[ ΠΑΝΩ ]
11. ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥΣ |
Κατά την εορτή του, του έτους 1980, ο Αρχιμ. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, πολύ στενός του φίλος, του απέστειλε μια κάρτα, στην οποία υπήρχαν απλώς δύο χωρία. Το ένα του Κυρίου: "ουαί όταν καλώς υμάς είπωσι πάντες οι άνθρωποι" και το άλλο του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου προς τον άγιο Πολύκαρπο: "Στήθι εδραίος ως άκμων τυπτόμενος. Μεγάλου εστίν αθλητού το δέρεσθαι και νικάν". Μόνον αυτά τα δύο ρητά υπήρχαν σε αυτήν την ευχετήρια κάρτα του.
Το νόημα αυτών των χωρίων είναι σημαντικό και ουσιαστικό. Ο π. Επιφάνιος γνώριζε όλες τις δυσκολίες που περνούσε ο αγαπητός του φίλος και ιδιαιτέρως εκείνη την εποχή κατά την οποία περνούσε μεγάλη δοκιμασία. Καθ' όλη την διάρκεια της επισκοπικής του διακονίας πέρασε μέσα από φοβερό μαρτύριο. Έτσι, λοιπόν, αντί για οποιαδήποτε ευχή του έστειλε αυτά τα χωρία για να τον ενισχύση στην μεγάλη του δοκιμασία. Πραγματικά, ο αείμνηστος Καλλίνικος αποδείχθηκε μεγάλος αθλητής, γιατί και δέχθηκε μεγάλους πειρασμούς, αλλά και τους αντιμετώπισε με υπομονή και ακράδαντη πίστη στον Θεό.
Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος γράφοντας για το ότι ο διάβολος ζήτησε από τον Θεό την άδεια να πειράξη τον Ιώβ, ισχυρίζεται ότι αυτό γίνεται και με κάθε άνθρωπο που διακρίνεται για την αρετή, και είναι ενδυναμωμένος από την θεία Χάρη. "Εν όσω ουν τυγχάνει τις της αντιλήψεως Θεού και εστι πρόθυμος και ζέων τη χάριτι, εξαιτείται αυτόν ο σατανάς". Τότε με την συγκατάθεση και παραχώρηση του Θεού "η χάρις υποστέλλει και παραδίδοται η ψυχή πειρασμοίς".
Αυτό λέγεται και από πολλούς αγίους Πατέρες. Προηγείται η Χάρη και ακολουθούν οι πειρασμοί. Το ίδιο συνέβη στους Αποστόλους του Χριστού. Έζησαν κοντά στον Χριστό, έλαβαν την Χάρη του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της Πεντηκοστής και μετά άρχισαν οι δοκιμασίες και οι πειρασμοί. Αυτός είναι ο κανόνας της πνευματικής ζωής, όπως τον περιγράφουν οι μακαρισμοί του Χριστού. Προηγείται η αίσθηση της πνευματικής πτωχείας, ακολουθεί το πένθος, η πραότητα, η κάθαρση της καρδιάς, η ειρήνη, και το τέλος των μακαρισμών, ως καρπός τελειώσεως, είναι το μαρτύριο και οι διωγμοί.
Αυτό βλέπει κανείς και στην ζωή του μακαριστού Γέροντός μου. Αφού έλαβε την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, αφού τον επισκέφθηκε ο Θεός και έγινε ναός του Αγίου Πνεύματος, στην συνέχεια δέχθηκε και τον στέφανο της τελειώσεως, που είναι οι διωγμοί και οι δοκιμασίες. Οι μεγάλοι πειρασμοί είναι δείγμα τελειώσεως, είναι απόδειξη μεγάλων αγίων.
Ο Γέροντάς μου, όπως είχα την εξαιρετική ευλογία από τον Θεό να δώ από κοντά, έζησε όλους τους σταθμούς της πορείας προς την αγιότητα, βίωσε όλες τις φάσεις του μαρτυρίου. Εκτός από τις γενικές δυσκολίες που είχε ως Επίσκοπος, όπως τις έχουν όλοι οι Επίσκοποι, είχε και άλλους συγκεκριμένους πειρασμούς, που κτυπούσαν όλα τα σημεία εκείνα στα οποία είχε αγωνισθή.
Στην συνέχεια θα προσπαθήσω να περιγράψω τους συγκεκριμένους αυτούς πειρασμούς, που αντιμετώπισε κατά την διάρκεια της αρχιερατικής του διακονίας. Αντιμετώπισε την αχαριστία των ανθρώπων που ευεργέτησε ποικιλοτρόπως. Του αμφισβήτησαν την κανονικότητα της εκλογής του, ενώ ήταν ένας άξιος Κληρικός και αναδείχθηκε ταμείο του Αγίου Πνεύματος. Τον διέσυραν ως καταχραστή εκκλησιαστικού χρήματος "σέ βαθμό κακουργήματος", ενώ σεβόταν το εκκλησιαστικό χρήμα όσον ολίγοι και είχε συνεχώς άδειο το πορτοφόλι, δηλαδή ήταν πάμφτωχος. Το Δημοτικό Συμβούλιο της Εδέσσης έκανε ψήφισμα εναντίον του ότι προσέβαλε το θρησκευτικό συναίσθημα του λαού, αυτός που προσπαθούσε να μη δώση την παραμικρή αφορμή, αφού μέσα του είχε φόβο Θεού. Έγινε συλλαλητήριο μιας μερίδος ανθρώπων την ημέρα της εορτής του, ενώ αυτός θυσιαζόταν καθημερινά για το ποίμνιο. Τον διέσυραν ότι υποτιμούσε εθνικά τον λαό της περιφερείας του, ενώ αυτός καυχόταν που τον αξίωσε ο Θεός να ποιμάνη αυτόν τον λαό. Τον συκοφαντούσαν για ανύπαρκτα πράγματα από εφημερίδα, που διέθετε τις περισσότερες στήλες για να τον κτυπήση. Δέχθηκε με μανία την επίθεση των Σκοπιανών, που εκμεταλλεύθηκαν την άγνοια ή την εμπάθεια μερικών άλλων. Πέρασε δεινή δοκιμασία από την παρουσία του αδελφού του Κωνσταντίνου στο Μητροπολιτικό οίκημα, όταν εκθρονίστηκε από την Μητρόπολή του. Και τελικά καθηλώθηκε στο κρεββάτι του πόνου επτά μήνες, έως ότου παρέδωσε την ψυχή του σε Αυτόν που αγάπησε περισσότερο από όλους και όλα, τον Χριστό.
Τα κύματα των πειρασμών έρχονταν το ένα μετά το άλλο και όσο περνούσαν οι ημέρες τόσο και περισσότερο δυνάμωναν. Και εκείνος παρέμεινε ατάραχος, γεμάτος υπομονή και καρτερία, με ακλόνητη πίστη στον Θεό, με την πεποίθηση ότι "θά λαλήση ο ουρανός".
Μελετώντας αυτήν την πλευρά της αρχιερατικής του διακονίας, μπορεί κανείς να δη άνετα την πορεία ενός αγίου προς το μαρτύριο, την τελείωση της προσωπικής του ζωής, αλλά να παρατηρήση και το τέλος της βιολογικής ζωής ενός τελείου ανθρώπου. Με αυτό το πρίσμα γράφω τα επόμενα και με αυτό το πρίσμα πρέπει να τα διαβάση και ο αναγνώστης.
Πριν αρχίσω να περιγράφω τις δοκιμασίες που πέρασε ως Επίσκοπος πρέπει να παρατηρήσω ότι γενικά ο λαός τον αγαπούσε, τον σεβόταν πολύ, όπως φάνηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Ωστόσο υπήρχαν και μερικοί που του δημιουργούσαν προβλήματα από διάφορα αίτια. Τα όσα θα περιγραφούν δεν πρέπει να παρερμηνευθούν, δεν πρέπει δηλαδή να αποδοθούν σε όλο τον λαό, ο οποίος, άλλωστε, έδειξε ποικιλοτρόπως την αγάπη του προς το πρόσωπό του.
|
[ ΠΑΝΩ ]
α) Γενικές δυσκολίες της εκκλησιαστικής Διοικήσεως
|
Η εκκλησιαστική διοίκηση έχει πολλές δυσκολίες και όλοι οι Επίσκοποι, οι οποίοι φοβούνται τον Θεό και αγαπούν την Εκκλησία, τις αντιμετωπίζουν στην προσωπική τους ζωή. Ο αείμνηστος Γέροντάς μου γνώριζε τα αίτια αυτών των δυσκολιών και πολλές φορές έκανε την ανάλυσή τους.
Ο ίδιος ήθελε να δη την Μητρόπολή του να γίνη ένα κομμάτι της Βασιλείας των Ουρανών. Μέσα του ζούσε την αγάπη του Θεού, είχε ειρήνη εσωτερική, διακρινόταν για την ακλόνητη καί, θα έλεγα, παιδική πίστη προς τον Θεό και ήθελε να δη όλους τους χριστιανούς του, ιδιαιτέρως τους Κληρικούς, να ζουν με αυτόν τον τρόπο. Προς τον σκοπό αυτόν αγωνιζόταν εντατικά μέρα και νύκτα. Τον απασχολούσε η σωτηρία του και η σωτηρία του ποιμνίου του. Σε κάθε ομιλία του αναφερόταν στον Παράδεισο, την Βασιλεία του Θεού, την μετάνοια και τους αγίους. Μέσα σε αυτήν την προοπτική ήθελε όλα να τα διορθώση, να τα βάλη σε τάξη. Ήθελε τους Κληρικούς του να συντονίζωνται προς αυτήν την κατεύθυνση. Γι' αυτό και μερικές φορές φερόταν λίγο απόλυτα και ήταν πιεστικός. Ήθελε οι Κληρικοί του να αγρυπνούν, όπως εκείνος, για το ποίμνιο. Με άλλα λόγια τα ήθελε όλα στην εντέλεια.
Όμως εύρισκε πολλές αντιδράσεις, γιατί δεν μπορούσαν όλοι να τον ακολουθήσουν σε αυτόν τον ρυθμό ζωής. Η ζωηρά του επιθυμία για μετατροπή της Μητροπόλεως σε Βασιλεία των Ουρανών συναντούσε τις αντιδράσεις των ανθρωπίνων παθών. Κατά κάποιο τρόπο, επαναλαμβανόταν ό,τι και με τον Χριστό. Εκείνος προχωρούσε προς το μαρτύριο, προς τα πάθη Του για την σωτηρία όλου του κόσμου και οι Μαθητές Του εξέφραζαν τα δικά τους πάθη, αφού οι δύο ζητούσαν πρωτοκαθεδρίες (φιλοδοξία) και οι άλλοι δέκα αγανάκτησαν με την διαγωγή των προηγουμένων (φθόνος). Ο αείμνηστος είχε σαφή επίγνωση ότι οι άνθρωποι, αφού δεν αγαπούν τον Θεό, δεν μπορούν να αγαπούν και τους Ποιμένας. Έλεγε πολλές φορές μονολογώντας: "αφού δεν αγαπούν τον Θεό, πώς έχουμε απαίτηση να αγαπούν εμάς;".
Αντιμετώπιζε πολλές φορές από Κληρικούς και λαϊκούς παράπονα. Αν και θυσιαζόταν καθημερινά στον βωμό της θυσίας, αν και καιγόταν σαν λαμπάδα, εν τούτοις οι άλλοι είχαν υπερβολικές απαιτήσεις από εκείνον. Έτσι, σε πολλά κηρύγματά του μιλούσε για τα παράπονα και την αιτία από την οποία προέρχονται. Ήξερε πολύ καλά, και έτσι με παιδαγωγούσε, ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος για να φθάση στο καθ' ομοίωση, στην ένωσή του με τον Θεό. Επειδή δεν επιτυγχάνει τον σκοπό του αυτόν και δεν θέλει να τον επιτύχη, δεν ικανοποιείται με τίποτε. Όλα τον δυσανασχετούν, τον ενοχλούν και όλα τον πειράζουν. Γι' αυτό και ποτέ δεν είναι ικανοποιημένος από την ζωή. Μακρυά από τον δρόμο της θεώσεως ο άνθρωπος είναι παραπονιάρης και ανικανοποίητος.
Ο ίδιος του ποτέ δεν είχε παράπονα, ποτέ δεν διαμαρτυρόταν, πάντα είχε να πη έναν καλό λόγο σε κάθε δυσκολία. Είναι αλήθεια ότι μερικές φορές αισθανόταν το φαρμάκι της Διοικήσεως. Έλεγε ότι "η Διοίκηση έχει πολλά πικρά ποτήρια, πολύ δηλητήριο". Αλλά πάντοτε προσπαθούσε να τα ξεπεράση με καλούς λογισμούς. Δεν τον άκουσα να κακολογή ανθρώπους, ούτε φυσικά και αυτούς που τον συκοφαντούσαν και τον έβλαπταν.
Θα περιορίσω τον λόγο κυρίως προς τους ιερείς, γιατί εκεί φαίνεται το μεγάλο του ενδιαφέρον, αλλά και οι δυσκολίες που βρήκε κατά την εξάσκηση των ποιμαντικών του καθηκόντων.
Σε άλλο κεφάλαιο παρουσίασα το ενδιαφέρον του για την εκπαίδευση και την συνεχή ενημέρωση των ιερέων πάνω σε θέματα ποιμαντικής. Διοργάνωνε συνέδρια, συνάξεις, εβδομαδιαίες συναντήσεις, αγιογραφικές συνάξεις, κλπ. Αυτό όμως δυσαρεστούσε μερικούς Κληρικούς. Έτσι, λοιπόν, μερικοί, ευτυχώς ελάχιστοι που δεν ήταν συνηθισμένοι από επισκοπικό ενδιαφέρον τον κατήγγειλαν στην Ιερά Σύνοδο, γιατί το Καλοκαίρι του 1974 είχε καθορίσει μια ομάδα ιερέων να περάσουν σ' ένα Μοναστήρι μια εβδομάδα για να εκπαιδευτούν στο λειτουργικό τυπικό, επειδή υστερούσαν σε αυτό το θέμα. Βέβαια, η καταγγελία αυτή ήταν ανώνυμη, απλώς υπέγραφαν "Ιερείς Ι. Μ. Εδέσσης" και δεν δόθηκε καμμία συνέχεια, αλλά όμως τον λύπησε πολύ η ενέργεια των ιερέων αυτών, αν ήταν πολλοί και όχι ένας, δεδομένου ότι δεν επιβαρύνονταν καθόλου οικονομικά. Όλα τα έξοδα της λειτουργίας της εβδομαδιαίας εκείνης συνάξεως θα αναλαμβάνονταν από την Ιερά Μητρόπολη και φυσικά ήταν πάρα πολλά. Επαναλάμβανε πολλές φορές: "Αντί να με καταγγείλουν για ολιγωρία, με καταγγέλλουν γιατί ενδιαφέρομαι γι' αυτούς;".
Πρέπει να υπογραμμίσω ότι ποτέ δεν ενεργούσε εξουσιαστικά. Γνώριζε καλά ότι θα λογοδοτήση στον Θεό για ό,τι κάνει. Και αυτό τον έκανε να διοική εκκλησιαστικά. Αυτό φαίνεται από μια επιστολή που απέστειλε σε κάποιον Βουλευτή με την ευκαιρία εκδόσεως βιβλίου του με τίτλο: "Ένας βουλευτής απολογείται". Απαντώντας, λοιπόν, του έγραφε:
"Θα πρέπη όλοι μας και ιδιαιτέρως οι ηγέται να λογοδοτώμεν και να απολογούμεθα. Είμεθα φορείς εξουσίας και όχι ιδιοκτήται εξουσίας. Η εξουσία είναι ξένη. Οφείλομεν να είμεθα έτοιμοι προς απολογίαν".
Έχει την αίσθηση του ηγέτου, αλλά γνωρίζει ότι πρέπει να απολογήται. Το ότι διακρινόταν από αυτήν την νοοτροπία φαίνεται από ένα περιστατικό. Ένας ιερεύς τον κατήγγειλε δι' εγγράφου του στην Ιερά Σύνοδο. Φυσικά, κατά τον εκκλησιαστικό τρόπο πρέπει ο ιερεύς να αλληλογραφή προς την Σύνοδο δια της Ιεράς Μητροπόλεως. Έστειλε, λοιπόν, το έγγραφο προς την Μητρόπολη για να το διαβιβάση στην Σύνοδο. Η καταγγελία του ήταν ότι ο Μητροπολίτης Εδέσσης δεν τον αγαπούσε. Δεν ανέφερε περιστατικά, αλλά απλώς ότι δεν τον αγαπούσε. Ο Μητροπολίτης έλαβε το έγγραφο, το διαβίβασε στην Ιερά Σύνοδο, αν και ήταν εναντίον του, και στην συνέχεια τον κάλεσε για να του δώση εξηγήσεις. Ήμουν παρών στην συζήτηση και όταν του ανέφερε πληθώρα περιστατικών, στα οποία φαινόταν το προσωπικό ενδιαφέρον που είχε δείξει γι'αυτόν, σηκώθηκε ο ιερεύς κλαίγοντας και ζητούσε συγγνώμη. Μπορούσε αυτό να το κάνη πριν αποστείλη την αναφορά του ιερέως στην Σύνοδο, αλλά δεν ήθελε να φανή ότι εκβιάζει τον ιερέα. Ούτε, βέβαια, του είπε να ανακαλέση το έγγραφο από την Σύνοδο.
Ενδιαφερόταν προσωπικά για τους ιερείς και έδειχνε ποικιλοτρόπως την αγάπη του. Είναι χαρακτηριστικό ένα έγγραφο προς το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο ενός χωριού:
"Επληροφορήθημεν, ότι ο Εφημέριος της Ενορίας σας τυγχάνει άστεγος.
Όθεν παρακαλούμεν Πατρικώς, όπως εξευρεθή οικία δια τον Πνευματικόν σας Πατέρα, διότι όπως και σείς αντιλαμβάνεσθε, δεν μπορεί άνευ κατοικίας να εξυπηρετή την Ενορίαν σας...
Τώρα προβάλλει η ανάγκη να ευρεθή μία οικία δια την ανθρωπίνην διαμονήν του Ιερέως.
Επίσης είναι ανάγκη να εξευρεθή το κατάλληλον οικόπεδον δια την ανέγερσιν οικίας δια τον εκάστοτε Εφημέριον.
Αναμένοντες ευχαρίστους πληροφορίας διατελούμεν μετά Πατρικών ευχών"
Τα προβλήματα που αναφύονταν μεταξύ των ιερέων τα αντιμετώπιζε με ηρεμία και καλωσύνη. Είναι χαρακτηριστική μία περίπτωση. Κάποιος ιερεύς του έστειλε έγγραφο πρωτοκολλημένο με περιεχόμενο ανοίκειο. Μόλις έλαβε το έγγραφο στενοχωρήθηκε, αλλά δεν προέβη σε ενέργειες που δείχνουν έλλειψη ψυχραιμίας. Μετά από σαράντα ημέρες του απέστειλε προσωπική επιστολή, χωρίς αριθμό πρωτοκόλλου, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι δεν πέρασε στο προσωπικό του αρχείο. Είναι πολύ σημαντική αυτή η επιστολή, γιατί δείχνει τον τρόπο με τον οποίο ενεργούσε.
"Επί τεσσαράκοντα και πλέον ημέρας αναμένω με την ελπίδα, ότι θα αντιληφθήτε το σφάλμα σας της αποστολής της υπ' αριθμ... αναφοράς.
Όθεν επιστρέφω ταύτην, ίνα την μελετήσητε εν ηρεμία και εφ' όσον την ευρίσκετε ορθήν, την επιστρέφητε και θα λάβητε την απάντησιν του Επισκόπου σας εν ηρεμία. Άλλωστε δια τον λόγον της ηρέμου κρίσεως δεν ενήργησα επί τόσον καιρόν επί της αναφοράς".
Στο τέλος της επιστολής γράφει ιδιοχείρως:
"Ήλθεν εις το Μητροπολιτικόν Γραφείον και εδόθησαν αι εξηγήσεις".
Τέτοιες επιστολές υπάρχουν πολλές και δεν νομίζω ότι πρέπει να τις παρουσιάσω όλες για να δείξω την αγάπη του και τον τρόπο διοικήσεως. Μόνον δύο φράσεις από δύο επιστολές θα αναφέρω. Σε μία προτρέπει τον ιερέα, που ήδη είχε κλονισθή η υγεία του, να κόψη μερικά ελαττώματα:
"Ως Επίσκοπος και συμπρεσβύτερος και Πατήρ και Αδελφός, σάς παρακαλώ, να κόψητε τα ελαττώματα αυτά, δια να προστατεύσητε τουλάχιστον, ό,τι απέμεινεν από την υγείαν σας".
Και σε άλλη εμπιστευτική επιστολή, μεταξύ των άλλων γράφει:
"Πατρικώς και Αδελφικώς σάς συνιστώ, όπως επιβάλησθε επί του εαυτού σας και εν ηρεμία ακούητε οιανδήποτε άποψιν, οσονδήποτε αντίθετος και εάν είναι προς την ιδικήν σας, έστω και εάν είναι γελοία, ώστε δια του τρόπου αυτού να αφοπλίζωνται οι αντιτιθέμενοι. Εθεώρησα καθήκον μου, ου μόνον Πατρικόν, αλλά και αδελφικόν, να θέσω υπ' όψιν υμών τα ανωτέρω, ώστε και σείς να ηρεμήτε και οι άλλοι να ευχαριστούνται μεθ' υμών".
Αυτές οι φράσεις και συμβουλές, ιδιαιτέρως η τελευταία, δείχνει τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος συμπεριφερόταν προς τους άλλους, ακόμη δε και προς αυτούς τους εχθρούς του, τους συκοφάντες του. Μιλούσε πάντοτε με καλό τρόπο, με ευγένεια και καλωσύνη. Μερικές φορές ύψωνε την φωνή του, αλλά αμέσως μετάνοιωνε και ζητούσε συγγνώμη. Άλλωστε και τότε το έκανε από ενδιαφέρον και αγάπη. Όσοι τον έζησαν από κοντά γνώριζαν την αγάπη και την καλωσύνη του.
Η αγάπη του ήταν απέραντη και σε αυτούς ακόμη που τον κακολογούσαν. Μπορώ να προσθέσω ότι ιδιαιτέρως αυτούς επεδίωκε να βρη ευκαιρία να τους ευεργετήση, ώστε να τους "κάψη" με την αγάπη του. Θυμάμαι μια χαρακτηριστική περίπτωση που έγινε στην Αγγλία κατά τον καιρό της νοσηλείας του. Μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο που είχε, λόγω των φαρμάκων, είχε μερικές παραισθήσεις. Ένα πρωινό μου είπε: "παιδί μου, αυτή η νοσοκόμα (μού την έδειξε από μακρυά) χθές βράδυ ήρθε για να με φαρμακώση, να με δηλητηριάση". Φυσικά, η νοσοκόμα πήγε να του δώση το φάρμακο, το οποίο, επειδή ήταν πικρό, το θεώρησε ως δηλητήριο. Αυτό, βέβαια, δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία. Εκείνο που θέλω να σημειώσω είναι ότι συμπλήρωσε δύο άλλες φράσεις που είναι αποκαλυπτικές. Η πρώτη: "Να προσέχης για να μη πληρώνη ο αδελφός μου χαμένα χρήματα". Αυτό το έλεγε γιατί όλη την θεραπεία είχε αναλάβει οικονομικά ο αδελφός του, ο δικαστικός. Η δεύτερη φράση ήταν: "Μη το πής πουθενά, μη την καταγγείλης, γιατί δεν θέλω να χάση την θέση της από μένα". Τότε είχα κυριολεκτικά συγκλονισθή, ακόμη και τώρα συγκλονίζομαι που το θυμάμαι. Αισθάνεται ότι ο άλλος θέλει να τον βλάψη και εκείνος δεν επιθυμεί να του κάνη κακό. Και μάλιστα αυτό το λέγει στο οριακό σημείο της ασθενείας του.
Χαρακτηριστικό γεγονός είναι και η περίπτωση αντιμετωπίσεως ενός άλλου ιερέως. Τον χειροτόνησε γιατί είχε καλές συστάσεις, αλλά τελικά αυτός τον πότισε πολλά φαρμάκια. Ήταν ανάγωγος, αγενής και λίγο ελαφρός στο μυαλό και γι' αυτό του μιλούσε μπροστά σε άλλους άπρεπα. Είχε στενοχωρηθή αφάνταστα. Δεν είχα συναντήσει άλλον ιερέα να του μιλάη κατ' αυτόν τον τρόπο. Τελικά, μετά από καιρό, του έδωσε απολυτήριο για να πάη σε άλλη Μητρόπολη. Εκεί όμως δυσκολεύτηκε πολύ. Δεν τον εξυπηρετούσαν στην μισθολογική του εξέλιξη. Από ό,τι φαίνεται δεν γνώριζαν στην Μητρόπολη τους σχετικούς νόμους. Πάνω στην απελπισία του ο ιερεύς έγραψε γράμμα στον Καλλίνικο για να τον βοηθήση.
Μεταξύ των άλλων του έγραφε:
"... Σεβασμιώτατε να με συγχωρής που άργησα να σού γράψω. Ούτε κακίαν έχω δια την αγίαν σου μορφήν ούτε και σάς ξέχασα. Ό,τι ήταν δυνατόν από υμάς το κάνατε. Πάντοτε είχα την προστασίαν σας, αν και πολλές φορές σάς πίκρανα, απερισκέπτως βέβαια...
Σεβασμιώτατε, μένω ακόμη εις την ιδίαν κατηγορίαν, άνευ εντάξεώς μου έστω και στην Γ'. Πολύ με στενοχώρησε αυτό το ζήτημα, όταν μου είπε ο π. ..., ο οποίος ευρίσκεται εδώ στην Σχολή ότι δικαιούμαι να ενταχθώ στην Γ' κατηγορία, βάσει νόμου.
Πήγα στα Γραφεία της εδώ Ιεράς Μητροπόλεως και ανέφερα το αίτημά μου. Η απάντησις ήτο και μένει ακόμη, ότι δήθεν έχουν την άγνοιαν του αυτού νόμου, και ότι η εδώ Μητρόπολις δεν έλαβεν τοιαύτην Δ/γήν.
Σεβασμιώτατε, πολύ σε παρακαλώ και αν δεν κωλύεσθε, ελάτε σε επαφή, όπως εσύ καταλαβαίνεις καλύτερα, με τον εδώ Μητροπολίτην, να συντομεύση την τακτοποίησιν της εντάξεώς μου...".
Εκείνος ξέχασε την πίκρα του και τις στενοχώριες του και έγραψε στον γνωστό του Πρωτοσύγκελλο, υποδεικνύοντας τους σχετικούς νόμους, αλλά με πολύ μεγάλη ευγένεια. Μεταξύ των άλλων έγραφε:
"... Επειδή γνωρίζω υμάς ως και τον Σεβασμιώτατον..., παρακαλώ να μοί επιτρέψητε να θέσω υπ' όψιν τα κατωτέρω προς διευκόλυνσιν απλώς.
Ο Ιερεύς... ήδη Εφημέριος της υμετέρας Ι. Μητροπόλεως προήχθη εις τον 9ον βαθμόν δια της υπ' αριθ. 36/1-9-1973 πράξεως του Μ.Σ. δημοσιευθείσης εις το υπ' αριθ. 117/13-9-1973 ΦΕΚ ΠΡΑΞΕΙΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ και παραμένει εις την αυτήν (Δ') κατηγορίαν.
Ούτος εφ' όσον φοιτά εις την Δ' ή Ε' ή ΣΤ' ή και Ζ' Τάξιν Μέσης Επταταξίου Ιερατικής Σχολής, ως η της Λαμίας, έχομεν την γνώμην, ότι, συμφώνως προς το σκεπτικόν της υπ' αριθ. 85/22-12-1976 πράξεως του Μ. Συμβουλίου μας δύναται να ανακαταταγή εις την Γ' μισθολογικήν κατηγορίαν και διατηρήση τον 9ον βαθμόν, όν κατέχει από 13-9-1973.
Η ανακατάταξίς του θα δημοσιευθή εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Κατόπιν και δη την 13/9/1977 θα γίνη πράξις προαγωγής του εις τον 8ον βαθμόν, διότι θάέχη τότε τετραετή υπηρεσίαν εις τον 9ον (εισαγωγικόν Γ' μισθολογικής κατηγορίας).
Εσωκλείω την υπ' αριθ. 85/1976 πράξιν του Μ.Σ. Παρακαλώ, να τύχω συγγνώμης".
Πολλές φορές μου έλεγε ότι "εμείς έχουμε μια κατάρα. Δεν μας εκτιμούν οι άνθρωποι, όταν μας έχουν, αλλά όταν μας χάνουν". Και πραγματικά αυτό ήταν αληθινό. Μερικοί από τους ιερείς του δεν τον εκτιμούσαν όταν τον είχαν, δεν εκτιμούσαν τους κόπους, τις θυσίες και την αγάπη του. Όταν όμως πήγαιναν σε άλλη Μητρόπολη και έβλεπαν την κατάσταση που επικρατούσε, τότε καταλάβαιναν την μεγάλη του αγάπη. Ίσως την πληθωρική του αγάπη την θεωρούσαν και λίγο φυσική. Διασώζονται πολλές επιστολές ιερέων, που εκφράζουν αυτήν την πραγματικότητα. Θα ήθελα να παρουσιάσω μόνον τρεις από αυτές.
Η πρώτη προέρχεται από ιερέα που έφυγε από την Μητρόπολη, αφού ευεργετήθηκε ποικιλοτρόπως. Ο Καλλίνικος του έστειλε ευχετήρια κάρτα στην ονομαστική του εορτή και εκείνος απαντώντας έγραφε: "Δεν είμαι αχάριστος, ούτε αναίσθητος. Ακριβώς επειδή αντιλαμβάνομαι πλήρως τας προς Υμάς βαρείας υποχρεώσεις μου σιωπώ. Κοντά σας ετελείωσα όχι μόνον την θεολογική Σχολή, αλλά και το Γυμνάσιο... Και αυτήν την στιγμή που τολμώ και σάς γράφω νοιώθω μειωμένος. Δάκρυα τρέχουν στα μάτια μου. Ντρέπομαι να σάς αντικρύσω. Αυτός είναι και μόνος ο λόγος που σάς αποφεύγω και δεν έρχομαι να λάβω τας ευλογίας σας επί τόσα έτη. Παρακαλέσατε και Υμείς τον Πανάγαθο Θεό να με φωτίση να πάρω θάρρος".
Η δεύτερη επιστολή προέρχεται από Κληρικό που του δημιούργησε πολλά προβλήματα, μάλλον από αφέλεια. Ακόμη και δημοσίως σε ιερατικές συνάξεις του μιλούσε με απρέπεια, αγένεια και πολλή υπερηφάνεια. Έκανε σε όλα τον έξυπνο. Όταν τελικά πήγε σε άλλη Μητρόπολη και διεπίστωσε πώς έχουν τα πράγματα, εκτίμησε την αγάπη και την καλωσύνη του Καλλινίκου. Έγραψε επιστολή, στην οποία μεταξύ των άλλων ομολογούσε: "Σάς εκφράζω τας απείρους μου ευχαριστίας δια την αγάπην και καλωσύνην που εδείξατε εις το πρόσωπόν μου. Όντως Σεβασμιώτατε έχετε μεγάλην πατρικήν καρδίαν, παρά την τυπικότητα που Σάς διακρίνει και παρά τας πικρίας που κατά καιρούς Σάς ποτίσαμε. Όμως Σείς συγχωρείτε τα πάντα. Θα Σάς ενθυμούμαι ευγνωμόνως για πάντα και γιατί πλησίον Σας εδιδάχθην πολλά".
Η τρίτη επιστολή προέρχεται από ιερέα της Μητροπόλεώς του. Είχε διαπράξει ένα σφάλμα το οποίο του είχε επισημάνει. Και εκείνος γνωρίζοντας την μεγάλη του αγάπη, του έγραψε επιστολή στην οποία μεταξύ των άλλων έλεγε: "Με δάκρυα μετανοίας σάς γράφω τούτη τη στιγμή για να ζητήσω από εσάς, τον Πατέρα, την συγχώρηση ως άλλος άσωτος υιός. Νοιώθω την ενοχή μου και με κατέλαβε τόση ντροπή, που δεν μπορώ να δώ στα μάτια τον Σεβασμιώτατο Πατέρα μου... Μετά δακρύων σάς παρακαλώ και σάς ικετεύω εξαντλήσατε τα όρια της αγάπης που έχετε στην καρδιά σας για μένα, και αν υπερισχύση η αγάπη σας, συγχωρήστε με".
Με αυτόν τον τρόπο διοικούσε την Μητρόπολη και ποίμαινε τους Κληρικούς και τους λαϊκούς, γενικά ολόκληρο το ποίμνιο. Τους ενέπνεε το φιλότιμο, τους έδειχνε την πληθωρική του αγάπη και εκείνοι μετάνοιωναν. Φυσικά, αυτό δεν γινόταν με όλους, αλλά μόνον με εκείνους που είχαν φιλότιμο. Ζητούσε πολλά, γιατί ήθελε το καλό τους. Οι περισσότεροι από αυτούς που τον έβλαψαν αργά ή γρήγορα καταλάβαιναν την αξία του.
Συνάντησε πολλές δυσκολίες στο θέμα των μεταθέσεων των ιερέων. Από την αρχή της εγκαθιδρύσεώς του στην Μητρόπολη, αλλά και αργότερα, τους τόνιζε ότι το θέμα της εκλογής της ενορίας είναι του Αρχιερέως, που βλέπει τα προβλήματα του ποιμνίου, αλλά και τα ιδιαίτερα χαρίσματα του κάθε Κληρικού. Επίσης, τους παρακαλούσε πολύ να μη βάζουν "μέσα" και κυρίως πολιτικά. Ο ίδιος φρόντιζε πάντοτε για το καλύτερο. Ενδιαφερόταν προσωπικά για τον κάθε ιερέα μέσα στα πλαίσια της καλής διοικήσεως ολοκλήρου της Μητροπόλεως.
Σε κάποιον Βουλευτή του Νομού, ο οποίος παρακάλεσε γραπτώς για μετάθεση ενός ιερέως, απάντησε με πολλή λεπτότητα και διακριτικότητα και του έδειχνε τις δυσκολίες της μεταθέσεως. Η απάντησή του ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να πη απολύτως τίποτε ο Βουλευτής.
Απαντώντας σε κάποιο παιδί ενός ιερέως που του έγραψε για την μετάθεση του πατέρα του, μεταξύ των άλλων του έλεγε: "Έλαβον την επιστολήν σας και ευχαριστώ δια τα αισθήματα του σεβασμού και της αγάπης προς το πρόσωπόν μου. Αντιλαμβάνομαι την θέσιν του πατρός σας και όλης της οικογενείας σας και επιθυμώ να εξυπηρετώ πάντας, πολύ δε περισσότερον τους ιερείς, τα όργανα της Ιεράς Μητροπόλεώς μου". Και αφού ανέφερε τις δυσκολίες που υπήρχαν γι' αυτήν την μετάθεση κατέληγε: "Να παραβώ τον Νόμον και να κλείσω μίαν Ενορίαν δια να διευκολυνθή ένας άνθρωπος και η οικογένεια αυτού δεν είναι σωστόν. Είμαι κι εγώ υπό τον Νόμον των ανθρώπων και κυρίως του Θεού".
Αντιμετώπισε και ένα άλλο πρόβλημα μεταθέσεως κάποιου ιερέως. Ο ίδιος ήθελε να εξυπηρετήση τον ιερέα για πολλούς λόγους, αλλά εμποδιζόταν από τους νόμους της Πολιτείας και από την ύπαρξη ενός άλλου μεγαλυτέρου στην ηλικία ιερέως, που δεν ήθελε να τον μεταθέση για να εξυπηρετήση τον ενδιαφερόμενο ιερέα. Τα όσα έγιναν γύρω από την περίπτωση αυτή τον λύπησαν πάρα πολύ. Τον παρακάλεσαν πολλοί, μεταξύ των οποίων και ένας σεβάσμιος Ηγούμενος του Αγίου Όρους, τον οποίο ο μακαρίτης σεβόταν πολύ. Του απήντησε με λεπτότητα και διάκριση. Η απάντηση του Καλλινίκου στον αγιορείτη Ηγούμενο ήταν εκφραστική:
"Σεβαστέ και Αγαπητέ Άγιε Γέροντα,
Μετά πολύμηνον καθυστέρησιν μοί παρέδωκεν ο π. ... επιστολήν της πολυσεβάστου υμετέρας αγάπης.
Πολλάκις εδήλωσα εις τον εν λόγω Ιερέα, ότι, παρ' όλον ότι ο Νόμος δεν με διευκολύνει, εν τούτοις, θα τον τοποθετήσω εις την γενέτειράν του.
Πρέπει όμως να κενωθή νομίμως και ηθικώς η θέσις.
Εάν τον γέροντα Ιερέα διώξω παρανόμως και αντικανονικώς, θα τον πικράνω, διότι δεν στέκεται εις το γήρας του να του φανώ σκληρός. Άλλωστε προς το γήρας πορεύομαι. Επί πλέον και ο λαός θα σκανδαλισθή και ο π. ... θα δυσφημισθή. Του είπον να κάμη υπομονήν.
Παρακαλώ να προσεύχεσθε και δι' εμέ. Αι προσευχαί σας μου είναι πολύτιμοι.
Εύχομαι, όπως ο Κύριος στηρίζη την υμετέραν αγάπην και άπασαν την Αδελφότητα.
Μετά σεβασμού και πολλής εν Κυρίω αγάπης".
Από τις λίγες αυτές περιπτώσεις μπορεί κανείς να διακρίνη αφ' ενός μεν τις δυσκολίες της Διοικήσεως, αφ' ετέρου δε τον τρόπο με τον οποίο ενεργούσε. Είχε φόβο Θεού, γνώση των νόμων της Πολιτείας και ενεργούσε με πολλή ευγένεια. Γενικά, μπορώ να βεβαιώσω ότι αντιμετώπισε τα ποικίλα προβλήματα μέσα στα όρια της δικαιοσύνης, ανεπηρέαστος από διάφορα πρόσωπα. Κανείς δεν μπορούσε να τον επηρεάση, όταν γνώριζε ότι κάποια ενέργειά του ήταν δίκαιη και οι επιθυμίες των ιερέων ήταν άδικες. Είχε πολλή αγάπη, αλλά και φόβο Θεού. Και με αυτόν τον τρόπο διοικούσε την Μητρόπολή του.
Βέβαια, μπορεί να υπήρξαν άνθρωποι που νόμισαν ότι αδικήθηκαν. Αλλά εκείνος ενεργούσε πάντοτε δίκαια και ποτέ δεν είχε την συνείδηση ότι αδικούσε ανθρώπους. Και αυτό έχει μεγάλη σημασία. Γνωρίζω πολλά γύρω από τέτοια περιστατικά, τα οποία δεν νομίζω ότι πρέπει να καταγραφούν.
|
[ ΠΑΝΩ ]
β) Η εκλογή του επί Ιερωνύμου
|
Όπως έχουμε αναφέρει σε προηγούμενα κεφάλαια ο Καλλίνικος εξελέγη Μητροπολίτης Εδέσσης και Πέλλης όταν Αρχιεπίσκοπος Αθηνών ήταν ο Ιερώνυμος Κοτσώνης. Την εποχή εκείνη βέβαια, δεν είχε δημιουργηθή κανένα πρόβλημα αντικανονικότητος, αφού επικοινωνούσε γραπτώς και τηλεφωνικώς με όλους τους Ιεράρχες, συμμετείχε στις Συνεδριάσεις της Ιεραρχίας, συλλειτουργούσε με όλους τους Αρχιερείς. Πολλοί Επίσκοποι του έστειλαν συγχαρητήρια τηλεγραφήματα κατά την εκλογή και την χειροτονία. Το πρόβλημα όμως δημιουργήθηκε αργότερα με την αλλαγή της εκκλησιαστικής καταστάσεως, όταν παραιτήθηκε ο Ιερώνυμος, και ιδίως μετά την μεταπολίτευση, όταν ο Καλλίνικος χαρακτηρίστηκε αντικανονικός όπως και άλλοι περίπου τριάντα (30) Αρχιερείς.
Την δοκιμασία των ημερών εκείνων και όλα τα σχετικά με τις δυσκολίες που συνδέονται με αυτήν, θα τα αναπτύξω λίγο πιο κάτω. Εδώ όμως θα ήθελα να αναφερθώ μόνον στην εκλογή που έγινε σε εκείνες τις συνθήκες.
Καίτοι η Αριστίνδην Σύνοδος που εξέλεξε τον Καλλίνικο μαζί με άλλους πολλούς Μητροπολίτες ήταν εκτροπή από την κανονική τάξη της εκκλησιαστικής ζωής, εν τούτοις δεν ήταν η μοναδική περίπτωση, αφού τα τελευταία χρόνια συγκροτήθηκαν και άλλες Αριστίνδην Σύνοδοι από διαφόρους λόγους και πολλοί από τους επιζώντες τότε παλαιούς Αρχιερείς προέρχονταν από τέτοιες Συνόδους. Αυτό, βέβαια, δεν μπορεί να δικαιολογήση την εκτροπή από την κανονικότητα, αλλά απλώς το αναφέρω για την ιστορία. Δεν μπορεί όμως κανείς να αγνοήση δύο πραγματικότητες.
Η πρώτη ότι οι περισσότεροι από τους εκλεγέντες εξελέγησαν χωρίς να παρακαλέσουν, και πολλοί από αυτούς χωρίς να το γνωρίζουν. Συγκεκριμένα να αναφερθή η περίπτωση του αείμνηστου Μητροπολίτου Δρυϊνουπόλεως Σεβαστιανού, ο οποίος το πληροφορήθηκε από άλλους ότι ανακοινώθηκε η εκλογή του στο ραδιόφωνο και εκείνος όταν συνάντησε τον Ιερώνυμο έπεσε στα πόδια του, παρακαλώντας τον να μην προβή στην χειροτονία του. Αυτό διήρκησε πολλή ώρα. Τελικά υπεχώρησε με πόνο και δάκρυα ο εκλεγείς. Το ίδιο σχεδόν συνέβη με τον Καλλίνικο. Δεν το επεδίωξε, δεν παρακάλεσε κανένα, έστω κι αν ο αδελφός του ήταν μέλος της Συνόδου. Δεν μπορώ να ισχυρισθώ ότι δεν το ήθελε, αλλά όμως δεν παρακάλεσε κανέναν. Αυτό είναι δεδομένο.
Η δεύτερη πραγματικότητα είναι ότι στην πράξη σχεδόν όλοι οι παλαιοί Αρχιερείς επικοινωνούσαν και συλλειτουργούσαν με τους νέους Μητροπολίτες. Αυτό συνέβη και με τον Γέροντά μου. Μπορώ να πω ότι συνέβη πολύ περισσότερο με αυτόν, γιατί, καθώς ήταν ανεξίκακος, ταπεινός, διακριτικός, αφατρίαστος, ήταν αγαπητός σε όλους τους Αρχιερείς. Επίσης, η συμπεριφορά του κατά την διάρκεια της αρχιεπισκοπείας του Ιερωνύμου και κατά την διάρκεια της αρχιεπισκοπείας του Σεραφείμ, που θα δούμε αργότερα, τον αναδεικνύει έναν πραγματικό εκκλησιαστικό άνδρα, με όλα τα γνωρίσματα της εκκλησιαστικότητος και του ορθοδόξου ήθους.
Η εκλογή του Καλλινίκου υπήρξε επιτυχημένη και αυτό επιβεβαιώνεται από αντικειμενικά κριτήρια και γνωρίσματα. Δεν εξελέγη γιατί ανήκε σε μία παράταξη, αλλά γιατί ο ίδιος είχε ωριμάσει πνευματικά. Η λαμπρή πορεία του έως τότε, όπως την είδαμε σε άλλο κεφάλαιο, ο αγώνας του για το ποίμνιο της Αιτωλοακαρνανίας, οι σχέσεις του με τον Μητροπολίτη Ιερόθεο, η αναγνώριση της προσωπικότητός του από τον λαό τον είχαν οδηγήσει στο σημείο της εκλογής.
Ο Καλλίνικος είχε πιθανότητες να εκλεγή και αν ο Ιερώνυμος δεν γινόταν τότε Αρχιεπίσκοπος, και θα καταλάμβανε μια από τις κενές θέσεις που υπήρχαν τότε. Αυτό συμπεραίνεται από πολλές πλευρές και υπάρχουν πολλές μαρτυρίες.
Πρώτον, υποστηριζόταν από πολλούς Μητροπολίτες, όπως τον Σεβ. Μητροπολίτη Αιτωλοακαρνανίας Θεόκλητο, που έκανε αγώνα για να γραφή στον κατάλογο εκλογίμων, όπως και γράφτηκε τελικά, και ο οποίος ήταν προηγουμένως Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής και γνώριζε τον τότε Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο και πολλούς άλλους Αρχιερείς. Είχε την αγάπη του Σεβ. Μητροπολίτου Άρτης κ. Ιγνατίου, που συνδεόταν στενά με πολλούς Αρχιερείς, και την επιθυμία του αδελφού του Σεβ. Μητροπολίτου Διδυμοτείχου κ. Κωνσταντίνου.
Δεύτερον, είχε εκδηλωθή με ψηφίσματα και τηλεγραφήματα η αγάπη του λαού της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλοακαρνανίας και αυτό είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον και την προσοχή των Αρχιερέων.
Και τρίτον, αργότερα του είχε πη ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιάκωβος ότι τον είχαν υπ' όψη τους να τον εκλέξουν στην Ιερά Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας, που τότε ήταν κενή. Πρέπει να σημειωθή ότι ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιάκωβος συνδεόταν στενά με τον Μητροπολίτη Άρτης Ιγνάτιο, ο οποίος του είχε μιλήσει σχετικά. Έτσι, λοιπόν, ήταν έτοιμος για την εκλογή από όλες τις πλευρές. Πριν όμως συγκληθή η Ιεραρχία έγινε το στρατιωτικό πραξικόπημα και η αλλαγή των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Πάντως ο Καλλίνικος είχε εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους προς αρχιερατείαν πριν την στρατιωτική επέμβαση.
Ο Καλλίνικος δεν ήταν ποτέ μέλος των Οργανώσεων. Το λέγω αυτό γιατί πολλοί από τους εκλεγέντες επί αρχιεπισκοπείας Ιερωνύμου ανήκαν στις Οργανώσεις ή ήταν προσκείμενοι σε αυτές. Αγαπούσε, βέβαια, την ιεραποστολική τους δράση, αλλά στεκόταν σε πολλά θέματα κριτικός απέναντι στα "συστήματα", όπως έλεγε. Αυτός είχε μεγαλώσει με τις διδασκαλίες του φιλαγιορείτου παππού του, της ασκήτριας γιαγιάς του, τις αγρυπνίες και τις προσευχές, τα μοναστήρια και τους αγιορείτες. Από μικρός διάβαζε τους βίους των αγίων, τα νηπτικά συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας και συνδεόταν με ασκητές και ερημίτες. Στην Αθήνα, που ήταν φοιτητής, αναζητούσε τέτοιους μοναχούς που ασκήτευαν στα γύρω βουνά, όπως περιγράφει ο συμφοιτητής του Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος. Η εκκλησιαστική του δράση κοντά στον Ιερόθεο του μετέδωσε μεγάλη εκκλησιαστική πείρα. Η διακονία του στα Γραφεία, τον γαλούχησαν με την εκκλησιαστική ζωή.
Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε τους άλλους Αρχιερείς που εξεθρόνισαν τον αδελφό του, η διακριτική του στάση απέναντι στους συκοφάντες του, αλλά και η διαλεκτικότητά του με τους νέους Αρχιερείς, που εξελέγησαν το 1974 χωρίς ο ίδιος να κληθή στην Ιεραρχία, δείχνουν το εκκλησιαστικό του φρόνημα. Θα το δούμε αυτό λίγο πιο κάτω και θα διαπιστώσουμε ότι ναι μεν έγινε Μητροπολίτης επί της εποχής του Ιερωνύμου, όμως στην πραγματικότητα αυτός ήταν Επίσκοπος της Εκκλησίας του Χριστού, δεν ανήκε σε φατρίες και ομάδες, αλλά αγαπούσε όλους κατά τον ίδιο τρόπο. Δεν ήταν ούτε ιερωνυμικός, αλλά ούτε και χουντικός. Δεν ήταν το πρώτο γιατί είχε εκκλησιαστικό ήθος και φρόνημα, που αποδεικνυόταν με κάθε του κίνηση και δεν ήταν το δεύτερο γιατί σε όλη του την ζωή είχε δημοκρατική συνείδηση, αφού η δημοκρατία είναι τρόπος και στάση ζωής και όχι απλώς σύστημα και πολιτική θέση.
Βέβαια, από την ημέρα της ενθρονίσεώς του άρχισαν τα προβλήματα και οι δοκιμασίες. Κυρίως αυτά επικεντρώνονταν σε δύο αίτια. Το πρώτο, η παρουσία του πρώην Μητροπολίτου Εδέσσης κ. Διονυσίου και το δεύτερο στο ότι, όταν η Μητρόπολη ήταν κενή πολλοί Εδεσσαίοι είχαν εκδηλωθή υπέρ του Επισκόπου Ταλαντίου Στεφάνου. Και τα δύο αυτά γεγονότα δημιούργησαν ένα κλίμα αποστασιοποίησης από τον νέο Μητροπολίτη, καθώς επίσης το ότι ερχόταν στην Έδεσσα σε περίοδο που υπήρχε η δικτατορία. Στον λαό της Εδέσσης, που διαπνέεται από δημοκρατικά αισθήματα, αυτό δημιούργησε μια καχυποψία. Και φυσικά αυτά εξογκώθηκαν αργότερα μετά την μεταπολίτευση. Τότε πέρασε το μεγάλο του μαρτύριο και σταυρό.
Το πρώτο θέμα που συνδέεται με την εκλογή του ήταν η παρουσία του πρώην Μητροπολίτου Εδέσσης κ. Διονυσίου.
Ο προκάτοχός του Μητροπολίτης Διονύσιος ήταν ένας δραστήριος Ιεράρχης. Αν και υπέργηρος την εποχή εκείνη, εργαζόταν άοκνα υπέρ της Εκκλησίας και του λαού. Ενδιαφερόταν πολύ για το ποίμνιό του, σε σημείο ώστε, όταν ήταν Συνοδικός Μητροπολίτης, να επιστρέφη κάθε Κυριακή στην Έδεσσα για να λειτουργή, και να επανέρχεται πάλι στην Αθήνα με τα δύσκολα μέσα της εποχής εκείνης. Περιόδευε συνεχώς τα χωριά έχοντας ακμαίες τις σωματικές του δυνάμεις. Την εποχή που ο Καλλίνικος εξελέγη Μητροπολίτης Εδέσσης εκείνος βρισκόταν σε ηλικία περίπου ογδόντα (80) ετών.
Ο Διονύσιος έγινε πρώην Μητροπολίτης Εδέσσης κατόπιν Νομοθετικού Διατάγματος που ψηφίστηκε από την Βουλή τον Νοέμβριο του 1966 υποστηριζόμενο από τα δύο τότε μεγάλα κόμματα, ήτοι την Ένωση Κέντρου και την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση. Με το διάταγμα αυτό θεσπίστηκε όριο ηλικίας για τους Αρχιερείς το 80ό έτος. Οι θιγέντες Αρχιερείς, μεταξύ των οποίων και ο Διονύσιος, προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αλλά τελικά απορρίφθηκε η προσφυγή τους αρχές του 1967. Η τότε Ιεραρχία θα συγκαλούνταν μετά τις εορτές του Πάσχα για να εκλέξη τους νέους Μητροπολίτες, και φυσικά θα εξέλεγε Αρχιερέα και για την Ιερά Μητρόπολη Εδέσσης. Αλλά εν τω μεταξύ έγινε την 21η Απριλίου, την Παρασκευή προ του Λαζάρου, η αλλαγή των πολιτικών πραγμάτων και έτσι ματαιώθηκε η σύγκληση της Ιεραρχίας για την εκλογή.
Επομένως, ο θρόνος της Εδέσσης εκκενώθηκε αντικανονικά μεν νόμιμα δέ, πριν έλθη η δικτατορία. Και βέβαια η Ιερά Σύνοδος εδέχθη τελικά αυτήν την ρύθμιση. Έτσι, πριν ενθρονισθή στην Έδεσσα ο Καλλίνικος υπήρχε εκεί ο δραστήριος και ακμαίος Μητροπολίτης Διονύσιος, ο οποίος πριν την εκλογή του ήταν στρατιωτικός ιερεύς με πολλά παράσημα και τιμητικές διακρίσεις. Μου έλεγε ο Καλλίνικος ότι κατά την χειροτονία του πολλοί Αρχιερείς τον λυπόντουσαν γιατί θα πάη στην Έδεσσα και θα βρη τον Διονύσιο. Επειδή από τους άλλους ήταν ο πιο δραστήριος και ο πιο ακμαίος.
Ο Διονύσιος συμπεριφέρθηκε στον νέο Ιεράρχη με πολλή ευγένεια. Στην είσοδο του Μητροπολιτικού Ναού τον υποδέχθηκε και του φόρεσε ένα εγκόλπιο, που είχε επάνω την εικόνα της Θεοτόκου και αυτό ήταν δείγμα αναγνωρίσεως. Ο Καλλίνικος το φορούσε συχνά, ιδίως κατά τις Θεομητορικές εορτές. Κατά την προσφώνησή του, αφού παρουσίασε το έργο της Ιεράς Μητροπόλεως, στο τέλος τον διαβεβαίωνε ότι θα παραμείνη στην άκρη αναμένοντας την κλήση του Θεού, προσθέτοντας χαρακτηριστικά "χωρίς δε να παύσωμεν ενδιαφερόμενοι δια πάν έργον το οποίον εν τη αδελφική σας καλωσύνη θα μας αναθέσητε". Και μόνον αυτή η φράση δείχνει την διάθεση του Μητροπολίτου Διονυσίου να συνεχίση να εργάζεται.
Ο Καλλίνικος του συμπεριφέρθηκε πάρα πολύ καλά. Σε κάποιον αγιορείτη ο Διονύσιος αποκάλυψε: "Μου συμπεριφέρεται σαν να τον είχα γεννήσει. Ούτε και παιδί μου να ήταν". Ο Καλλίνικος αυτό το έκανε σε κάθε γέροντα Ιερέα, επειδή θυμόταν τον παππού του, πολύ περισσότερο στον Γέροντα προκάτοχό του Επίσκοπο. Θα ήθελα να παρουσιάσω μερικές εκδηλώσεις του, όπως μου τα έχουν άλλοι διηγηθή.
Σχεδόν καθημερινά τον υποδεχόταν στο Γραφείο. Το πρωΐ ο Διονύσιος έπαιρνε τηλέφωνο τον Καλλίνικο και τον ενημέρωνε ότι θα έλθη στο Γραφείο. Εκείνος του έστελνε τον οδηγό της Μητροπόλεως να τον φέρη. Τον περίμενε έξω από την Μητρόπολη και τον έβαζε να καθήση στην καρέκλα του Γραφείου, όπως καθόταν προηγουμένως. Συζητούσαν με τις ώρες. Εκεί μαζί δέχονταν και τον κόσμο. Και να φαντασθή κανείς ότι ήταν οι πρώτες ημέρες της ενθρονίσεώς του. Του έλεγε ο Καλλίνικος: "Καθίστε στην θέση αυτή. Είναι δική σας. Εσείς δουλέψατε και κουραστήκατε τόσα χρόνια". Ας σημειωθή ότι ο Καλλίνικος μέχρι που πέθανε, το 1984, διατηρούσε πάντα μέσα στο Γραφείο του την φωτογραφία του Διονυσίου, όπως ήταν πριν φύγη εκείνος από την Μητρόπολη. Φυσικά, δική του φωτογραφία δεν υπήρχε, γιατί ποτέ ο Καλλίνικος δεν είχε βγάλει φωτογραφία για να κρεμασθή στον τοίχο. Έλεγε: "Καλύτερα να μη βάλω ποτέ, παρά να μου την πετάξουν αργότερα στο υπόγειο".
Ο Διονύσιος με την άδεια του Καλλινίκου λειτουργούσε κάθε Κυριακή σε όποιον ναό ήθελε. Καθώς επίσης λειτουργούσε σε εορτάζοντες ναούς. Έκανε συνεχώς περιοδείες στα χωριά σαν να ήταν ο Μητροπολίτης. Στις δοξολογίες, έως ότου πεθάνη, και στις επιμνημόσυνες δεήσεις ήταν μαζί. Μάλιστα, όταν κατά την 25η Μαρτίου του έτους 1968 ο Καλλίνικος, ως Τοποτηρητής Θεσσαλονίκης, παρευρέθηκε στην δοξολογία της πρωτεύουσας της Μακεδονίας, άφησε τον Διονύσιο να χοροστατήση στον Μητροπολιτικό Ναό της Εδέσσης και να παρευρεθή κατά την παρέλαση. Του έδειχνε τέτοια καλωσύνη, ώστε πολλοί διαμαρτύρονταν. Το θεωρούσαν αυτό πολύ υπερβολικό. Όμως ο Καλλίνικος ενεργούσε εκκλησιαστικά.
Δεν έκανε καμμιά αλλαγή όσο ζούσε ο Διονύσιος. Αλλά και μετά την κοίμησή του σεβάστηκε τα έργα του και τους κόπους του. Έλεγε ο Καλλίνικος πολλές φορές: "Ο νέος αρχιερεύς τον πρώτο χρόνο δεν πρέπει να κάνη καμμία αλλαγή. Τον δεύτερο χρόνο μπορεί να σκέφτεται τις τυχόν αλλαγές και από τον τρίτο χρόνο συνετά και διακριτικά να εφαρμόζη μέρος του προγράμματός του, για να μη δημιουργήση αναστάτωση στον λαό και τους Κληρικούς". Αυτό το έλεγε, γιατί πρέπει πρώτα να αποκτήση προσωπική γνώση των προβλημάτων και έπειτα να ενεργή.
Στο πρώτο Ιερατικό Συνέδριο Κληρικών που έκανε στον Μητροπολιτικό Ναό της Εδέσσης παρευρέθηκε και ο Διονύσιος. Ομίλησε ο Καλλίνικος με πολύ καλά λόγια για τον προκάτοχό του. Διασώζεται και ένα χαρακτηριστικό γεγονός, όπως μου το διηγόταν ο Γέροντάς μου. Μερικοί ιερείς σηκώθηκαν, παρόντος του Διονυσίου, και μίλησαν απρεπώς στον προηγούμενο προϊστάμενό τους, που τους είχε χειροτονήσει. Τότε ο Καλλίνικος διαμαρτυρήθηκε και ύψωσε φωνή. Απήτησε τον σεβασμό στον Γέροντα προκάτοχο Μητροπολίτη.
Γενικά, σεβόταν πολύ τους προκατόχους του Μητροπολίτας. Προσπαθούσε να βρη φωτογραφίες τους τις οποίες έδωσε σε εκλεκτό ζωγράφο, να τις κάνη προσωπογραφίες για να τις αναρτήση στην αίθουσα του θρόνου. Ξόδευσε πολλά χρήματα. Μόνον δική του δεν έκανε. Ενδιαφερόταν να μαθαίνη διάφορες ιστορίες για το έργο τους. Τους τιμούσε με όλους τους τρόπους. Είναι σημαντικό να λεχθή ότι, αν και έζησα δεκαπέντε χρόνια κοντά του, ποτέ δεν τον άκουσα να κακολογή τους προκατόχους του Μητροπολίτες. Πάντοτε εύρισκε καλά στοιχεία για να τους επαινή. Και αν κάποιος του έλεγε μερικά σκιερά σημεία εκείνος τους δικαιολογούσε. Επαινούσε τους μακεδονομάχους αρχιερείς, τον Παντελεήμονα για την δράση κατά την κατοχή και την αγάπη του προς τον λαό, για την ανοικοδόμηση του κτιρίου της Μητροπόλεως, όπου έμενε. Τιμούσε τον Διονύσιο για τους αγώνες που έκανε για το κτίσιμο ναών, για την χειροτονία καλών και παραδοσιακών ιερέων και για τις περιοδείες του στα χωριά.
Όταν μερικοί κατηγορούσαν παλαιούς αρχιερείς που δεν περιόδευαν στα χωριά και όταν το έκαναν έπαιρναν πολλά χρήματα, εκείνος αμέσως τους δικαιολογούσε. Έλεγε πολλές φορές: "Κατηγορούμε τους παλαιούς Αρχιερείς για το ότι δεν περιόδευαν και ότι έπαιρναν χρήματα. Αλλά δεν υπολογίζουμε τις δυσκολίες που είχαν τότε για την μετακίνηση. Εγώ σήμερα μπορώ να πάω σε δύο ώρες στο πιο απομακρυσμένο χωριό με αναπαυτικό αυτοκίνητο και να λειτουργήσω. Μπορώ να κοιμηθώ το βράδυ στο σπίτι μου και το μεσημέρι να επιστρέψω σε αυτό. Φαντασθήτε τις δυσκολίες των ανθρώπων εκείνων, να περιοδεύουν μέρες ολόκληρες με δύσκολες συνθήκες μεταφοράς, αλλά και πολλούς κινδύνους. Εγώ σήμερα έχω τον μισθό μου. Φαντασθήτε τους ανθρώπους εκείνους που περίμεναν να ζήσουν από τις εισφορές".
Πολλές φορές διηγόταν τους κινδύνους των αρχιερέων κατά την διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα και μάλιστα ότι κατά την ενθρόνιση κάποιου αρχιερέως μαζί με τα πράγματα που μεταφέρονταν στις βαλίτσες των αμφίων του, αντί για άμφια έκρυβαν όπλα.
Μπορώ να βεβαιώσω ότι η συμπεριφορά του Καλλινίκου προς τους προκατόχους του ήταν σπανία. Συνήθως οι περισσότεροι αρχιερείς κατηγορούν τους προκατόχους τους για έλλειψη εργατικότητος, για αδιαφορία κλπ. Μπορώ να προσθέσω ότι, αν και βρήκε στην Μητρόπολη περιπτώσεις διαχειριστικών ανωμαλιών και θα μπορούσε να δημιουργήση μεγάλο πρόβλημα, εκείνος δεν μίλησε καθόλου και δεν το σχολίαζε.
Την ίδια στάση τήρησε απέναντι στον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα, που ήταν προκάτοχός του, αφού πριν εκλεγή στην Θεσσαλονίκη ήταν Μητροπολίτης Εδέσσης. Τον μνημόνευσε στον λόγο του, αν και ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων δεν ήταν αρεστός στους τότε κρατούντες. Αλλά και ο Παντελεήμων όταν την πρώτη φορά μετά την ενθρόνιση του Καλλινίκου ήλθε στην Έδεσσα του χάρισε ως δώρο ένα εγκόλπιο με χρυσή αλυσίδα, το οποίο φορούσε τις καθημερινές ο Καλλίνικος, επιδεικνύοντας το και λέγοντας ότι το έδωσε ο Θεσσαλονίκης.
Ο Καλλίνικος αντιμετώπισε πολύ διακριτικά την εκθρόνιση του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος. Όταν τον ρώτησαν μερικοί Αρχιερείς, εκείνος έδωσε καλές πληροφορίες και συστάσεις από την ποιμαντορική του διακονία στην Έδεσσα. Όταν ορίστηκε Τοποτηρητής Θεσσαλονίκης μετά την εκθρόνιση του Παντελεήμονος, τον επισκέφθηκε πολύ ταπεινά, του είπε ότι αυτός δεν έκανε τίποτε εναντίον του και ο Παντελεήμων το εκτίμησε.
Στην συνέχεια τον επισκεπτόταν τακτικά στο σπίτι που έμενε στην Αθήνα και του πήγαινε φρούτα από την Έδεσσα, τότε που δεν ήταν ευχάριστος και στην εκκλησιαστική και την πολιτειακή κατάσταση. Παρευρέθηκε και στην κηδεία του που έγινε στον Πειραιά το 1979. Έκανε δε και επίσημο τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο στην Έδεσσα, την 22α Ιουλίου 1979, υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του. Στον λόγο που εκφώνησε έπλεξε το εγκώμιο του Παντελεήμονος για τα χαρίσματα της προσωπικότητός του. Μεταξύ των άλλων είπε και τα εξής χαρακτηριστικά:
"...Ψυχή αγαπώσα τον Κύριον κατέφυγεν εις το Άγιον Όρος, όπου έλαβε το Μοναχικόν Σχήμα και την Ιερωσύνην. Το Αγιώνυμον Όρος επέδρασε βαθύτατα επ' αυτού και διετήρει έως της κοιμήσεώς του αγάπην προς "τό Περιβόλι της Παναγίας" και εφέρετο με στοργήν προς τους Αγιορείτας Πατέρας. Ησθάνετο τιμήν να λέγεται "Αγιορείτης"...
Τα χαρίσματά του και η καρποφόρος δράσις του τον ανέδειξαν εις Μητροπολίτην της Ιεράς Μητροπόλεώς μας. Ευλογία Θεού η εκλογή του. Ετέθη ο λύχνος επί την λυχνίαν... Δεν απομακρύνεται της ποίμνης "μάλλον ελόμενος συγκακουχείσθαι τω λαώ του Θεού" (Εβρ. ια', 25), ως ο Μέγας Μωϋσής. Συμπάσχει, υποφέρει με τα πνευματικά του τέκνα. Αγωνίζεται. Αρπάζει από τους όνυχας των κατακτητών τους αθώους Χριστιανούς. Σώζει εκ θανάτου πολλούς. Τονώνει το φρόνημα των υποδούλων...
Δυστυχώς, πολλά πικρά ποτήρια έπιεν ως Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Αγών ηνοίχθη εναντίον του από τον τύπον. Ευρίσκεται εις δύσκολον θέσιν: να αφήση ελευθέρους να γράφουν, θίγεται η αξιοπρέπειά του και το κύρος της Εκκλησίας (από τους πολλούς πρόσωπα και ιδέαι συγχέονται). Να καταφύγη εις τα Πολιτικά Δικαστήρια και αυτό δεν είναι πάντοτε ορθή λύσις. Εκείνος προέκρινε την σιωπήν. Δεν τον επικρίνω, διότι και νουν είχε και μόρφωσιν αρτίαν είχε και συμβούλους νομικούς διέθετεν. Μοί είπεν ο αείμνηστος, ότι πρόσωπα με κύρος και γνωστά και εις το εξωτερικόν (μάλιστα ενθυμούμαι και κάποιον πρόσωπον το οποίον μου ανέφερε μεγάλης αξίας επιστημονικής και ηθικής), τον συνεβούλευσαν να σιωπήση. Η σιωπή του εθεωρήθη ενοχή και ωδηγήθησαν τα πράγματα εις το γνωστόν τέλος.
Ελυπήθη βεβαίως, αλλά δεν έχασεν την ψυχραιμίαν του. Αντιμετώπισε την κατάστασιν με ανδρισμόν, υπομονήν και καρτερίαν. Εγκαταλελειμμένος από πολλούς, φίλους και ξένους (τών ευτυχούντων πάντες φίλοι, των δε δυστυχούντων ουδέ οι γεννήτορες), κλεισμένος εις μίαν οικίαν προσευχόμενος και μελετών διήλθε τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής του ήρεμος και πράος, ανεξίκακος, παρακαλώ επιτρέψατέ μοι να υπογραμμίσω ανεξίκακος, συγχωρών όλους. Κατηρτισμένος πλέον εν μετανοία και εξομολογήσει και Κοινωνία των Παναχράντων Μυστηρίων, παρέδωκε το πνεύμα εις τον Θεόν των Πνευμάτων και πάσης σαρκός, εις τον Αρχιποίμενα Κύριον.
Το ήρεμον και χριστιανικόν γενικώς τέλος του ήτο εζωγραφισμένον εις το πρόσωπόν του. Ο νεκρός απωθεί. Εκείνος ως νεκρός είλκεν. Εβλέπατε εντός του φερέτρου μίαν αγγελικήν μορφήν, ένα γλυκύ πρόσωπον. Όχι μόνον ο ομιλών, αλλά πολλοί και μεταξύ αυτών και Αγιορείται Πατέρες, ελθόντες επί τούτο εις την Εξόδιον Ακολουθίαν του, ενετυπωσιάσθησαν από την μορφήν του κεκοιμημένου Κυρού Παντελεήμονος. Με το κομβοσχοίνιον, την μοναχικήν ράβδον, το κουκούλιον, τα μοναχικά σύμβολα, έδιδε την εντύπωσιν μοναχού κοιμωμένου. Ηθέλησε να ταφή ως Αγιορείτης μοναχός!...
...Ας παρακαλέσωμεν τον δικαιοκρίτην Κύριον να αναπαύση την ψυχήν του κεκοιμημένου Πνευματικού Πατρός εν σκηναίς δικαίων. Ας μιμηθώμεν την πραότητα, την ανεξικακίαν, την προσήλωσιν εις την Ορθόδοξον πίστιν και την αγάπην προς την Μητέρα Εκκλησίαν του αοιδίμου Ιεράρχου.
Αυτό θα είναι το καλλίτερον Μνημόσυνον του μακαριστού Πατρός και το πολυτιμότερον δώρον προς αυτόν, όστις εκοιμήθη εν Κυρίω και από την Θριαμβεύουσαν Εκκλησίαν παρακολουθεί τα πνευματικά του τέκνα και χαίρει βλέπων αυτά "εν αληθεία περιπατούντα".
Στα λόγια αυτά φαίνεται καθαρά η διάκριση του Καλλινίκου, αλλά και η αγάπη προς τους προκατόχους του. Δεν τους κατέκρινε, αλλά εύρισκε ευκαιρία να τους επαινέση. Πάντοτε έτσι ομιλούσε και έτσι ενεργούσε ο αείμνηστος Γέροντάς μου.
Σεβάστηκε όλους τους προκατόχους του. Τίμησε και σεβάστηκε ιδιαιτέρως τον Διονύσιο σε όλο το διάστημα των οκτώ μηνών που έζησε μετά την ενθρόνισή του, δηλαδή από τον Ιούλιο του 1967 έως τον Μάρτιο του 1968.
Το δεύτερο θέμα που συνδέεται με την εκλογή του, έχει σχέση με την περίπτωση του τότε βοηθού Επισκόπου Θεσ/νίκης Ταλαντίου Στεφάνου.
Μετά την απόρριψη από το Συμβούλιο της Επικρατείας της προσφυγής των καταλειφθέντων από το όριο ηλικίας αρχιερέων η Ιερά Μητρόπολη Εδέσσης και Πέλλης θεωρήθηκε χηρεύουσα και η Ιερά Σύνοδος σκεπτόταν να καλέση Ιεραρχία για εκλογές μετά το Πάσχα, διότι ο χρόνος προ του Πάσχα ήταν αρκετά περιορισμένος και δεν θα μπορούσαν να γίνουν οι χειροτονίες και οι ενθρονίσεις. Αυτά γινόταν προ της στρατιωτικής επεμβάσεως.
Τότε παρατηρήθηκε στην Έδεσσα μια κίνηση υπέρ του Βοηθού Επισκόπου του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης, Ταλαντίου Στεφάνου Αφεντουλίδη. Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Ταλαντίου είχε περατώσει τις γυμνασιακές σπουδές στην Έδεσσα, υπήρξε Κατηχητής, Ιεροκήρυξ και Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως επί της εποχής του Παντελεήμονος, αφού εκείνος τον χειροτόνησε και τον ανέδειξε. Μετά την μετάθεση του Γέροντός του στην Θεσσαλονίκη, διετέλεσε επί ένα διάστημα, έως ότου εκλεγή ο Διονύσιος, και Τοποτηρητής της Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης και Πέλλης. Στην συνέχεια έγινε Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης και τέλος εξελέγη με την βοήθεια και πρόταση του Μητροπολίτου Παντελεήμονος βοηθός του με τον τίτλο του Ταλαντίου.
Επομένως ήταν γνωστός στην Έδεσσα, αγαπητός από ένα μεγάλο τμήμα του λαού και προστατευόμενος του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος, ο οποίος είχε μεγάλη δύναμη στην Ιεραρχία την εποχή εκείνη. Για τον λόγο αυτόν και εθεωρείτο ως ο επικρατέστερος για την εκλογή στην Έδεσσα.
Παράλληλα, με την συζήτηση μεταξύ των Ιεραρχών, κινητοποιήθηκε και το Δημοτικό Συμβούλιο της Εδέσσης, η Ομοσπονδία Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Νομού Πέλλης, τα εργατικά σωματεία κλπ. Το Δημοτικό Συμβούλιο απέστειλε έγγραφο προς την Ιερά Σύνοδο, τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, τον Πρόεδρο της κυβερνήσεως και το Υπουργείο Παιδείας με το ακόλουθο περιεχόμενο:
"Λαμβάνω την τιμήν ν' αναφέρω Υμίν ότι, το παρ' ημίν δημοτικόν συμβούλιον εν τη συνεδρία αυτού της χθές αφού έπλεξε δια μακρών το εγκώμιον του λόγω ορίου ηλικίας αποχωρούντος εκ της ενεργού υπηρεσίας Σεβασμιωτάτου μητροπολίτου Εδέσσης και Πέλλης κ.κ. Διονυσίου δια την μακροχρόνιον και εξαίρετον εκκλησιαστικήν, κοινωνικήν και εθνικήν δράσιν αυτού, εκηρύχθη ομοφώνως υπέρ της υποβολής υμίν θερμοτάτης ευχής και παρακλήσεως προς εκλογήν και διορισμόν ως νέου μητροπολίτου Εδέσσης και Πέλλης του Σεβασμιωτάτου επισκόπου Ταλαντίου κ.κ. Στεφάνου όστις τυγχάνει στενώς συνδεδεμένος μετά της πόλεως Εδέσσης.
Μετ' εξόχου τιμής
Ο Δήμαρχος Εδέσσης
ΓΡΗΓ. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ"
Η Ομοσπονδία Επαγγελματιών απέστειλε έγγραφο σε όλους τους Μητροπολίτες στο οποίο μεταξύ των άλλων έλεγε και τα ακόλουθα:
"...Εγνωρίσαμεν, Σεβασμιώτατε, έναν άξιον κληρικόν όστις εγαλούχησε τον τόπον μας επί οκταετίαν ολόκληρον. Τον εζήσαμεν εις τα δύσκολα χρόνια της κατοχής, ως μαθητήν γυμνασίου, κατηχητήν και τέλος, ακούραστον Λευΐτην Πνευματικόν μας. Συνεδέθημεν ψυχικά μαζύ του, όλοι, μικροί και μεγάλοι, επαγγελματίαι και μή. Η ανάδειξίς του εις βοηθόν επίσκοπον Θεσσαλονίκης, αποτελεί απόδειξιν της δικαίας προς αυτόν αφοσιώσεώς μας, αλλά και τιμήν δι' ημάς διότι ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Ταλαντίου Στέφανος είναι πλέον τέκνον της Εδέσσης... Είναι ο μόνος άξιος συνεχιστής του πολυσχιδούς τούτου πνευματικού έργου της εμπεριστάτου ταύτης ακριτικής Μητροπόλεως Εδέσσης και Πέλλης. Ο δε ψυχικός του μαζύ μας σύνδεσμος θα συντελέση τα μέγιστα ώστε εν πλήρει και αρμονική συνεργασία ποιμένος και ποιμενομένων να αναδειχθή έτι μάλλον η μητρόπολίς μας.
Όθεν προαγόμεθα και αύθις και ευλαβώς παρακαλούμεν την υμετέραν σεβασμιότητα όπως ευδοκήση και δια της ψήφου και ευλογίας αυτής χαρίση ημίν ως νέον ποιμενάρχην το τέκνον της μητροπόλεώς μας θεοφιλέστατον επίσκοπον Ταλαντίου κ.κ. Στέφανον Αφεντουλίδην".
Βέβαια, η αλλαγή των πολιτικών και εκκλησιαστικών πραγμάτων συνετέλεσε στο να ματαιωθή εκείνη η εκλογή, που εθεωρείτο βεβαία. Στην εφημερίδα "Εδεσσαϊκή" της 9ης Απριλίου 1967 γράφεται: "Πληροφορίαι αναφέρουν, ότι κατόπιν της εκφρασθείσης επιθυμίας των κατοίκων του νομού μας, υπάρχουν πολλές πιθανότητες να τοποθετηθή εις την μητρόπολιν Εδέσσης ο επίσκοπος Ταλαντίου κ. Στέφανος".
Έκανα αυτήν την αναφορά για να φανή ότι υπήρχε και ένα τμήμα του λαού της Εδέσσης, που εκφράστηκε μάλιστα επίσημα, και που δυσαρεστήθηκε με την μη εκλογή του επισκόπου Ταλαντίου Στεφάνου και την εκλογή του Καλλινίκου, ο οποίος ήταν καθ' ολοκληρίαν άγνωστος σε αυτούς. Φυσικά αυτό δημιουργούσε πρόσθετες δυσκολίες για τον νέο Αρχιερέα που ερχόταν να ποιμάνη αυτόν τον λαό σε δύσκολες συνθήκες. Έτσι πάντα υπήρχε μια υποψία για τον Αρχιερέα που προερχόταν από την "νότια Ελλάδα".
Βέβαια, με την διαλλακτική τακτική του, την ταπείνωση και την αγάπη του προς τον λαό, ο Γέροντάς μου, αποκτούσε σιγά-σιγά, έστω και αν απαιτήθηκε μακρύ χρονικό διάστημα, την συμπάθεια και την εκτίμηση των κατοίκων της πόλεως και όλης της Ιεράς Μητροπόλεως. Μερικοί όμως χρειάστηκε να έλθη η ημέρα της κοιμήσεώς του για να αντιληφθούν όλα τα χαρίσματά του, για να καταλάβουν ακόμη περισσότερο την προσωπικότητά του και να τον εκτιμήσουν. Νομίζω όμως ότι οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν τα πιο πολλά από όσα γράφονται σε αυτό το βιβλίο, γιατί ο Γέροντάς μου, λόγω της ταπεινώσεώς του, τα έκρυβε!
|
[ ΠΑΝΩ ]
γ) Οι αγώνες του με την Μασωνία
|
Πολύ του στοίχισαν οι αγώνες του εναντίον των Μασώνων και της Μασωνίας ψυχολογικά και σωματικά. Δεν μπορούσε όμως, ως Αρχιερεύς με εκκλησιαστικό φρόνημα και ήθος, να προτιμήση την ησυχία του και την εκτίμηση των ανθρώπων αυτών περισσότερο από την ομολογία της πίστεώς του. Και έτσι ανέλαβε έναν αγώνα εναντίον της Στοάς, κυρίως έναντι του Σεβασμίου της Στοάς Εδέσσης. Στην Έδεσσα υπήρχε από πολλά χρόνια Μασωνική Στοά και μερικοί Μασώνοι. Σεβάσμιος της Στοάς ήταν ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Σιβένας, οδοντίατρος, υιός Μακεδονομάχου ιερέως, πρώην Βουλευτής και δήμαρχος Εδέσσης για επτά χρόνια περίπου, αγωνιστής της Εθνικής Αντιστάσεως και με πολλά παράσημα. Ήταν μια προσωπικότητα της Εδέσσης, που έπαιζε ένα ρόλο στα πράγματα.
Ο προκάτοχος του Καλλινίκου Μητροπολίτης, δηλαδή ο Διονύσιος, έκανε αγώνα εναντίον της Μασωνίας και ειδικά εναντίον του Σεβασμίου της Στοάς Κωνσταντίνου Σιβένα. Μάλιστα του είχε στερήσει την θεία Κοινωνία και του υπενθύμιζε ότι δεν πρόκειται να τον κηδεύση εκκλησιαστικά, όταν κοιμηθή, αν εν τω μεταξύ δεν μετανοήση.
Στην χειροτονία του Καλλινίκου, που έγινε την 25η Ιουνίου 1967 παρευρέθηκε και ο Μασώνος Κωνσταντίνος Σιβένας, που κατέβηκε για τον λόγο αυτόν από την Έδεσσα. Στο τέλος τον πλησίασε, τον χαιρέτησε, του ευχήθηκε. Πρέπει να σημειωθή ότι ήταν σχεδόν ο μόνος από την Έδεσσα που κατέβηκε στην χειροτονία του και φυσικά ήταν ο πρώτος Εδεσσαίος που συναντούσε ο Καλλίνικος. Για τον λόγο αυτόν χάρηκε υπερβολικά ο Καλλίνικος. Και καθώς ήταν πολύ διαχυτικός και εκφραστικός του είπε: "Αν έχω τέτοιους καλούς ανθρώπους, θα περάσουμε καλά". Φυσικά, δεν γνώριζε τίποτε για την μασωνική του ιδιότητα.
Κατά άγνωστον τρόπο, πριν την ενθρόνιση του Καλλινίκου διαδιδόταν στην Έδεσσα ότι ο νέος Μητροπολίτης είναι Μασώνος. Αυτό κυκλοφορούσε ευρύτατα, χωρίς να γνωρίζη τίποτε ο Καλλίνικος. Εν τω μεταξύ ο Κωνσταντίνος Σιβένας προσπαθούσε να επικοινωνή τακτικά με τον Καλλίνικο, αναπτύσσοντας τις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Βέβαια, ο Διονύσιος τον είχε πληροφορήσει από την αρχή για την προσωπικότητα και την ιδιότητα του Σιβένα, αλλά ο ίδιος ήθελε να σχηματίση προσωπική γνώμη και να μη παρασυρθή από υποδείξεις και συμβουλές άλλων.
Προς το τέλος του έτους 1969 πληροφορήθηκε αυτήν την συκοφαντία. Η πληροφορία ήταν προφορική και γραπτή. Του έγραψαν ότι δεν επιτίθεται εναντίον της Στοάς, γιατί είναι Μασώνος. Άλλοι του έγραψαν να λάβη μέτρα εναντίον της Στοάς, γιατί η "Στοά είναι κέντρο του σατανά". Κάλεσε τον Κωνσταντίνο Σιβένα και τον ενημέρωσε για όσα του έγραψαν. Εκείνος δεν αρνήθηκε ότι είναι ο Σεβάσμιος της Μασωνίας.
Για να ξεκαθαρίση τα πράγματα και την θέση του, αναφέρθηκε διεξοδικά σε κήρυγμα στον Μητροπολιτικό Ναό της Εδέσσης εναντίον της Μασωνίας. Ήμουν παρών στο κήρυγμα εκείνο και θυμάμαι την εντύπωση που προξένησε. Ομίλησε ο Ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως Αρχιμ. π. Αθηναγόρας Καραμανζάνης περί της Μασωνίας και ο Καλλίνικος στο τέλος καταφέρθηκε εναντίον της.
Την Καθαρά Δευτέρα του έτους 1970 ο Καλλίνικος συνάντησε στην Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος Εδέσσης τον Λάζαρο Σιβένα, αδελφό του Κωνσταντίνου Σιβένα και του εξέφρασε την δυσφορία και την λύπη του, γιατί ο αδελφός του παρά τις εθνικές υπηρεσίες που προσέφερε στην Πατρίδα, εν τούτοις ανήκει στην Μασωνική Στοά και περιέρχεται σπίτια και γραφεία προπαγανδίζοντας υπέρ του τεκτονισμού. Συγχρόνως του είπε ότι ισχύει η εντολή του προκατόχου του Μητροπολίτου περί στερήσεως της θείας Κοινωνίας και ότι δεν θα επιτρέψη την εξόδιο ακολουθία σε περίπτωση θανάτου του.
Όταν ο αδελφός του του διαβίβασε τις απόψεις του Μητροπολίτου, ο Κωνσταντίνος Σιβένας με ημερομηνία 16 Μαρτίου 1970 του απέστειλε επιστολή στην οποία διαμαρτύρεται για την συκοφαντία, όπως την ονομάζει, που εκτόξευαν μερικοί εναντίον του ότι εξασκεί προσηλυτισμό υπέρ του τεκτονισμού. Δεν αρνείται, φυσικά ότι είναι Μασώνος. Το θεωρεί δε και τιμή. Στην επιστολή ακόμη αυτή αναφέρεται στην επίθεση του Καλλινίκου εναντίον των Μασώνων γράφοντας: "προέβητε εις την γνωστήν επίθεσιν εναντίον του Τεκτονισμού, η οποία, πιστεύσατέ μοι, ότι σάς εξέθεσεν ανεπανορθώτως, όπως και τον προκάτοχόν σας, έναντι μεγάλης μερίδος Εδεσσαίων, εύ φρονούντων και γνωριζόντων καλλίτερον υμών, τόσον εμέ προσωπικώς, όσον και τα περί τεκτονισμού". Στην συνέχεια αναφερόμενος στην στέρηση της εξοδίου ακολουθίας και της θείας Κοινωνίας λέγει: "ουδόλως με πτοούν ούτε και με συγκινούν, αντιθέτως μόνον με θλίβουν...". Η πληροφορία ότι εξασκούσαν οι Μασώνοι προσηλυτισμό ήταν αληθινή. Υπήρχαν συγκεκριμένα πρόσωπα τα οποία έδωσαν αυτές τις πληροφορίες στον Καλλίνικο.
Ο Καλλίνικος απάντησε σε αυτήν την επιστολή. Η επιστολή του (27-6-1970) είναι αποστομωτική, θαρραλέα και ορθοδοξότατη. Δείχνει ακόμη και το εκκλησιαστικό του φρόνημα. Την παραθέτω ολόκληρη προς ενημέρωση.
"Αξιότιμον
κ. Κωνσταντίνον Ι. Σιβέναν
Οδοντίατρον
Ενταύθα
Εν πρώτοις ζητώ συγγνώμην, διότι δεν απήντησα αμέσως εις την επιστολήν σας. Η καθυστέρησις οφείλεται εις την σοβαρότητα του θέματος και εις το πλήθος των απασχολήσεών μου.
Όντως εις τον αυτάδελφόν σας ωμίλησα περί των Εθνικών υπηρεσιών του αειμνήστου Πατρός σας και εξέφρασα παράπονόν τι, εις τον αδελφόν σας επαναλαμβάνω, και όχι εις ξένα πρόσωπα. Το παράπονον πηγάζει εκ πληροφοριών, ότι συνιστάτε επιμόνως την εγγραφήν εις την Μασωνικήν Στοάν διαφόρων προσώπων. Εφ' όσον αρνείσθε και βεβαιώνετε, ότι δεν εγένετο τοιαύτη ενέργεια, σάς πιστεύω, ούτε έκαμα ανάκρισιν ή εξονυχιστικόν έλεγχον της πληροφορίας. Επί πλέον, τονίζω, ότι η συζήτησις ήτο φιλική και εις πρόσωπον ιδικόν σας.
Ως προς την στάσιν μου απέναντι του Μασωνισμού σάς πληροφορώ, ότι αύτη προέρχεται εκ καθήκοντος, όπερ έχω ως Επίσκοπος απέναντι του Ποιμνίου μου. Οφείλω να προστατεύσω τα λογικά πρόβατα από πάσης αιρέσεως και πλάνης.
Αναγράφετε εις την επιστολήν σας, ότι "αντίθετον προπαγάνδαν και μετά φανατισμού μάλιστα, διενεργούν ωρισμένοι κύκλοι και μερικοί ιστάμενοι υψηλά..." αγνοώ την ύπαρξιν τοιούτων προσώπων.
Όσον αφορά το ότι ωρισμένοι άνθρωποι εκ της κανονικής στάσεως του Επισκόπου στενοχωρούνται ή δυσαρεστούνται υπενθυμίζω τους λόγους του Αρχηγού της Πίστεώς μας Κυρίου ημών Ιησού Χριστού "ουαί όταν καλώς υμάς είπωσι πάντες οι άνθρωποι, κατά τα αυτά γαρ εποίουν τοις ψευδοπροφήταις οι πατέρες αυτών" (Λουκ. ΣΤ', 26).
Αξιότιμε κ. Σιβένα, ως υπεύθυνος ενώπιον Θεού και ανθρώπων Ποιμήν της Ιεράς ταύτης Μητροπόλεως, οφείλω να συνεξηγηθώ μεθ' υμών εγκαίρως περί ενός σοβαρωτάτου ζητήματος.
Είναι γνωστόν ότι ανήκετε εις τον Τεκτονισμόν. Αλλ' ο Τεκτονισμός δεν είναι αθώα τις φιλανθρωπική και φιλοσοφική Εταιρία, ως πλανώμενος πιστεύετε, αλλά Θρησκεία, έχουσα ίδιον Θεόν και ιδίαν
λατρείαν. Αι τελεταί της Μασωνίας έχουν χαρακτήρα τόσον εντόνως θεοκρατικόν, όσον και αι της Εκκλησίας. Πλήν δε τούτου, αι διακηρύξεις της Μασωνίας περί "σωτηρίας της κοινωνίας εκ των κακών", περί "αναγεννήσεως της κοινωνίας", περί μεταδόσεως προς τους ανθρώπους "τής γνώσεως της Αληθείας", περί υπάρξεως εν αυτή "ουρανίου φωτός, φωτίζοντος και οδηγούντος" και "ιερού πυρός θερμαίνοντος και καθαίροντος", περί μεταδόσεως υπ' αυτής "πνευματικής τροφής" και "εξαγνισμού", περί "αναγεννήσεως εις νέαν ζωήν" κ.τ.λ. κ.τ.λ. κ.τ.λ., είναι επαρκεστάτη απόδειξις ότι η Μασωνία διεκδικεί έργον Θρησκείας. Ακριβώς δια τούτο και κατεδικάσθη αύτη ως Θρησκεία υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και υπό πασών των Χριστιανικών Ομολογιών, εσχάτως δε και υπό της Ελληνικής Δικαιοσύνης.
Τούτων ένεκα είμαι υποχρεωμένος, ως Ιεράρχης, να εφαρμόσω την απόφασιν της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος παμψηφεί μάλιστα ληφθείσαν, και να μη θεωρώ ως δυναμένας να συμβιβασθώσι τας ιδιότητας του Ορθοδόξου Χριστιανού και του Τέκτονος, έστω και αν οι Τέκτονες φρονώσιν άλλως.
Θα ευρεθώ, αγαπητέ κ. Σιβένα, εις την αδήριτον ανάγκην να αρνηθώ εις υμάς, ει και μετ' άλγους καρδίας, τα Μυστήρια της Εκκλησίας, καθώς και πάσαν άλλην εκκλησιαστικήν ιεροτελεστίαν. Όταν δε κληθήτε να εγκαταλίπητε τον κόσμον τούτον της φθοράς, δεν θα δυνηθώ να επιτρέψω εκκλησιαστικήν κήδευσιν. Λυπούμαι, διότι θα με φέρητε εις αυτήν την άκρως δυσάρεστον θέσιν, αλλ' είμαι Επίσκοπος της Εκκλησίας και ουχί Σεβάσμιος της Μασωνίας. Δια τούτο δε και προειδοποιώ υμάς εγκαίρως, ίνα έχω την συνείδησίν μου ήσυχον.
Αν πράγματι πιστεύετε εις την Εκκλησίαν, ως εις μοναδικόν φορέα της Αληθείας και της Σωτηρίας, ασφαλώς θα θυσιάσητε την Μασωνίαν και θα προτιμήσητε την Εκκλησίαν, έστω και αν φρονήτε ότι η Μασωνία αδίκως κατεκρίθη ως Θρησκεία. Θα μοι ήρκει και μία δήλωσις του κατωτέρου είδους: "Καίτοι πιστεύω ότι η Μασωνία είναι απλή φιλανθρωπική Εταιρία, εν τούτοις, μη θέλων να ευρεθώ εκτός του μυστικού Σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας δηλονότι, αποχωρώ εκ της Μασωνίας, υποτασσόμενος εις την απόφασιν της Εκκλησίας. Διαφωνώ μεν προς την απόφασιν αυτήν, αλλ' υποτάσσομαι ως τέκνον πειθαρχικόν της Εκκλησίας".
Εύχομαι πατρικώς και από βάθους καρδίας όπως ο δι' ημάς Σάρκα φορέσας Θεός, φωτίση υμάς και οδηγήση εις την επίγνωσιν της εν Αυτώ και μόνω Αυτώ φανερωθείσης Αληθείας.
Μετά διαπύρων ευχών και αγάπης εν Κυρίω
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ"
Φυσικά, δεν σταμάτησε εκεί ο διάλογος. Ο κ. Κωνσταντίνος Σιβένας με επιστολή του, που φέρει ημερομηνία 10 Ιουλίου 1970, προσπάθησε να απαντήση στις κεντρικές θέσεις του Καλλινίκου. Μεταξύ των άλλων προσπαθούσε να ανατρέψη την κατηγορία ότι η Μασωνία είναι αντιχριστιανική. Αντίθετα υποστήριζε ότι και ο ίδιος και οι άλλοι είναι Χριστιανοί καλοί και ότι από όσα είχε διαβάσει δεν είχε πεισθή ότι πρόκειται για κάτι κακό το να είναι κανείς Μασώνος. Θα ήθελα όμως από αυτήν την μεγάλη επιστολή να υπογραμμίσω τέσσερα σημεία τα οποία με ενδιαφέρουν στο κεφάλαιο αυτό και από τα οποία εξηγούνται πολλά πράγματα, κυρίως οι επιθέσεις και οι συκοφαντίες που κυκλοφόρησαν κατά καιρούς στην Έδεσσα εναντίον του Καλλινίκου.
Πρώτον. Τον χαρακτηρίζει φανατικό και στερούμενο της αρετής της αγάπης: "Έλαβον την από 27 Ιουνίου υμετέραν επιστολήν, η οποία ομολογώ ότι μου επροξένησε μεγάλην θλίψιν, διότι διεπίστωσα ότι υπάρχουν και σήμερον, εις τον αιώνα του διαστήματος, άνθρωποι μορφωμένοι, πλήρεις φανατισμού, παραγνωρίζοντες τας εντολάς του Ιησού Χριστού, του Θεού της αγάπης και του ελέους, του διακηρύξαντος την παγκόσμιον Αδελφότητα".
Δεύτερον. Υποδηλώνεται ότι έκανε εναντίον του κριτική και ότι μιλούσαν όλοι οι Μασώνοι στην Έδεσσα σε βάρος του. Γράφει: "εις οιανδήποτε ενέργειαν και αν προβήτε, ημάς μεν τους Τέκτονας δεν πρόκειται να μας θίξητε, διότι έχομεν συνηθίσει εις αυτά και η κοινωνία της Εδέσσης γνωρίζει ποίοι είμεθα, φοβούμαι όμως ότι υμείς θα εκτεθήτε ανεπανορθώτως, όπως είχεν εκτεθή ο προκάτοχός σας. Ασφαλώς οι περί υμάς κόλακες και συμφεροντολόγοι θα το παρασιωπούν ή δεν θα το αντιλαμβάνωνται, σάς βεβαιώ όμως κατηγορηματικά, ότι εχάσατε την εκτίμησιν την οποίαν είχατε κατά την άφιξίν σας, εξ αιτίας ιδίως της ιδικής μου δυσφημίσεως, από μεγάλην μερίδα Εδεσσαίων λογικώς σκεπτομένων και αντικειμενικώς κρινόντων τα πράγματα".
Τρίτον. Δηλώνει ότι δεν τον ενδιαφέρουν οι στερήσεις της θείας Κοινωνίας και της εξοδίου ακολουθίας, πράγμα το οποίο φανερώνει ότι είχε δίκαιο ο Μητροπολίτης που του έλεγε ότι δεν έχει εκκλησιαστικό φρόνημα, αφού δεν υπακούει στην Εκκλησία. Γράφει: "Όταν έλθη το πλήρωμα του χρόνου και εκπληρώσας τον επί γης προορισμόν μου κληθώ, ουδόλως με ενδιαφέρει δια το σαρκίον, εις το οποίον διέμενεν η ψυχή μου, κατά την εν τη γη παραμονήν της, μόνον δε περί αυτής ενδιαφέρομαι και φροντίζω. Το σαρκίον οπωσδήποτε μετά ή άνευ πομπής και ματαιοδόξου επιδείξεως θα επανέλθη εις την Μητέρα Γήν και η ψυχή μου θα ακολουθήση την αποστολήν της και ο Θεός ο Παντεπόπτης και Παντογνώστης θα κρίνη ένα έκαστον κατά τα έργα του". Φαίνεται και από αυτό το απόσπασμα ότι δεν πιστεύει στην ανάσταση των σωμάτων και έχει φιλοσοφικές, πλατωνικές αντιλήψεις για το σώμα, ως ένα απλό ένδυμα της ψυχής.
Τέταρτον. Τον απειλεί ότι θα τον διασύρη σε όλους τους Μασώνους ανά την Ελλάδα. Για να γίνη αυτό κατανοητό πρέπει να αναφέρω μερικά διευκρινιστικά.
Στην Θεσσαλονίκη υπήρχε κάποιος λόγιος, ονόματι Χρήστος Ρήγας, ο οποίος καταγόταν από την Αιτωλοακαρνανία, ησχολείτο με τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό και ήταν Μασώνος. Έγραψε μια επιστολή στον Καλλίνικο συνηγορώντας υπέρ του Κωνσταντίνου Σιβένα. Ο Καλλίνικος του έγραψε ότι είναι Μασώνος. Τότε ο Χρήστος Ρήγας απάντησε με το πνεύμα της επιστολής του Κωνσταντίνου Σιβένα ότι ο Τεκτονισμός δεν είναι αντιχριστιανικός και ότι και αυτός είναι Μασώνος και πιστό τέκνο της Εκκλησίας. Ο Καλλίνικος του απέστειλε μερικά βιβλία για την Μασωνία, όπως το βιβλίο του Αρχιμ. Επιφανίου "η Μασωνία υπό το φως της αληθείας", το οποίο κυκλοφόρησε τότε. Ο Χρήστος Ρήγας το επέστρεψε χωρίς να το ανοίξη ως απαράδεκτον. Βέβαια, είχε πληροφορηθή από άλλη επιστολή το περιεχόμενο του δέματος. Ο Καλλίνικος απ' ό,τι θυμάμαι του απέστειλε και άλλη επιστολή και τον ρωτούσε γιατί το επέστρεψε, γιατί αποφεύγει την γνώση και της άλλης πλευράς κλπ.
Έχοντας αυτό το περιστατικό υπόψη του ο Κωνσταντίνος Σιβένας στην γνωστή επιστολή που του απέστειλε ως υστερόγραφο του έγραφε: "Ο κοινός φίλος κ. Χρ. Ρήγας μου έστειλε φωτοτυπίαν επιστολής υμών προς αυτόν, υπό ημερομηνίαν 9 Ιουνίου και ελυπήθην πολύ δια το περιεχόμενον αυτής, σάς πληροφορώ δε ότι αντίτυπον αυτής εστάλη όπου δεί, όπως επίσης και της επιστολής υμών προς εμέ, καθώς και της παρούσης απαντήσεώς μου αντίγραφα θα σταλούν".
Αυτό είναι σημαντικό γιατί δείχνει την τεκτονική φιλία μεταξύ Σιβένα και Ρήγα και την δυσφήμιση που εξάσκησαν έναντι του Καλλινίκου. Ο Γέροντάς μου πολλές φορές μου έλεγε ότι όλοι οι ψίθυροι και οι συκοφαντίες που κυκλοφορούσαν κατά καιρούς, ότι είναι φιλοχρήματος ενώ δεν αγαπούσε καθόλου τα χρήματα, ότι υποτιμούσε εθνικά τους κατοίκους της Εδέσσης και γενικά τους κατοίκους της περιοχής, όπως θα δούμε πιο κάτω κλπ., προέρχονταν από τον πόλεμο που του έκαναν οι Μασώνοι. Αλλά και οι άλλες δυσκολίες που είχε κατά την διάρκεια της αρχιερατείας, που προέρχονταν από πρόσωπα και καταστάσεις έξω από την Μητρόπολή του, οφειλόταν στην δυσφήμιση των Μασώνων.
Ο Καλλίνικος δεν υπέκυψε σε αυτές τις απειλές και τις δοκιμασίες. Έμεινε ακλόνητος στις πεποιθήσεις του, που ήταν ορθόδοξες και εκκλησιαστικές, ώσπου είδε με χαρά την διάλυση της Μασωνικής Στοάς και την μη απασχόληση του Κωνσταντίνου Σιβένα με αυτήν.
Λιγότερο από δύο χρόνια μετά την προηγούμενη επιστολή του ο Σιβένας ενδιαφερόταν για το τέλος της ζωής του και για την εξόδιο ακολουθία του, έστω κι αν έλεγε ότι δεν τον ενδιέφερε το θέμα. Επισκέφθηκε τον Καλλίνικο και τον παρακαλούσε να άρη την απαγόρευση. Εκείνος του ζήτησε να γράψη κείμενο στο οποίο να φαίνεται ότι αρνείται την Μασωνία και υποτάσσεται στην Εκκλησία. Τον προέτρεψε ακόμη να εξομολογηθή στον ευλαβέστατο τότε ιερέα π. Ιωάννη Αθανασιάδη. Πράγματι εξομολογήθηκε στον Πνευματικό εκείνο, ο οποίος του έδωσε την άδεια να κοινωνήση. Έκανε δε και έγγραφη δήλωση στον Σεβασμιώτατο στην οποία δεν αρνείται μεν τον Τεκτονισμό, αλλά δηλώνει ότι έπαυσε να ασχολήται με αυτόν, γιατί εν τω μεταξύ με τους αγώνες του Καλλινίκου και από άλλα αίτια η στοά έκλεισε. Η δήλωση έχει ως εξής:
"Σεβασμιώτατε,
Κατόπιν της προσφάτου συνομιλίας μας, επιθυμώ να δηλώσω προς την υ. Σεβασμιότητα, ότι δια λόγους υγείας και ηλικίας έπαυσα προ καιρού να ασχολούμαι με τον Τεκτονισμόν και ότι ήμην, είμαι και θα είμαι δια βίου λόγω και έργω Χριστιανός Ορθόδοξος.
Μετά σεβασμού
Κ. Σιβένας".
Όταν κοιμήθηκε, ο Καλλίνικος επέτρεψε την κηδεία του, αφού εν τω μεταξύ κοινωνούσε τακτικά των Αχράντων Μυστηρίων.
Πρέπει να σημειωθούν δύο πράγματα. Το πρώτον ότι οι αγώνες αυτοί του Καλλινίκου εναντίον της Μασωνίας έγιναν κατά την διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας, όταν διαδιδόταν έντονα ότι μερικά ηγετικά στελέχη της ήταν μασώνοι. Και το δεύτερον ότι, κατά το διάστημα της τελευταίας επιστολής του Κωνσταντίνου Σιβένα και της δηλώσεώς του, ο Καλλίνικος έδειχνε αγάπη στο πρόσωπό του, όταν τον συναντούσε στον δρόμο του μιλούσε με καλωσύνη, όταν τον επισκεπτόταν του συμπεριφερόταν πολύ καλά. Γι' αυτό μια μέρα που με βρήκε ο Σιβένας μου είπε: "Ο Δεσπότης είναι πανέξυπνος". Ίσως αυτή η καλωσύνη τον έκανε να έχη αυτήν την εξέλιξη. Καθώς επίσης αυτή η αγάπη και η καλωσύνη έκανε και όλους τους συγγενείς του Κ. Σιβένα να τον σέβωνται, να μην έχουν παράπονα από την συμπεριφορά του Καλλινίκου. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αδελφή του Κωνσταντίνου Σιβένα ήταν γυναίκα του Βασίλη Γαζέπη και συνετέλεσε πολύ στο να δώση ο σύζυγός της το οικόπεδο και μεγάλο χρηματικό ποσόν για να κτισθή ο Ιερός Ναός των Αγίων Πάντων στην Έδεσσα.
Πάντως, ο Καλλίνικος δέχθηκε πολλές επιθέσεις από τους Μασώνους ανά την Ελλάδα και πολλά από όσα θα αναφερθούν πιο κάτω δεν είναι άσχετα από τους αγώνες του αυτούς.
|
[ ΠΑΝΩ ]
δ) Η περίοδος της μεταπολιτεύσεως
|
Μετά την μεταπολίτευση που έγινε τον Ιούλιο του 1974, άρχισε ένας μεγάλος πειρασμός για τον Καλλίνικο, που ολοκληρώθηκε με την ασθένεια και την κοίμησή του. Και προηγουμένως είχε πολλές δοκιμασίες και πειρασμούς, αλλά αυτές αυξήθηκαν και πολλαπλασιάστηκαν το τελευταίο χρονικό διάστημα της αρχιερατείας του. Είμαι βέβαιος ότι ο όγκος στον εγκέφαλο ήταν αποτέλεσμα των αγώνων του, των θυσιών, αλλά κυρίως και προ παντός των στενοχωριών του από τις διαρκείς επιθέσεις εναντίον του. Τότε που έβλεπα από την μια μεριά την αποστολική του ζωή και από την άλλη μεριά τις άδικες επιθέσεις εναντίον του, καταλάβαινα ότι δεν θα καταλήξη σε αίσιο τέλος αυτή η ιστορία. Και μάλιστα εσωτερικά έλεγα. Αν κάποτε πεθάνη, θα ανεβώ στον άμβωνα του Μητροπολιτικού Ναού την ημέρα της κηδείας και θα φωνάξω: "Τον έφαγαν αυτοί που τον συκοφαντούσαν και τον κατηγορούσαν αδίκως". Φυσικά δεν το έκανα, γιατί με την ασθένειά του, την κηδεία και όσα ακολούθησαν οι άνθρωποι έδειχναν ότι καταλάβαιναν τί θησαυρό είχαν και συμπεριφέρονταν σαν να μετάνοιωσαν γι' αυτά που έκαναν. Μπορώ να προσθέσω ότι ο κόσμος τον αγάπησε περισσότερο μετά την κοίμησή του παρά όταν ζούσε. Κάποιος κατά την διάρκεια της εκφοράς του σκηνώματός του μου είπε: "Τί κρίμα, τόσον καιρό δεν τον καταλάβαμε".
Από τον Ιούλιο του 1974 έως τον Αύγουστο του 1984, δέκα ολόκληρα χρόνια, βρισκόταν συνεχώς στον σταυρό του πόνου και της δοκιμασίας. Και προηγουμένως περνούσε δύσκολες ημέρες, αλλά την περίοδο αυτή συγκεντρώθηκαν όλα εναντίον του. Αυτή η κατάσταση ήταν λίγο φυσική από την άποψη ότι ο κόσμος είχε συνδέσει την έλευσή του στην Έδεσσα με την δικτατορία.
Ήταν επόμενο, όταν μετά την πτώση του στρατιωτικού καθεστώτος, έφυγαν οι τότε κρατούντες στην Έδεσσα ο διορισμένος Νομάρχης, ο Στρατηγός, ο διορισμένος δήμαρχος κλπ. και παρέμεινε μόνον ο Επίσκοπος, να ξεσπούν εναντίον του. Βέβαια, εκτός από λίγες περιπτώσεις, που θα αναφέρω πιο κάτω, ο Καλλίνικος δεν αναμείχθηκε στα πράγματα της εποχής εκείνης και κρατούσε μια στάση ουδέτερη, όπως το Οικουμενικό Πατριαρχείο σήμερα είναι υποχρεωμένο να σέβεται την Κυβέρνηση της Τουρκίας, χωρίς βέβαια να αναμειγνύεται στα πολιτικά πράγματα. Ο κόσμος όμως τα έβλεπε διαφορετικά.
Ας δούμε όμως αναλυτικότερα τα προβλήματα που είχε.
Πρώτον. Της πολιτικής αλλαγής προηγήθηκε η εκκλησιαστική αλλαγή. Τον Ιανουάριο του 1974 με Συντακτική Πράξη συνεκλήθη η Ιεραρχία αποτελουμένη από τους Μητροπολίτες που είχαν χειροτονηθή πριν τον Ιερώνυμο, η οποία αποκλήθηκε κανονική και πρεσβυτέρα Ιεραρχία, για την εκλογή του νέου Αρχιεπισκόπου μετά την παραίτηση του Ιερωνύμου. Απεκλείσθησαν από αυτήν οι εκλεγέντες επί του Ιερωνύμου, μεταξύ των οποίων και ο Καλλίνικος, αποκληθέντες αντικανονικοί. Θυμάμαι ότι πέρασε μεγάλη στενοχώρια, γιατί όλα τα Μέσα Μαζικής Ενημερώσεως της εποχής εκείνης διέδιδαν τα περί αντικανονικότητος. Και φυσικά είναι μεγάλο το πρόβλημα όταν, παρά τις άλλες δυσκολίες που είχε, ο λαός να σχολιάζη την αντικανονικότητα του Μητροπολίτου του.
Είχε κυκλοφορήσει η πληροφορία ότι ο νέος Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ θα έστελνε ειρηνικά γράμματα, με τα οποία θα ανήγγειλε σε όλους τους Μητροπολίτες και σε όσους δεν είχαν κληθή για την εκλογή, ότι εξελέγη Αρχιεπίσκοπος. Πολλοί τότε "ιερωνυμικοί" Μητροπολίτες ήταν χολωμένοι, αυστηροί. Ο Καλλίνικος ήταν μετριοπαθέστατος. Είχε λάβει απόφαση ότι, εάν του έστελναν ένα τηλεγράφημα με το οποίο θα του ανήγγειλαν επισήμως την εκλογή, θα απαντούσε συγχαίροντας τον νέο Αρχιεπίσκοπο. Όμως τελικά δεν εστάλησαν τέτοια γράμματα. Παρά ταύτα ήθελε με δική του πρωτοβουλία να αποστείλη συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον Αρχιεπίσκοπο για την εκλογή του, αλλά άλλοι εκκλησιαστικοί παράγοντες, όπως ο π. Επιφάνιος, δεν τον άφησαν να το κάνη.
Ωστόσο το Πάσχα του ιδίου έτους (1974) τρεις μήνες μετά την εκλογή του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ και σχεδόν τρεις μήνες προ των εκθρονίσεων των Δώδεκα Μητροπολιτών του έστειλε τις ευχές του με τηλεγράφημα, πράγμα που σήμαινε στην πραγματικότητα αναγνώρισή του ως Αρχιεπισκόπου. Του έγραφε:
Μακαριώτατον
Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και Πάσης Ελλάδος
Κύριον Σεραφείμ
Αθήνας
"Δέομαι Αναστάντος Κυρίου ζωής και θανάτου, όπως χαρίζηται τη Υμετέρα Μακαριότητι έτη μακρά εν υγιεία και δυνάμει πνευματική επ' αγαθώ Μητρός Εκκλησίας".
Τον Ιούλιο του 1974 έγιναν οι εκθρονίσεις των Δώδεκα Μητροπολιτών, μεταξύ των οποίων και του αδελφού του Μητροπολίτου Διδυμοτείχου και Ορεστιάδος κ. Κωνσταντίνου. Στενοχωρήθηκε αφάνταστα. Εν τω μεταξύ κυκλοφορούσαν φήμες ότι θα εκδιώξουν και άλλους, ίσως και εκείνον. Αυτά γράφονταν στις εφημερίδες και τον πλήγωναν βαθειά, γιατί αισθανόταν και τον σκανδαλισμό του λαού, αλλά και την απώλεια της εμπιστοσύνης του ποιμνίου σ' εκείνον. Μια εβδομάδα πέρασε σε δεινή δοκιμασία. Την αντιμετώπισε όμως με θάρρος, καρτερία και εμπιστοσύνη στον Θεό. Τα περίμενε όλα με υπομονή και πίστη στην Πρόνοια του Θεού. Μια Κυριακή απόγευμα πήγαμε σ' ένα Μοναστήρι και έκανε μια πολύ μεγάλη προσευχή στον Θεό να γίνη το θέλημά Του και να του δώση πολλή υπομονή για να περάση την μεγάλη αυτή δοκιμασία. Τελικά δεν τον εκθρόνισαν, όμως όλη αυτή η ιστορία κλόνισε την εμπιστοσύνη μερικών προς αυτόν.
Μετά τις εκθρονίσεις των Δώδεκα έγιναν οι εκλογές των νέων Μητροπολιτών. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι, παρά το ότι τον θεώρησαν αντικανονικώς εκλεγέντα, παρά το ότι τον απέκλεισαν από την Ιεραρχία, παρά το ότι εξεθρόνισαν τον αδελφό του Κωνσταντίνο, παρά το ότι πέρασε από το μαρτύριο της ενδεχομένης δικής του εκθρονίσεως, εκείνος είχε το θάρρος, αλλά και το εκκλησιαστικό φρόνημα να ευχηθή σε όσους Μητροπολίτες εξελέγησαν σε Μητροπόλεις που εξεκενώθηκαν με κανονικό τρόπο, δηλαδή τους Μητροπολίτες Σάμου Παντελεήμονα, Νέας Σμύρνης Χρυσόστομο, Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιο, Ζιχνών και Νευροκοπίου Σπυρίδωνα και Κυθήρων Ιερόθεο, τα δέοντα τηλεγραφικώς:
"Συμμετέχων εις την Υμετέραν χαράν εύχομαι ολοψύχως, όπως ο Αρχιποίμην Κύριος ενισχύη, φωτίζη και καθοδηγή την Υμετέραν Αγάπην, ώστε να αποδειχθή Αύτη Πατερική μορφή και καταστήση την Επισκοπήν αυτής Βασιλείαν του Θεού επί της Γής".
Με το τηλεγράφημα αυτό ουσιαστικά αναγνωρίζει τις εκλογές αυτές και τις χειροτονίες, καθώς επίσης εκδηλώνει την μεγάλη αγάπη και ανεξικακία. Αυτό μπορεί κανείς να το καταλάβη αν σκεφθή ότι οι Ιεράρχες αυτοί συμμετείχαν στην Ιεραρχία και ψήφισαν την εκθρόνιση του αδελφού του Μητροπολίτου Διδυμοτείχου Κωνσταντίνου. Ο Καλλίνικος ήταν πραγματικά ανεξίκακος άνθρωπος. Δεν μπορούσε να κρατήση κακία μέσα του.
Για να φανή η τραγικότητα της καταστάσεως, πρέπει να αναφερθή ότι στο τηλεγράφημα προς τον νεοεκλεγέντα Μητροπολίτη Καστορίας Γρηγόριο μαζί με το προηγούμενο περιεχόμενο πρόσθεσε και το εξής: "Αναγνώσας εις Εφημερίδα τα της ενθρονίσεως υμών και συμμετέχων εις την υμετέραν χαράν...". Παρακολουθούσε, καίτοι Μητροπολίτης, τα γεγονότα μέσα από τις εφημερίδες.
Προχωρεί ακόμη περισσότερο. Τον Μητροπολίτη Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιο, που εξελέγη σε χηρεύουσα Μητρόπολη, αλλά είχε συνεργήσει στην εκθρόνιση του αδελφού του, τον βοηθά στην διοργάνωση του Γραφείου της Μητροπόλεώς του. Διασώζεται ένα γράμμα του Μητροπολίτου αυτού προς τον Καλλίνικο. Το παραθέτω γιατί είναι εκφραστικότατο:
"Σεβασμιώτατε εν Χριστώ Αδελφέ,
Δια της παρούσης αισθάνομαι την υποχρέωσιν όπως ευχαριστήσω υμάς θερμώς δια την φιλάδελφον διάθεσιν, ήν επεδείξατε προς με από της εκλογής μου εις Επίσκοπον της Ιεράς Μητροπόλεως Σισανίου και Σιατίστης. Η κατατόπισις και εν παντί ενημέρωσις υφ' Υμών του Θεολόγου κ. Γεωργίου Φίλιου δια την λειτουργίαν των Γραφείων της Μητροπόλεώς μου υπήρξεν αφ' ενός μεν πλήρης αφ' ετέρου δε απαραίτητος δια την ανασυγκρότησιν του Μητροπολιτικού μου Γραφείου.
Ευχαριστών εκ βάθους καρδίας διατελώ μετά σεβασμού και αδελφικών ασπασμών
ό Ο Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος".
Καίτοι πέρασε από την δοκιμασία της ενδεχομένης εκθρονίσεως του και της μειώσεως του κύρους του στο ποίμνιό του, εν τούτοις λαμβάνει αφορμή από διάφορες εορτές και αποστέλλει ευχετήρια τηλεγραφήματα στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Σεραφείμ. Πέντε μήνες μετά από τα γεγονότα του Ιουλίου, την εποχή που ζούσε μέσα στην Μητρόπολή του το δράμα της εκθρονίσεως του αδελφού του Κωνσταντίνου, τον οποίο φιλοξενούσε, απέστειλε τηλεγράφημα στον εορτάζοντα Αρχιεπίσκοπο στην πρώτη του ονομαστική εορτή ως Αρχιεπισκόπου. Του αποστέλλει ευχές τα Χριστούγεννα του 1974, το Πάσχα του 1975 και στην συνέχεια σε κάθε μεγάλη εορτή. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι κατά την εορτή του τον Δεκέμβριο του 1980 του αποστέλλει την εξής επιστολή:
"Μακαριώτατε,
Αν και ευρίσκομαι εις θλίψιν επί τη κοιμήσει του μικροτέρου τη ηλικία αδελφού μου, Ιωάννου Ιερέως, αισθάνομαι την ανάγκην να επικοινωνήσω μετά της Υμετέρας Μακαριότητος και να ευχηθώ Αυτή, επ' ευκαιρία των Ονομαστηρίων Της, έτη ως πλείστα, υγιεινά και πανευφρόσυνα".
Αλλά και ο Αρχιεπίσκοπος απαντούσε πάντοτε με εγκαρδιότητα στις ευχές αυτές του Καλλινίκου.
Αυτή η επικοινωνία δείχνει το εκκλησιαστικό φρόνημα του Καλλινίκου. Δεν είχε οργανωσιακό πνεύμα, δεν ανήκε σε φατρίες, αλλά εργαζόταν πάντα εκκλησιαστικά. Αυτή η συμπεριφορά του είναι ενδεικτική, αν σκεφθή κανείς ότι ζούσε το μαρτύριο στην ζωή του, βλέποντας κάθε ημέρα την πίκρα και την στενοχώρια του αδελφού του. Αλλά αυτός πάνω από όλα έβλεπε το συμφέρον και το καλό της Εκκλησίας.
Να σκεφθή ακόμη κανείς ότι άλλοι Μητροπολίτες εκλεγέντες από τον Ιερώνυμο με τον ίδιο τρόπο όχι μόνον δεν είχαν επικοινωνία με τον Αρχιεπίσκοπο και τους άλλους εκλεγέντες Μητροπολίτες, αλλά μιλούσαν άσχημα εναντίον του Αρχιεπισκόπου. Εκείνος όμως συνομιλούσε με όλους με καλωσύνη, ώστε έφθασε ο Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος να εκφρασθή δυσμενώς γι' αυτόν επειδή συνομιλούσε "μέ τους φονιάδες του αδελφού του". Αυτό όμως είναι η μεγάλη δόξα του Γέροντός μου, γιατί τον αναδεικνύει Επίσκοπο με ορθόδοξο φρόνημα, αρχιερέα μεγάλου μεγέθους. Είχε την αγάπη και την τόλμη να επικοινωνή με αυτούς που εκθρόνισαν τον αδελφό του. Είχε ελκύσει την αγάπη όλων των επισκόπων.
Δεύτερον. Συνέχεια του προηγουμένου πειρασμού, που ήταν καρπός της μετά την μεταπολίτευση περιόδου, ήταν η παρουσία του αδελφού του Κωνσταντίνου στην Μητρόπολη. Δεν μπορώ, βέβαια, να πω πολλά πράγματα, αλλά όμως δεν μπορώ και να σιωπήσω τελείως τα γεγονότα που συνδέονται τόσο με το πρόσωπό του όσο και με το πρόσωπο του Γέροντός μου.
Ο Κωνσταντίνος είχε δύσκολο χαρακτήρα. Ήταν και ο πρώτος αδελφός της οικογενείας και όλοι τον σέβονταν πολύ. Παράλληλα ήταν αρχιερεύς πολλά χρόνια, αυτός χειροτόνησε τον Καλλίνικο σε Διάκονο, Πρεσβύτερο και Επίσκοπο, αυτός τον σπούδασε. Έτσι ο Καλλίνικος πάντα του έκανε τέλεια υπακοή και υπέμενε όλες τις ιδιορρυθμίες του. Ιδιαίτερα αυτόν τον καιρό στον ιδιότροπο χαρακτήρα του προστέθηκε και ο πόνος λόγω της εκπτώσεώς του. Οι ιδιοτροπίες και ο πόνος έκαναν ένα μείγμα που προκαλούσαν καθημερινό μαρτύριο στον Γέροντά μου.
Επενέβαινε σε πολλά ζητήματα, μας είχε επιβάλλει τον ρυθμό της ζωής του στο φαγητό, στον τρόπο συμπεριφοράς κλπ. Ο Γέροντάς μου τα υπέμεινε όλα αυτά.
Είχε προβλήματα και από άλλη αιτία. Ο Κωνσταντίνος ως μέλος της Αριστίνδην Συνόδου υπήρξε εισηγητής για την εκθρόνιση του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ. Παντελεήμονος, που τόσο αγαπούσαν οι Εδεσσαίοι επειδή είχε χρηματίσει Μητροπολίτης της Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης και Πέλλης. Για τον λόγο αυτόν δεν ήθελαν να βλέπουν τον Κωνσταντίνο στην Έδεσσα. Κατηγορούσαν τον Καλλίνικο, γιατί φιλοξενούσε τον αδελφό του, που ήταν, όπως έλεγαν, "χουντικός", και εναντίον του Παντελεήμονος. Για τον Κωνσταντίνο τότε σε διάφορα περιοδικά γραφόταν εναντίον του ότι η χούντα ήθελε να τον στείλη στην Μητρόπολη Γερμανίας, αλλά αρνήθηκε ο Πατριάρχης Αθηναγόρας. Η αλήθεια είναι ότι δι' επιστολής του ο Πατριάρχης Αθηναγόρας το 1968 τον διόριζε Έξαρχο του Πατριαρχείου στην Δυτική Γερμανία και τον προέτρεπε να επισκεφθή το Οικουμενικό Πατριαρχείο για να λάβη σχετικές οδηγίες. Όμως ο ίδιος ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε να δεχθή αυτήν την πρόταση. Πάντως πολλά διαδίδονταν και όλα αυτά ήταν εις βάρος του Καλλινίκου.
Επίσης ο Κωνσταντίνος λειτουργούσε κάθε Κυριακή στα χωριά και τις πόλεις, και βέβαια προκαλούσε μερικούς.
Είναι χαρακτηριστικές δύο φράσεις που είπε ο Καλλίνικος. Την μία την είπε στην Ιερά Σύνοδο ενώπιον άλλων Μητροπολιτών. Όταν τον κατηγόρησαν ότι δεν εργάζεται για την αποκατάσταση των Δώδεκα Μητροπολιτών που εκθρονίστηκαν, μεταξύ των οποίων και του αδελφού του είπε: "Εγώ δεν ενδιαφέρομαι; Εγώ έχω μια ζωντανή κηδεία μέσα στο σπίτι μου". Την δεύτερη φράση την είπε σε μένα. Όταν έμαθε για την ασθένειά του και κατέβαινε στην Αθήνα μέσα στην αίθουσα του αεροδρομίου, πριν αναχωρήση το αεροπλάνο, μου είπε: "Ο Θεός να τον έχη καλά, αλλά με ταλαιπώρησε". Ωστόσο όμως, όταν κατάλαβε ότι δεν θα έχη πολύν χρόνο ζωής, στενοχωριόταν για τον αδελφό του. Μια μέρα στο Λονδίνο μου είπε: "Στενοχωριέμαι για το τί θα γίνη ο Κωνσταντίνος". Πάντως πέρασε δεινή δοκιμασία από αυτήν την περίπτωση.
Για την ιστορία του θέματος πρέπει να υπογραμμισθή ότι ο αείμνηστος Μητροπολίτης Διδυμοτείχου και Ορεστιάδος κυρός Κωνσταντίνος, παρά τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα του, είχε ορθόδοξο εκκλησιαστικό φρόνημα, το οποίο αποδείχθηκε περίτρανα κατά την περίοδο μεταξύ εκθρονίσεως και κοιμήσεώς του.
Δέχθηκε τον σταυρό της εκθρονίσεως με υπομονή, καρτερία, αγάπη και συγχωρητικότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν θέλησε να επιστρέψη στο Διδυμότειχο μετά την μετάθεση του διαδόχου του στην Ιερά Μητρόπολη Νέας Σμύρνης, ούτε να τοποθετηθή σε άλλη Ιερά Μητρόπολη. Επίσης, όχι μόνον συνεχώρησε τους Αρχιερείς, οι οποίοι συνετέλεσαν στην απομάκρυνσή του από τον θρόνο του, αλλά και είχε επικοινωνία μαζί τους. Αγαπούσε και σεβόταν τον Μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κυρό Σεραφείμ, καθώς επίσης είχε επικοινωνία με τον διάδοχό του Μητροπολίτη Αγαθάγγελο.
Ακόμη γνωρίζω ότι τις ημέρες που έγιναν τα γνωστά επεισόδια στην Λάρισα τηλεφώνησε στον Μητροπολίτη Θεολόγο, και λόγω του θάρρους ότι ήταν μεταξύ των Αρχιερέων εκείνων που τον ψήφισαν για Μητροπολίτη Λαρίσης το έτος 1967 και λόγω της οικειότητος επειδή ζούσε το μαρτύριο της εκθρονίσεως μαζί του, και τον παρακάλεσε να παραιτηθή από την διεκδίκηση του θρόνου για να μη σκανδαλίζεται ο λαός και γίνεται φθορά στην Εκκλησία. Δεν συμφωνούσε με αναρχικές ενέργειες, έστω και εν ονόματι της κανονικής τάξεως.
Τελικά, τις τελευταίες ημέρες της επίγειας ζωής του, τις πέρασε στο Γηροκομείο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, όπως του πρότεινε ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, και το δέχθηκε ο ίδιος με βαθειά ευγνωμοσύνη, έχοντας γαλήνη, ηρεμία και ανεξικακία στην καρδιά του.
Τ ρ ί τ ο ν. Μεγάλη στενοχώρια δοκίμασε από μια εγκύκλιο που έγραψε το 1968 και η οποία μετά την μεταπολίτευση έγινε αφορμή να τον κτυπήσουν με άλλα κίνητρα. Θα ήθελα να αναφερθώ στην περίπτωση αυτή, τόσο στα γεγονότα που συνετέλεσαν στο να γραφή η εγκύκλιος αυτή όσο και στην άδικη και κακή εκμετάλλευσή της.
Πρόκειται για μια εγκύκλιο που εγράφη για τον Ιερό Κλήρο της Μητροπόλεώς του τον Σεπτέμβριο του 1968, προ του δημοψηφίσματος του νέου Συντάγματος, που είχε εκπονηθή από νομικούς κατά την στρατιωτική δικτατορία.
Φυσικά δεν ήμουν τότε στην Έδεσσα και δεν έλαβα γνώση όλης αυτής της κινήσεως. Ούτε ποτέ είδα προσωπικά την εγκύκλιο που έγραψε τότε ο Καλλίνικος. Μάλιστα έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι δεν εστάλη σε όλους τους Κληρικούς. Γράφτηκε για να αποφευχθή μήνυμα προς τον λαό και την έστειλε σε μερικούς γνωστούς του Κληρικούς, απλώς για να παραπλανήση και να μη προκαλέση. Τελικά δημοσιεύθηκε στην τοπική εφημερίδα χωρίς να γνωρίζη ποιός την έδωσε προς δημοσίευση μάλλον την είχαν δώσει οι Στρατιωτικοί. Μου έλεγε ότι μόλις την είδε δημοσιευμένη στην εφημερίδα, πικράθηκε πολύ. Αυτό σημαίνει ότι την έγραψε απλώς για να υποβαθμίση το γεγονός, για να μη προβή σε μεγαλύτερη ενέργεια, όπως έκαναν άλλοι Μητροπολίτες την εποχή εκείνη. Μάλιστα αυτό δείχνει και η αρχική φράση της εγκυκλίου: "Κατόπιν πολλής σκέψεως γράφομεν την παρούσαν εγκύκλιον...".
Το όλο πνεύμα της εγκυκλίου είναι ότι επαινείται η ομοψυχία, η ομόνοια και η ειρήνευση της Ελλάδος σε μια εποχή που γίνονταν πολλές επαναστάσεις και πολλοί πόλεμοι σε όλο τον κόσμο. Παρουσιάζονταν μερικά επιτεύγματα που είχαν πραγματοποιηθή. Είναι χαρακτηριστικό ένα σημείο της εγκυκλίου που κίνησε την οργή μερικών. Το παρουσιάζω ολόκληρο για να γίνουν μερικά σχόλια.
"Ήδη ήλθεν η ώρα να θεραπευθή το κακόν. Ήδη έφθασεν ο καιρός να σπάσουν τα δεσμά με τα οποία το αμαρτωλόν παρελθόν εδέσμευε τον Ελληνικόν Λαόν, δηλαδή ημάς τους ιδίους, διότι και ημείς μέρος του Λαού είμεθα.
Την 29ην Σεπτεμβρίου θα κληθούν οι ψηφοφόροι Έλληνες να ψηφίσουν τον Καταστατικόν Χάρτην της Χώρας μας. Θα κληθούν να ψηφίσουν την πρόοδόν των, την ελευθερίαν των... Ο Ελληνικός Λαός πρέπει να ελευθερωθή και ιδού του τίθεται η ευκαιρία να ψηφίση το Σύνταγμά του, αυτό θα τον ελευθερώση πολιτικώς".
Αν κάποιος προσεκτικός παρατηρητής μελετήση το κείμενο αυτό, θα διαπιστώση ότι δεν οδηγεί στα συμπεράσματα που κατέληξαν μερικοί επικριτές του. Θα καταγράψω μερικές σκέψεις μου, αφού γνωρίζω το πνεύμα του Γέροντός μου.
Κατ' αρχάς ο Καλλίνικος ήταν δημοκράτης περισσότερο από αυτούς που κόπτονται για την δημοκρατία. Υπάρχουν μερικοί που κάνουν τον δημοκράτη, αλλά είναι δικτάτορες στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, μέσα στην οικογένεια, την κοινωνία και την δουλειά τους. Η δημοκρατία είναι σεβασμός της ελευθερίας, ταπείνωση, καθαρότητα σκέψεως και βεβαίως τρόπος ζωής. Ο Γέροντάς μου είχε αυτόν τον δημοκρατικό τρόπο ζωής σε όλες του τις ενέργειες. Δεν μπορεί κανείς να τον κατηγορήση ότι διοικούσε δικτατορικά. Σεβόταν την ελευθερία του άλλου σε απόλυτο βαθμό.
Οι διαπιστώσεις του όμως που καταγράφονται στην εγκύκλιο είναι συνέπεια τριών παραγόντων. Πρώτον στην διχόνοια, τον εμφύλιο σπαραγμό, που είχε προηγηθή από την κομματική απερισκεψία και αλογία, δεύτερον στην παγκόσμια κατάσταση, αφού εκείνον τον καιρό είχαν προηγηθή τα γεγονότα στην Γαλλία, η είσοδος των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία κλπ. και τρίτον στην ελπίδα της πολιτικής ελευθερίας των Ελλήνων. Είχε δοθή η εντύπωση ότι με το Σύνταγμα θα έλθη η κοινοβουλευτική δημοκρατία, ο Στρατός θα παραδώση την εξουσία στους πολιτικούς. Γι' αυτό στο κείμενο που αναφέραμε προηγουμένως, όπως και σε όλο το πνεύμα της εγκυκλίου γίνεται λόγος για ελευθερία του ελληνικού λαού. Όταν έγραφε ότι ο "Ελληνικός Λαός πρέπει να ελευθερωθή και ιδού του τίθεται ευκαιρία να ψηφίση το Σύνταγμά του, αυτό θα τον ελευθερώση πολιτικώς", στην σκέψη του Καλλινίκου υπήρχε το όραμα της πτώσεως της δικτατορίας, αλλά και της αρχής μιας νέας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, απαλλαγμένης από τα πάθη και τις αδυναμίες του παρελθόντος.
Έτσι, η εγκύκλιος αυτή έχει μια διπλωματική γλώσσα. Ενδιαφερόταν για την πρόοδο του λαού, για την ειρήνευση και διόρθωση των λαθών και την απαλλαγή των παθών. Το Σύνταγμα τότε έδινε μια τέτοια εντύπωση. Το σπουδαιότερο ήταν ότι με την ψήφιση του Συντάγματος, πίστευε, ότι θα επανέλθη η Δημοκρατία, οπότε με την πάροδο του χρόνου θα γινόταν τελειότερο. Αυτή ήταν η ουσία της εγκυκλίου. Το γεγονός πάντως είναι ότι εστάλη μόνον σε μερικούς ιερείς. Άγνωστοι, ίσως οι Στρατιωτικοί, την δημοσίευσαν τότε στην εφημερίδα και το σπουδαιότερο είναι ότι δεν έκανε εντύπωση τότε που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά όσο αργότερα με την άδικη και άλογη εκμετάλλευσή της.
Πέρα από αυτά πρέπει να ειπωθή ότι ο Καλλίνικος μετάνοιωσε αργότερα για την σύνταξη αυτής της εγκυκλίου, ακόμη και όσο ήταν στα πράγματα η στρατιωτική δικτατορία. Το θεώρησε αυτό ένα σφάλμα του που έγινε όμως μέσα στην όλη ατμόσφαιρα και το όλο κλίμα της εποχής εκείνης. Είναι γνωστό ότι την εποχή εκείνη, όταν μιλούσε ο Παττακός στην πλατεία της Εδέσσης μπροστά σε πολύ λαό, πάνω στον λόγο του έθεσε το ερώτημα: "Θέλετε εκλογές;" Οι συγκεντρωθέντες φώναζαν "όχι". Αυτό ήταν το κλίμα της εποχής εκείνης και φυσικά, αυτό επηρέαζε σ' ένα βαθμό τις ενέργειες των ανθρώπων.
Εν πάση περιπτώσει ένας άνθρωπος δεν κρίνεται από μια ενέργειά του, που ο ίδιος και τότε που την έκανε, την έκανε διστακτικά, αλλά και αργότερα την θεώρησε λάθος. Κρίνεται από όλες τις ενέργειές του και από όλες τις άλλες πνευματικότατες εγκυκλίους.
Πάντως μετά την μεταπολίτευση "άγνωστος" θέλησε να βλάψη τον Καλλίνικο προσωπικά, ενεργούμενος κάτω από διάφορες σκοπιμότητες. Κρατώντας την ανωνυμία έστειλε κατά δεκάδες και εκατοντάδες γράμματα σε επωνύμους πολίτες της πόλεως Εδέσσης την εγκύκλιο μαζί με δικά του σχόλια. Ας σημειωθή ότι εγώ που πήγα στην Έδεσσα το 1969, λίγους μήνες μετά την συγγραφή της εγκυκλίου, πρώτη φορά μετά την μεταπολίτευση και από το γράμμα του "ανωνύμου" έλαβα γνώση αυτής της εγκυκλίου. Αγνοούσα ακόμη και την αποστολή της. Κανείς δεν μου είχε πη τίποτε μέχρι τότε. Δεν υπήρχε καν στον φάκελλο των άλλων Εγκυκλίων.
Στην επιστολή του ο "ανώνυμος" συνέκρινε δύο εκκλησιαστικά κείμενα, του μάρτυρος Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου του Ε' και του Καλλινίκου, εύρισκε τις ομοιότητες μεταξύ των κειμένων και κατηγορούσε και τα δύο για "τή μισαλλοδοξία, τη δουλικότητα και το ραγιαδισμό". Και μόνον που συνέκρινε το κείμενο του Καλλινίκου με το κείμενο του μάρτυρος Πατριάρχου δείχνει ότι βρισκόταν μέσα στο πλαίσιο της διπλωματίας. Γιατί είναι αποδεδειγμένο πια ιστορικά ότι ο Γρηγόριος ο Ε' και ήταν γνώστης της Φιλικής Εταιρείας και προετοίμασε την επανάσταση και τελικά μαρτύρησε από τους Τούρκους. Οι διπλωματικές του κινήσεις ερμηνεύονταν και από την απόκρυψη του πράγματος ή την διαφύλαξη του λαού, για να αποφευχθούν οι σφαγές και γιατί έβλεπε τα πράγματα ευρύτερα και πιο εθνικά. Ήθελε περισσότερο την ελευθέρωση και ανασύσταση της Ρωμηοσύνης και όχι την ελευθέρωση ενός μικρού τμήματος της αυτοκρατορίας, όπως είχαν αποφασίσει οι ξένοι για να σφαγιάσουν το όνειρο του Ρήγα Φερραίου. Δεν ήθελε την προδοσία της Ρωμηοσύνης.
Πάντως, ο "ανώνυμος" χρησιμοποιούσε πολύ σκληρές φράσεις για την ενέργεια αυτή του Καλλινίκου. Στην πρώτη επιστολή του γράφει: "Το βδέλυγμα κείμενο αμαύρωσε εσαεί τις σελίδες της εφημερίδας (πού την δημοσίευσε) και την δημοκρατική συνείδηση του λαού της Εδέσσης". Προχωρούσε ακόμη περισσότερο για να πή: "Οι παραδόσεις του έθνους δεν φυλάγονται έτσι, όταν σκεπάζουμε κείμενα κι ανθρώπους που κηλιδώνουν το ιερό καθίδρυμα της Εκκλησίας. Στην περίπτωσή μας χρειάζεται το κοφτερό νυστέρι που θα καθαρίσει τ' αρρωστημένα μέλη της εκκλησίας. Και το πρώτο νάχουμε εσωτερικά δύναμη σ' όλες τις ασκήμειες, παντού να καρφώνουμε τα φλογερά καρφιά της αλήθειας, γιατί "η αξία ενός ανθρώπου", έγραψε ο Νίτσε, "μετριέται με πόσην αλήθεια μπορεί να σηκώσει". Σε άλλο σημείο έγραφε: "αφού καταράκωσε την έννοια και την αγιότητα του τιμημένου ράσου της Εκκλησίας, πώς μπορεί αυτός ο άνθρωπος να εισέρχεται στον οίκο του Θεού, δίχως τύψεις, αφού πρόδωσε τα υπέροχα ιδανικά της θρησκείας και της δημοκρατίας;...".
Τα λόγια αυτά είναι εκδικητικά και άδικα. Είναι κρίμα και άδικο να θεωρούμε ότι ο Καλλίνικος αμαύρωσε την δημοκρατική συνείδηση του λαού, αυτός που σεβάστηκε και αγάπησε τον λαό υπερβολικά, σαν να λέμε ότι ο Χριστός αμαύρωσε την δημοκρατική συνείδηση του λαού του, επειδή δεν επιτέθηκε ανοικτά εναντίον των τότε κατακτητών Ρωμαίων. Ο Καλλίνικος ενδιαφερόταν περισσότερο για την ελευθερία του προσώπου. Και είναι άδικο να θεωρηθή ότι κηλίδωσε το ιερό καθίδρυμα της Εκκλησίας και ότι ήταν άρρωστο μέλος της Εκκλησίας αυτός που κόσμησε την στρατευομένη Εκκλησία όσον ολίγοι και κοσμεί και τώρα την θριαμβεύουσα Εκκλησία.
Το γεγονός ότι ο λιβελλογράφος δεν τόλμησε να γράψη το όνομά του, δείχνει πολλά πράγματα. Δεν φτάνει ένα κείμενο να λέη την αλήθεια, πρέπει να γράφεται με αλήθεια και να υπογράφεται από αυτόν που υποστηρίζει την αλήθεια. Διαφορετικά είναι λιβελλογράφημα. Γιατί κάτω από την ανωνυμία κρύβονται οι λιβελλογράφοι. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο τότε δύο καθηγητές της Εδέσσης ο Κωνσταντίνος Σταλίδης και ο Εμμανουήλ Πετράκης έγραψαν τόσο στην "Εδεσσαϊκή" όσο και στην "Πέλλα", τοπικές εφημερίδες, κείμενα ανασκευαστικά. Θα παραθέσω μερικές φράσεις. "Δείχνει έναν άνθρωπο που τον διακρίνει η δειλία", "κινούνται ύπουλα, συνωμοτικά, όχι παλλικαρίσια", "άνθρωπος με έλλειψη ήθους, έλλειψη ευθύνης και κοντά στ' άλλα κομπλεξικός", "ένας εργάτης του σκότους εμφανίστηκε αυτές τις ημέρες", "αρρωστημένη σκέψη την κομπλεξική και αισχρή ενέργειά του", "ανώνυμες επιστολές που διανέμει σε διαφόρους ανθρώπους. Αυτός είναι τρόπος αισχρός".
Υπάρχουν όμως σοβαρές ενδείξεις ότι τον ανωνυμογράφο και λιβελλογράφο δεν τον ενδιέφερε η εγκύκλιος ή η δικτατορία, αλλά άλλα πράγματα. Το ότι ο άγνωστος-γνωστός ανώνυμος συνδεόταν με κάποιο άλλο πρόσωπο που έκανε "περίεργες" κινήσεις, αλλά και το ότι τον καιρό εκείνο διαδίδονταν πολλοί συκοφαντικοί ψιθυρισμοί σε βάρος του Καλλινίκου, που θα δούμε πιο κάτω, δείχνουν ότι βρισκόταν μέσα σ' ένα ενορχηστρωμένο σχέδιο φθοράς του Μητροπολίτου για αντεθνικούς σκοπούς. Το ότι παράλληλα εκείνη την εποχή κυκλοφορούσαν στην Έδεσσα μανιφέστα για δήθεν καταπίεση των Σλαβομακεδόνων, δείχνει ότι και αυτή η ενέργεια είχε ενταχθή, ίσως ανεπίγνωστα, μέσα στην προσπάθεια φθοράς κάθε ανθρώπου, που προκαλούσε αντίσταση και ήταν εμπόδιο. Και πραγματικά, ο Καλλίνικος ήταν εμπόδιο σε αντεθνικά σχέδια. Γι' αυτό βάλθηκαν με κάθε τρόπο να τον φθείρουν και να τον εξοντώσουν.
Η επόμενη ενότητα θα δείξη καθαρά το που απέβλεπαν όλες αυτές οι κινήσεις και ενέργειες, που τότε στον πολύ λαό δεν φαίνονταν, σήμερα όμως είναι φανερές και ευδιάκριτες. Οπότε και στο σημείο αυτό φαίνεται η αξία του Καλλινίκου. Ένα λάθος που έγινε κάτω από ειδικές συνθήκες, έγινε αφορμή να εμφανισθούν οι προδότες του Έθνους μας. Γι' αυτό η κριτική για την εγκύκλιο πρέπει οπωσδήποτε να τεθή μέσα στα πλαίσια των όσων θα λεχθούν ευθύς αμέσως.
|
|