην γη την ευταξία που παρατηρείται στους ουρανούς, εννοείται στην ουράνια ιεραρχία.
Πράγματι, όπως παρατηρούμε εδώ, και όπως φαίνεται σε όλα τα κείμενα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, ο άνθρωπος συνδέεται τόσο με το οντικό, όσο και με το οντολογικό, τόσο με το υπαρκτικό, όσο και με το υπαρξιακό. Το οντικό και υπαρκτικό υποδηλώνει αυτό που είναι το όν, το δε οντολογικό και υπαρξιακό δηλώνει την δύναμη και την σχέση του όντος προς το όντως Όν, τον Θεό. Επομένως, για να χρησιμοποιήσουμε ένα αριστοτελικό ορισμό, μέσα στον άνθρωπο υπάρχει μια θεολογική εντελέχεια, δηλαδή μια δύναμη που τον οδηγεί προς το “τέλος”, προς την ολοκλήρωση, προς τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε, προς τον Θεό.
Φυσικά, εδώ πρέπει να εντάξουμε την θεολογική αλήθεια για το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του ανθρώπου. Μέσα στον άνθρωπο υπάρχει μια ροπή προς τον Θεό. Οι έννοιες κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση, κατά τον Μ. Βασίλειο, συνδέονται με την σχέση που υπάρχει μεταξύ στάσεως και κινήσεως, ή δυνάμεως και ενεργείας, ή επιδιώξεως και επιτεύξεως.
Βασικό στοιχείο για την επίτευξη του σκοπού της δημιουργίας είναι η ελευθερία του ανθρώπου. Ο Μ. Βασίλειος θα πή: “Θεώ τοίνυν ου το ηναγκασμένον φίλον, αλλά το εξ αρετής κατορθούμενον. Αρετή δε εκ προαιρέσεως και ουκ εξ ανάγκης γίνεται. Προαίρεσις δε των εφ’ ημίν ήρτηται, το δε εφ’ ημίν εστι το αυτεξούσιον”36.
Πολύ σημαντική αυτή η παρατήρηση, ότι ο Θεός δεν αγαπά ό,τι γίνεται αναγκαστικά. Επίσης, ο Μ. Βασίλειος παρατηρεί ότι η λογική κτίση είναι προαιρετική και έμπρακτος, ενώ η άλογη κτίση είναι απροαίρετη και ακίνητη.
Είναι αξιόλογη αυτή η παρατήρηση του Μ. Βασιλείου γιατί ουσιαστικά απαντά στους Στωϊκούς φιλοσόφους, καθώς επίσης και στους Επικουρείους, οι οποίοι δέχθηκαν την ιδέα αυτήν, ότι η ελευθερία είναι εγκλωβισμένη στην φυσική νομοτέλεια και περιορίζεται από την ειμαρμένη. Όμως, ο Μ. Βασίλειος διδάσκει ότι η διαγωγή του ανθρώπου εξαρτάται καθ’ ολοκληρίαν από τον άνθρωπο37.
Επίσης, η αρχή αυτή του Μ. Βασιλείου δείχνει ότι η προσπάθεια του ανθρώπου έγκειται στην σκιαγράφηση πάνω στην γη της ευταξίας που παρατηρείται στον ουρανό. Πράγματι, ο άνθρωπος δεν περιορίζεται από το παρελθόν και το παρόν, αλλά κυρίως έχει αναφορά στο μέλλον, έχει αναφορά στα έσχατα της ιστορίας. Προσπαθεί να ζη από τώρα ανταύγειες των εσχάτων, αλλά δεν ιστορικοποιεί τα έσχατα, ούτε εσχατολογοποιεί την ιστορία.
Έβδομη αρχή. “Τούτο εντεύθεν καλούμενον απανίσταται”.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το ύψος της ορθοδόξου ανθρωπολογίας, σε σχέση με την κλασσική μεταφυσική και φιλοσοφία. Ενώ η φιλοσοφία έκανε λόγο για διάκριση μεταξύ φύσει θνητού σώματος και φύσει αθανάτου ψυχής, η ορθόδοξη θεολογία και ανθρωπολογία κάνει λόγο για θνητή κτίση και αθάνατη άκτιστη φύση. Όμως, παρά την κτιστότητα και θνητότητα των σωμάτων, θα υπάρξη ανάσταση εν Χριστώ Ιησού. Είναι γνωστόν ότι αυτήν την μεγαλειώδη διδασκαλία δεν μπόρεσαν να δεχθούν οι Αθηναίοι, όταν επάνω στον Άρειο Πάγο ο Απόστολος Παύλος μίλησε και αναφέρθηκε στην ανάσταση των νεκρών. Και αυτό γιατί αυτή η καινούρια διδασκαλία ανέτρεπε όλα τα θεμέλια της μεταφυσικής.
Η ανάσταση των σωμάτων είναι μια νέα δημιουργία, ένα δώρο του Αναστάντος Χριστού που θα δοθή σε όλους τους ανθρώπους, δικαίους και αδίκους, πονηρούς και αγαθούς. Εκείνο, όμως, που διαφοροποιεί τους δικαίους από τους αδίκους, είναι η Ανάληψη του Χριστού, αφού την μέθεξη της αναλήψεως θα απολαύσουν μόνον οι δίκαιοι.
Και η ογδόη ανθρωπολογική αρχή είναι: “Τούτο τω του πέμψαντος Θεού παρίσταται βήματι. Τούτο ευθύνεται, τούτο δέχεται την των ενταύθα πεπολιτευμένων αντίδοσιν”.
Ο άνθρωπος είναι δημιούργημα του Θεού και έχει ταχθή από τον Θεό να είναι άρχοντας όλης της κτίσεως. Έχει μέσα του εντελέχεια, αλλά όμως για όλα αυτά τα χαρίσματα και τις δωρεές θα λογοδοτήση μια μέρα στον Δημιουργό του, όταν θα παρουσιασθή ενώπιον του αδεκάστου Βήματος του Χριστού. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι ανεύθυνος και ανέλεγκτος πάνω στην γή. Δεν είναι ένας διαχειριστής χωρίς έλεγχο και εξέταση. Επομένως, ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρεται στην άλογη δημιουργία, ο τρόπος με τον οποίο δέχεται τους αδελφούς του, η σχέση των δυνάμεων της ψυχής μεταξύ τους, αλλά και η σχέση της ψυχής με το σώμα, όλα αυτά είναι υπόθεση απολογίας. Έτσι εξηγείται πώς οι άγιοι, όπως φαίνεται στα Συναξάρια της Εκκλησίας, είναι ευαίσθητοι απέναντι σε όλη την κτίση, στον ανθρώπινο πόνο. Πονούν υπερβολικά για τον στεναγμό και την οδύνη της κτίσεως.
Η αίσθηση της απολογίας ενώπιον του κριτού κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται υπεύθυνος απέναντι στην κτίση και την δημιουργία, είναι μια ασφαλιστική δικλείδα που τον καθιστά κοινωνικό και ανθρώπινο. Δεν τον αφήνει να μετατρέπεται σε δυνάστη απέναντι στην κτίση. Πραγματικά, η αυτονομία όσο και αν εκθειάζεται από συγχρόνους φιλοσόφους, μετατρέπει τον άνθρωπο σε τύραννο και δικτάτορα πάνω στην γή.
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια περικλείεται ο φωτισμός των αγίων Πατέρων. Και όλην αυτήν την διδασκαλία οι άγιοι Πατέρες την διατύπωσαν, εμπνεόμενοι από την θεία Αποκάλυψη, ακριβώς για να απαντήσουν στα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής τους. Είχαν ασφαλώς υπ’ όψη τους την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και τα βασικά σημεία της.
Ο φωτισμός των Πατέρων έχει μια πληρότητα, είναι ολοκληρωμένος γιατί έχει μια συγκροτημένη ανθρωπολογία, κτισιολογία, σωτηριολογία. Οι άγιοι Πατέρες βλέπουν τον άνθρωπο, την κτίση μέσα από μια προοπτική που δίνει νόημα και αξία. Και όταν ο ορθόδοξος φωτισμός αντιπαρατεθή προς τον δυτικό Διαφωτισμό, αποκτά μεγαλύτερη αξία και σπουδαιότητα.
Αισθάνομαι ευγνωμοσύνη στον Θεό επειδή ως Ορθόδοξοι και Έλληνες έχουμε την δυνατότητα να μελετήσουμε στην δική μας γλώσσα τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι δημιούργησαν εποχή στην ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά και επειδή έχουμε την δυνατότητα να κατανοήσουμε τους αρχαίους συγγραφείς και φιλοσόφους διαβάζοντας και αυτούς στο πρωτότυπο κείμενο. Και μάλιστα, έχουμε την δυνατότητα να διαβάζουμε τις φιλοσοφίες των αρχαίων φιλοσόφων μέσα από την πατερική διδασκαλία. Γιατί, όπως έχουν παρατηρήσει, οι άγιοι Πατέρες κατάλαβαν πολύ καλά την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και την ερμήνευσαν πολύ καλά, περισσότερο από τους δυτικούς φιλοσόφους, οι οποίοι έπρεπε ταυτόχρονα να αντιμετωπίσουν την άγνοια της ελληνικής γλώσσας και να ξεφύγουν από την δυτική προβληματική, πράγμα που ήταν πολύ δύσκολο.
Αξίζει να γνωρίσουμε αυτόν τον ορθόδοξο φωτισμό που αναφέρεται στον Θεό, τον άνθρωπο, την κτίση, την οντολογία του ανθρώπου μέσα από την πραγματική προοπτική που δημιουργεί ευαισθησία, όραμα και ζωή.
Ιανουάριος 1998
|
| |||||||||||||