Publishing List Homepage
ΚΟΣΜΗΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
  1     2    3   4    5    6    7     8    9   10    11    12   13   14   15   16   17    18  

© Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος
8. ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

 

[ ΠΑΝΩ ]

8. ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Στην αρχή του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου διασώζεται ένα γεγονός που εκφράζει τον χαρακτήρα της αποστολικής, αλλά και χριστιανικής ζωής. Οι δύο μαθηταί του Ιωάννου του Βαπτιστού, όταν άκουσαν τον διδάσκαλό τους να υποδεικνύη τον Χριστό και να λέγη: "ίδε ο αμνός του Θεού", Τον ακολούθησαν. Σε κάποια στιγμή ο Χριστός στράφηκε και τους ρώτησε "τί ζητείτε;". Εκείνοι του ζήτησαν να μάθουν που ακριβώς μένει. Η απάντηση του Χριστού ήταν άμεση: "έρχεσθε και ίδετε". Και σημειώνει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: "ήλθον ουν και είδον που μένει, και παρ' αυτώ έμειναν την ημέραν εκείνην, ώρα ήν ως δεκάτη" (Ιω. α', 35-40).

Το περιστατικό αυτό είναι μία προσωπική εμπειρία της αποκαλύψεως της θείας δόξης, μία μεταμόρφωση του Χριστού. Γιατί η φράση "στραφείς ο Ιησούς και θεασάμενος αυτούς" δηλώνει την φανέρωση της δόξης Του, το δε "παρ' αυτώ έμειναν την ημέραν εκείνην" υποδηλώνει σαφώς την εμπειρία της θεώσεως, την θεοπτία που είχαν οι Μαθηταί όλη την ημέρα εκείνη. Δηλαδή, αξιώθηκαν μία μέρα να ζήσουν μέσα στην δόξα της θεότητος του Χριστού.

Έτσι εξηγείται ότι ο Ευαγγελιστής Ιωάννης θα πη αργότερα, έχοντας υπ' όψη του και το περιστατικό αυτό: "ό ήν απ' αρχής, ό ακηκόαμεν, ό εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ό εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν, περί του λόγου της ζωής, -καί η ζωή εφανερώθη, και εωράκαμεν και μαρτυρούμεν και απαγγέλλομεν υμίν..." (Α' Ιω. α', 1-2).

Η χριστιανική ζωή είναι αποκάλυψη, φανέρωση και μεταδίδεται από γενηά σε γενηά, με την πνευματική γέννηση. Ο Γέροντας είναι εκείνος που μεταδίδει αυτήν την ζωή. Γι' αυτό και τα πατερικά κείμενα τονίζουν την αλήθεια ότι η υπακοή σε κάποιο διακριτικό και θεούμενο πνευματικό πατέρα μας δίνει την βεβαιότητα ότι η χριστιανική ζωή δεν είναι ουτοπία, στοχασμός και φιλοσοφία, αλλά ζωή αληθινή. Όταν βρισκόμαστε κάτω από πνευματικό πατέρα, φορέα της Ορθοδόξου Παραδόσεως, καταλαβαίνουμε καλά τί θα πη ότι ο Θεός είναι αγάπη, τί θα πη ότι είναι ελεήμων και φιλάνθρωπος, και γενικά βλέπουμε ότι η χριστιανική ζωή είναι ευαγγελική ζωή και κατά πάντα εφαρμόσιμη.

Τηρουμένων των αναλογιών, έζησα και εγώ αυτές τις ευλογημένες στιγμές, και επομένως η μαρτυρία μου για τον αείμνηστο Γέροντά μου, Μητροπολίτη Εδέσσης κυρό Καλλίνικο, αλλά και η μαρτυρία μου για την χριστιανική ζωή είναι προσωπική.

Τα γεγονότα της ζωής και συγκεκριμένα πρόσωπα μου υπέδειξαν τον αείμνηστο Γέροντα: "ίδε ο αμνός του Θεού". Υπήρξε πράγματι το άκακο αρνίο του Χριστού σε όλη του την ζωή. Τον ακολούθησα μέχρι τον σταυρό του και το προσωπικό του μαρτύριο. Τον ρώτησα που μένει και με προσκάλεσε να μείνω μαζί του. Και ομολογώ ότι έζησα κοντά του δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Μοιράστηκα το ψωμί, το φαγητό, την χαρά και τον πόνο του, προ παντός τον πόνο του. Έζησα κοντά του συγκλονιστικές στιγμές. Γι' αυτό και μπορώ να μαρτυρήσω και να ομολογήσω. Άκουσα, είδα και ψηλάφησα την αληθινή ζωή που ζούσε ο μακάριος Γέροντας. Η μαρτυρία μου είναι αληθινή, αφού όσα θα περιγράψω τα έζησα πραγματικά, και ακόμη παρέμειναν μέσα στην μνήμη μου, αν και πέρασαν τόσα χρόνια.

Στο κεφάλαιο αυτό θα παρουσιάσω τις προσωπικές μου αναμνήσεις από την επικοινωνία και την συναναστροφή μου με τον Γέροντά μου. Θα προσπαθήσω να είμαι αντικειμενικός και να εκθέσω τα γεγονότα όπως ακριβώς έχουν γίνει, χωρίς να κάνω παραλλαγές και αλλοιώσεις.

Βέβαια, πρέπει να πω ότι αυτό δεν είναι εύκολο έργο. Είναι δυσχερέστατο, γιατί έχει σχέση με τα προσωπικά μου βιώματα και αφορούν το δικό μου πρόσωπο. Δηλαδή, αναγκαστικά πρέπει να γράψω περιστατικά που συνδέονται μαζί μου. Όμως, παρά τις δυσκολίες αυτές, θα επιχειρήσω να τα καταγράψω για να φανή κυρίως η μεγάλη του φυσιογνωμία και η μεγάλη του προσωπικότητα. Άλλωστε εγώ τουλάχιστον γνωρίζω ότι αξιώθηκα αυτού του μεγάλου Γέροντος, καίτοι ήμουν ανάξιος. Ας μου συγχωρήσουν οι αναγνώστες αυτήν την προσωπική αφήγηση. Είναι αναγκαία. Πάντως θα παρακαλούσα να προσεχθούν κυρίως τα λόγια του και η αγάπη του και όχι τόσο οι έπαινοι προς το πρόσωπό μου.

 

[ ΠΑΝΩ ]

α) Πρώτη γνωριμία μας

Γνώρισα τον Γέροντά μου στο Αγρίνιο το 1959, όταν βρέθηκα εκεί σ' ένα Οικοτροφείο για να συνεχίσω τις γυμνασιακές μου σπουδές. Τότε ήμουν στην τρίτη τάξη του Γυμνασίου. Ο αείμνηστος είχε χειροτονηθή πριν δύο χρόνια πρεσβύτερος και ήταν Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας. Τον ενθυμούμαι νέο, αδύνατο, ασκητικό, να περιοδεύη τις πόλεις και τα χωριά και να κηρύττη τον λόγο του Θεού. Ήταν αγαπητός σε όλους τους Χριστιανούς ως ο π. Καλλίνικος.

Ο Διευθυντής του Οικοτροφείου εκείνου, ο κ. Ηλίας Ξένος, ο μετέπειτα Αρχιμ. Σπυρίδων Ξένος, ιερομόναχος στην Νέα Σκήτη του Αγίου Όρους είχε πολλές σχέσεις με τον π. Καλλίνικο και για τον λόγο αυτόν, όταν βρισκόταν στο Αγρίνιο, περνούσε απαραίτητα ή διανυκτέρευε στο Οικοτροφείο.

Κατά την διάρκεια της τραπέζης ήταν ευχάριστος, διδακτικός και μας έκανε εντύπωση η τεράστια μνήμη του.Μας συμβούλευε με χωρία αγίων Πατέρων και αρχαίων ακόμη συγγραφέων. Έλεγε ανέκδοτα και γενικά μας έδινε άλλη εντύπωση από εκείνη που είχαμε από μερικούς άλλους Κληρικούς. Αυτός δεν ήταν βλοσυρός, όπως μερικοί άλλοι, αλλά χαρούμενος, απλός, γελαστός. Τόση εντύπωση μου είχε κάνει η προσωπικότητά του, αλλά κυρίως οι γνώσεις του, ώστε, όταν αργότερα επρόκειτο να πάω στην Έδεσσα και να μείνω στην Μητρόπολη μαζί του, σκεπτόμουν πώς θα μπορέσω να αντέξω τις ερωτήσεις που θα μου έκανε πάνω σε θέματα γραμματικής, συντακτικού, αρχαίων φιλοσόφων, όπως έκανε τότε.

Είχα την εξαιρετική ευλογία του Θεού από τότε να με ξεχωρίση με την αεικίνητη ματιά του ο π. Καλλίνικος. Αμέσως μόλις ερχόταν στο Οικοτροφείο του ετοίμαζα την πορτοκαλάδα και πάντοτε είχε έναν καλό λόγο να πή. Όπως π.χ. "τήν δροσιά του να έχης". Τον συνόδευα σε μερικές περιοδείες του.

Ενθυμούμαι ότι την ημέρα της εορτής του αγίου Κωνσταντίνου πήγαμε μαζί στο χωριό Βαρειά, σ' ένα εξωκκλήσι του χωριού που γιόρταζε. Το εξωκκλήσι βρισκόταν πάνω σ' ένα λόφο. Πήγαμε το πρωΐ πριν τις 7 η ώρα. Ο ίδιος συνέδεσε την φορητή μεγαφωνική εγκατάσταση. Μου είχε κάνει τεράστια εντύπωση ότι ένας παπάς, και μάλιστα ο Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως, ασχολούνταν με τέτοια πράγματα. Και αφού ετοιμάσθηκε η μεγαφωνική εγκατάσταση έκανε ανακοίνωση. Μεταξύ άλλων είπε: "Ευλογημένοι Χριστιανοί, εξημέρωσε η ημέρα της εορτής του Μ. Κωνσταντίνου. Στο εξωκκλήσι που τιμάται στο όνομά του, θα γίνη ο Όρθρος και η θεία Λειτουργία. Ελάτε να πάρετε την ευλογία του Θεού και του Μ. Κωνσταντίνου". Εντύπωση μου έκανε η απαλή και γλυκειά του φωνή.

Μία άλλη φορά τον συνόδευσα, κρατώντας την βαλίτσα με τα άμφιά του, στον παλαιό Ιερό Ναό του αγίου Δημητρίου για να λειτουργήση. Πήγαμε με τα πόδια από το Οικοτροφείο μέχρι τον Ιερό Ναό. Στον δρόμο κατά διαστήματα έλεγε συνέχεια "δόξα σοι ο Θεός", "ευλογητός ο Θεός". Κάποτε-κάποτε μου έδινε και μερικές συμβουλές ή με ρωτούσε για τα μαθήματά μου. Περάσαμε από τον ανεγειρόμενο νέο Ιερό Ναό, που βρίσκονταν στην τοιχοποΐα, περίπου τεσσάρων μέτρων από το έδαφος. Μόλις φθάσαμε, πριν μπούμε στον παλαιό Ναό για την ακολουθία του Όρθρου έκανε προσευχή: "Κύριε, δώσε την ευλογία Σου να κτισθή ο Ναός Σου". Και στράφηκε σε μένα για να μου πή. "Να με αξιώση ο Θεός κάποτε να λειτουργήσω στον Ναόν αυτό". Και φυσικά αξιώθηκε από τον Θεό και το έκανε με μεγάλη χαρά.

Τον ενθυμούμαι στον Ι. Ναό Ζωοδόχου Πηγής Αγρινίου να τελή την βραδυνή Προηγιασμένη θεία Λειτουργία με πολλή κατάνυξη και συντριβή. Δεν θυμάμαι το κήρυγμά του, αλλά μου έκανε ιδιαιτέρα εντύπωση η ακτινοβολούσα και ασκητική του φυσιογνωμία και προσωπικότητα.

Παρά το ότι είχε πληθώρα εργασιών και απασχολήσεων και η έδρα του ήταν στο Μεσολόγγι, εν τούτοις περιόδευε παντού. Δεν άφηνε κανέναν τόπο που να μη τον επισκέπτεται. Παρακολουθούσε τα πάντα ως ένας αεικίνητος οφθαλμός. Τον θυμάμαι πολύ παραστατικά στην κατασκήνωση, στον άγιο Βλάση, όταν ήρθε και μας γέμισε χαρά και αισιοδοξία. Ασκητικό, λεπτοκαμωμένο, με τα σπινθηροβόλα μάτια του να είναι επάνω σ' ένα άλογο. Δεν ενθυμούμαι τίποτε περισσότερο, ούτε τα λόγια που μας απηύθυνε, αλλά θυμάμαι το πανηγύρι που έγινε με τον ερχομό του και την βαθειά αίσθηση που μου άφησε στην μνήμη και την καρδιά μου.

Στο Οικοτροφείο μας ανέφερε ιστορίες από το Γεροντικό, από τους βίους των αγίων και ιδιαιτέρως από τις περιοδείες του στα Μοναστήρια της περιφερείας. Συχνά μνημόνευε τον βίο του αγίου Νεομάρτυρος Ιωάννου του εκ Κονίτσης, που μαρτύρησε στο Αγρίνιο το 1814, καθώς επίσης πολλά λόγια του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, τον οποίο αγαπούσε ιδιαιτέρως. Επίσης μας έλεγε για τον άγιο Ιάκωβο από την Δερβέκιστα. Οι ιστορίες και οι διηγήσεις μας συγκινούσαν βαθειά και θέλαμε πολύ την παρουσία του.

Κάποτε, όταν ήλθε στο Οικοτροφείο, με παρακάλεσε να του δώσω το βερνίκι για να βάψη τα παπούτσια του. Είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο να είναι τα παπούτσια του και τα ράσα του καθαρά. Τον οδήγησα σε μια παράγκα που βρισκόταν στο προαύλιο του Οικοτροφείου, αλλά τον παρακάλεσα να μου τα δώση να τα βάψω εγώ. Εκείνος αρνήθηκε και μου είπε: "Όσο μπορώ, θέλω να αυτοεξυπηρετούμαι. Αν δεν μπορέσω στο μέλλον, τότε μου τα κάνης". Αυτό αποδείχθηκε και προφητικό.

Ο π. Σπυρίδων Ξένος αργότερα διηγείτο ότι ο π. Καλλίνικος τον ρώτησε ποιόν από τους οικοτρόφους θα του δώση για να τον ακολουθήση, εάν ο Θεός επιτρέψη να γίνη Δεσπότης. Και εκείνος του υπέδειξε εμένα. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Ο ίδιος ο π. Σπυρίδων του είπε ότι όταν θα γίνης Δεσπότης θα σού δώσω τον Γιώργο να έλθη μαζί σου.

Αργότερα, ως φοιτητής, πέρασα κάποτε από την αγία Ελεούσα, που βρίσκεται μεταξύ του Αγρινίου και του Μεσολογγίου, στα στενά της Κλεισούρας. Έμαθα ότι εκεί βρίσκεται ο Πρωτοσύγκελλος, ο π. Καλλίνικος. Με μεγάλη χαρά έτρεξα να πάρω την ευχή του. Μπήκα σ' ένα δωμάτιο και μεταξύ των άλλων είδα τον π. Καλλίνικο να κάθεται πολύ απλά πάνω σ' ένα κρεββάτι, ενώ οι άλλοι σε καρέκλες. Χάρηκε πολύ. Με πήρε πιο πέρα και αμέσως έβγαλε το πορτοφόλι του και μου έδωσε ένα σημαντικό χρηματικό ποσόν. Συνήθιζε ο αείμνηστος να προσφέρη χρήματα σε όλους τους φοιτητές, έστω κι αν δεν υπήρχε μια συγκεκριμένη ανάγκη.

Του έστελνα γράμματα, όσο ήμουν μακρυά από το Αγρίνιο. Και εκείνος πάντοτε μου απαντούσε. Δυστυχώς, δεν μπορώ να βρώ τα γράμματα αυτά. Αλλά μια φράση σε μια επιστολή του μου έκανε εντύπωση και την θυμάμαι ακόμη. "Έλαβα την επιστολή σου την αρωματισμένη από το άρωμα της πίστεώς σου".

Όταν έφυγα από το Αγρίνιο και φοιτούσα στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, δεν είχα πολλή επικοινωνία μαζί του. Άκουγα όμως από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό του Μεσολογγίου την ομιλία που έκανε κάθε Κυριακή πρωΐ, όταν ήμουν στα Γιάννενα.

 

[ ΠΑΝΩ ]

β) Η επικοινωνία μου με τον Μητροπολίτη Καλλίνικο

Το έτος 1967 εξελέγη Μητροπολίτης Εδέσσης και Πέλλης. Κατά την χειροτονία του δεν μπόρεσα να παρευρεθώ, γιατί ήταν περίοδος εξετάσεων και δεν μπορούσα να κατέβω στην Αθήνα. Επίσης, στην ενθρόνισή του βρισκόμουν στα Γιάννενα και δεν ήταν εύκολο να μεταβώ στην Έδεσσα. Φρόντισα όμως, όταν το Φθινόπωρο ανέβηκα στην Θεσσαλονίκη, να τον επισκεφθώ και να λάβω την ευχή του.

Θα πηγαίναμε με έναν φίλο μου. Από ό,τι έμαθα μετά, μας περίμενε με έντονη επιθυμία και αγάπη. Ενθυμούμαι την επιθυμία του για την εύρεση "εργατών του ευαγγελίου", όπως χαρακτηριστικά έλεγε.Μας κάλεσε να τον βοηθήσουμε στο δύσκολο έργο και την δύσκολη αποστολή του Επισκόπου. Εκείνη όμως την εποχή ενδιαφερόμουν για άλλα πράγματα, δηλαδή ενδιαφερόμουν για μια πανεπιστημιακή εξέλιξη με σπουδές στο εξωτερικό κλπ., γι' αυτό και δεν του έδωσα καμμιά θετική απάντηση. Πάντως, από την πρώτη στιγμή εξεθείαζε τον καλό τόπο στον οποίο τον έφερε ο Θεός και τους καλούς Χριστιανούς που βρήκε. "Με αγάπησε ο Θεός και με έστειλε σε καλό τόπο με καλούς ανθρώπους. Αν μετά το ξερρίζωμά μου από το Μεσολόγγι ερχόμουν σε κανένα άσχημο τόπο, τότε δεν ξέρω αν θα μπορούσα να το αντέξω".

Αργότερα έμαθα ότι, κατά την επίσκεψή μου εκείνη, είπε στην μητέρα του, που ζούσε ακόμη, ότι τα δύο αυτά παιδιά θα έλθουν εδώ να γίνουν Κληρικοί. Και η μητέρα του απάντησε: "Εκείνο το μεγάλο αποκλείεται να έλθη, εκείνο το μικρό (εννοούσε εμένα) μπορεί να έλθη".

Μερικές άλλες φορές τον επισκέφθηκα στην Έδεσσα και πάντοτε δεν κουραζόταν να με προσκαλή να τον βοηθήσω στο έργο του. Είχε έντονο ενδιαφέρον και μεγάλη αγάπη για το ποίμνιό του. Φυσικά, άρχισα να το σκέπτομαι σοβαρά. Συνέχεια μου έλεγε ότι πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να βοηθήσουμε τον λαό.

Οι σχέσεις μας αυξήθηκαν όταν ήταν Τοποτηρητής της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Ήταν πραγματικά μία δύσκολη περίοδος για την Εκκλησία της Ελλάδος. Τότε εκθρονίστηκε ο Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Κύριος Παντελεήμων και ανέθεσαν την Τοποτηρητεία στον Μητροπολίτη Εδέσσης Καλλίνικο. Υπήρχαν πολλοί που αγαπούσαν τον γλυκύτατο και μεγαλοπρεπή Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα. Επομένως, δεν ήταν εύκολη η αντικατάστασή του και η ανάληψη της Τοποτηρητείας.

Ενθυμούμαι ότι ο αείμνηστος Καλλίνικος ήλθε στην Θεσσαλονίκη με πολύ μεγάλη απλότητα και ταπείνωση. Επισκέφθηκε τον Παναγιώτατο στην Μητρόπολη για να υποβάλη τα σέβη του και να του πη ότι παρά τον σεβασμό στο πρόσωπό του, δέχθηκε να ορισθή Τοποτηρητής από υπακοή στην Εκκλησία. Ο Παναγιώτατος του είπε ότι δεν είχε παράπονα μαζί του. Στην συνέχεια ο Γέροντάς μου του είπε να παραμείνη στην Μητρόπολη όσο θέλει. Ο ίδιος έμενε σε ξενοδοχείο. Έδωσε όμως εξουσιοδότηση στον τότε Επίσκοπο Ταλαντίου Στέφανο να τον εκπροσωπή εν παντί. Η Τοποτηρητεία του διήρκεσε περίπου δύο εβδομάδες, οπότε εξελέγη νέος Μητροπολίτης ο Αρχιμ. Λεωνίδας Παρασκευόπουλος.

Η πρώτη λειτουργική επικοινωνία του με τον λαό της Θεσσαλονίκης ήταν κατά την εορτή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, την Β' Κυριακή των Νηστειών. Η ατμόσφαιρα λόγω της εκθρονίσεως ήταν ηλεκτρισμένη. Τον ενθυμούμαι όμως γαλήνιο, απλό και ταπεινό πάνω στον θρόνο κατά την διάρκεια του εσπερινού. Και να ήθελε κανείς να δημιουργήση προβλήματα δεν μπορούσε, γιατί αφοπλιζόταν από την απλότητα και την ασκητικότητα του Τοποτηρητού. Θυμάμαι ότι πρόσεχα μήπως δημιουργηθούν επεισόδια. Όμως αφόπλισε τους πάντες με την απλότητά του.

Μετά τον Εσπερινό πήγαμε μαζί στο ξενοδοχείο που έμενε και στην συνέχεια μου έκανε τραπέζι σε εστιατόριο. Δόθηκε η ευκαιρία να πούμε πολλά και να επιτείνη τις παρακλήσεις του για να πάω μετά το πτυχίο μου στην Έδεσσα.

Στην Θεσσαλονίκη το ποίμνιο τον αισθάνθηκε, παρά το μικρό διάστημα της Τοποτηρητείας. Προκάλεσε μεγάλη εντύπωση η ομιλία του την Β' Κυριακή των Νηστειών στον Μητροπολιτικό Ναό, κατά την εορτή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Το χωρίο που ανέλυσε ήταν: "Δια τούτο δει περισσοτέρως ημάς προσέχειν τοις ακουσθείσι, μήποτε παραρρυώμεν". Επίσης, εντύπωση προξένησε το κήρυγμά του κατά την Εθνική εορτή της 25ης Μαρτίου στον Ιερό Ναό του αγίου Δημητρίου. Κατά την ομιλία του μεταξύ άλλων είπε: "Υπάρχουν πολλοί που λένε: "Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει". Όμως είναι λάθος. Τα ντουβάρια δεν πεθαίνουν, η Ελλάδα πεθαίνει". Αυτό το είπε με μεγάλη ένταση φωνής, εννοώντας ότι η Ελλάδα δεν είναι απλώς ένας χώρος, αλλά ένας τρόπος ζωής. Στον Ιερό Ναό της Αχειροποιήτου ομίλησε για την Παναγία ότι είναι "δένδρον ευσκιόφυλλον, υφ' ου σκέπονται πολλοί". Επίσης τον ενθυμούμαι κατά την Λειτουργία στον καθεδρικό Ναό της Αγίας Σοφίας. Ήταν κατανυκτικότατος. Έκανε και χειροτονία κληρικού. Οπότε σε κάποια στιγμή είπε: "Ο ιερεύς πρέπει να είναι διάφανος. Σαν να ζη σ' ένα γυάλινο σπίτι και να τον βλέπουν όλοι. Τόσο καθαρή να είναι η προσωπική του ζωή". Ήμουν τότε στην χορωδία του Χαρίλαου Ταλιαδώρου και ενθυμούμαι ότι είπε: "Αυτός είναι καλός. Ωραία τα λέει".

Επίσης πραγματοποίησε και μία διάλεξη στην αίθουσα της Ιεράς Μητροπόλεως για τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Τον αγαπούσε πολύ τον άγιο και συνετέλεσε πολύ στην επίσημη καταχώρισή του στο αγιολόγιο της Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Την ώρα της διαλέξεως είχαμε στο Πανεπιστήμιο το μάθημα της Δογματικής με τον Καθηγητή Ιωάννη Καλογήρου. Την προηγούμενη ώρα μας είπε ότι δεν θα κάνουμε μάθημα, γιατί πρέπει να πάμε να ακούσουμε την ομιλία του Τοποτηρητού. Η ομιλία του αυτή έκανε ιδιαίτερη αίσθηση στο ακροατήριο.

Τον Οκτώβριο του 1968 είχα καταλήξει στο να απορρίψω άλλες προτάσεις για υποτροφία στο εξωτερικό και να πάω στην Έδεσσα να χειροτονηθώ από τον Καλλίνικο, μόλις θα έπαιρνα το πτυχίο μου. Είχαμε συζητήσει όλα τα σχετικά. Η μόνη διαφωνία μου ήταν ότι ήθελα να υπηρετήσω πρώτα στον Στρατό και στην συνέχεια να χειροτονηθώ. Εκείνος πρότεινε να πάρω απαλλαγή από τον Στρατό, λόγω ιερωσύνης και ουσιαστικά να περάσω την στρατιωτική μου θητεία ως λαϊκός κοντά του. Μου είπε χαρακτηριστικά: "στρατιώτης θα είσαι σε όλη σου την ζωή. Η ασκητική είναι στρατιωτική ζωή". Ήθελα όμως να υπηρετήσω για να μη δημιουργηθούν εντυπώσεις ότι αποφεύγω τον Στρατό. Προς τον σκοπό αυτόν ρώτησα τον αείμνηστο Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Διονυσίου Αγίου Όρους Αρχιμ. Γαβριήλ, με τον οποίον είχα πνευματική επικοινωνία καθ' όλη την διάρκεια των σπουδών μου. Εκείνος μου απάντησε διακριτικά: "Η απαλλαγή δεν είναι άρνηση προς την πατρίδα. Άλλωστε, όσοι πηγαίνουν στον Στρατό, όπως και οι αναρχικοί, δεν σημαίνει ότι αγαπούν την Πατρίδα. Μόνον που θα πρέπη να ζητήσης από τον Εδέσσης να μείνης στην Μητρόπολη μαζί του, να μη μείνης μόνος σου έξω". Το είπα στον Γέροντα και μου απήντησε: "Αυτό είναι φυσικό".

Έγινε η σχετική διαδικασία για την απαλλαγή. Ετοίμασε μόνος του όλα τα δικαιολογητικά. Δεν με άφησε να πληρώσω το ποσόν που έπρεπε να καταβληθή. Το πλήρωσε ο ίδιος με πολύ μεγάλη χαρά. Και φυσικά αυτό δεν το έκανε από το ταμείο της Ιεράς Μητροπόλεως, αλλά από τα προσωπικά του χρήματα. Βέβαια, πρέπει να σημειωθή ότι αυτή ήταν γενική αρχή του. Την μαγείρισσα δεν την πλήρωνε η Ιερά Μητρόπολη, αλλά αυτός ο ίδιος. Ακόμη και τα αυγά του Πάσχα, που μοίραζε στον λαό, τα αγόραζε από τα προσωπικά του χρήματα. Ολόκληρο το δώρο και πολλές φορές και ο μισθός του Πάσχα πήγαιναν για την αγορά των αυγών που μοίραζε. Το ίδιο συνέβαινε και για τα τηλεφωνήματα. Φρόντιζε να γνωρίζη πόσα ήταν τα προσωπικά του τηλεφωνήματα και ποιά ήταν των Γραφείων της Ιεράς Μητροπόλεως και πλήρωνε το ποσόν που αντιστοιχούσε στα δικά του.

Όταν την τελευταία φορά μετά το πτυχίο μου πήγα στην Έδεσσα για να του ανακοινώσω ότι θα πήγαινα στην πατρίδα μου, τα Γιάννενα, για να ετοιμασθώ και στην συνέχεια να ερχόμουν στην Έδεσσα, συγκινήθηκε πολύ, με φίλησε και έδειξε πληθωρικά την αγάπη του και την χαρά του.

 

[ ΠΑΝΩ ]

γ) Η μετάβασή μου στην Έδεσσα

Αφού εόρτασα με τους δικούς μου το Πάσχα, με την ευχή τους πήγα στην Έδεσσα την 30ή Απριλίου 1969. Τον είχα ενημερώσει προηγουμένως και με περίμενε με μεγάλη χαρά. Όταν έφθασα στην Έδεσσα, σηκώθηκε από το Γραφείο του, με φίλησε συγκινημένος και μου είπε: "πρίν κάνουμε ό,τιδήποτε, παιδί μου, πάμε στο εκκλησάκι να προσευχηθούμε, να ευλογήση ο Θεός την συνοίκησή μας. Θα ζήσουμε μαζί σε όλη μας την ζωή. Εσύ, παιδί μου, θα μου κλείσης τα μάτια. Πάμε, λοιπόν, στην Εκκλησία, να παρακαλέσουμε τον Θεό να ευλογήση την συνοίκησή μας".

Με κατέπληξε αυτή η πρωτοβουλία του και η αυθόρμητη ενέργειά του. Όλα τα θέματα και τα προβλήματα της ζωής του ο μακάριος Γέροντας ήξερε να τα αναθέτη στον Θεό δια της προσευχής. Ζούσε διαρκώς προσευχόμενος. Ήταν μια προσευχή. Αυτό που μου είπε τότε αποδείχθηκε και προφητικό, γιατί με αξίωσε ο Θεός να τον υπηρετήσω όσο μπορούσα πιο πιστά και στην συνέχεια να του κλείσω τα μάτια.

Πήγαμε στο εκκλησάκι της Μητροπόλεως. Άναψε το κερί, το λιβάνι, γονάτισε μπροστά στην Αγία Τράπεζα και έκανε μια δική του αυτοσχέδια προσευχή. Δεν ενθυμούμαι ακριβώς τα λόγια που είπε. Πάντως είχαν σχέση με το να ευλογήση ο Θεός την συνοίκησή μας. Παρακολουθούσα κατάπληκτος και συγκινημένος.

Μετά την προσευχή μου πήρε την βαλίτσα και μου έδειξε ο ίδιος προσωπικά το δωμάτιο και το κρεββάτι που θα έμενα. Ξεσκόνισε ο ίδιος το κρεββάτι, το κομοδίνο. Στην συνέχεια μου έδειξε όλα τα άλλα μέρη του οικήματος. Με πήγε στην κουζίνα και δείχνοντας το ψυγείο μου είπε: "Είσαι παιδί και πρέπει να τρώς. Θα χαρώ όταν κάποτε ανεβώ και σε δώ να ανοίγης μόνος σου το ψυγείο και να τρώς. Αυτό θα με χαροποιήση πολύ, γιατί θα βλέπω ότι θα αισθάνεσαι σαν στο σπίτι σου".

Κατεβήκαμε στο Γραφείο. Μου δώρισε αμέσως μια Καινή Διαθήκη με μετάφραση, πάνω στην οποία έβαλε την υπογραφή του και ημερομηνία, υπενθυμίζοντας την ημέρα της εισόδου μου στην Μητρόπολη.

Ομολογώ ότι στην αρχή πέρασα δύσκολες ημέρες στην Έδεσσα. Όχι, βέβαια, από τον Καλλίνικο, αλλά από την αλλαγή της ζωής μου. Μέχρι τότε ήμουν φοιτητής, έμενα σε Οικοτροφείο με πολλούς άλλους, και αμέσως βρέθηκα σε άγνωστο περιβάλλον. Είχα τάσεις φυγής. Το μόνο που με συγκρατούσε ήταν η αγάπη και η καλωσύνη του Μητροπολίτου.

Μια μέρα μου είπε: "Έχεις ραδιόφωνο μαζί σου;". Του απάντησα αρνητικά. Τότε μου έδωσε ένα πολύ καλό ραδιόφωνο, που είχε αγοράσει εκείνες τις ημέρες, για να ακούω τις ειδήσεις και τα νέα. Μάλιστα μου είπε: "Είχα ένα παλιό ραδιοφωνάκι και ήθελα να αγοράσω ένα καινούριο για να με εξυπηρετή καλύτερα. Όταν το αγόρασα, σκέφθηκα να σού δώσω το παληό. Αλλά αμέσως μετάνοιωσα. Είπα: Δεν είναι καλό να κρατήσω εγώ το καινούριο και να δώσω στο παιδί το παληό. Γι' αυτό θα πάρης εσύ το καινούριο". Όλα αυτά τα έκανε με πολλή απλότητα, χωρίς να μου δημιουργή αίσθημα ευγνωμοσύνης και υποχρεώσεως. Αν κάποτε ήθελε κανείς να του υπενθυμίση το καλό που του είχε κάνει, στενοχωριόταν πολύ και τον προέτρεπε να σταματήση.

Από τις πρώτες ημέρες που πήγα στην Έδεσσα, έλαβα επιστολή από τον κ. Θεόδωρο Βλαχόπουλο, Γραμματέα της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας, που ήταν και δικό του πνευματικό παιδί. Μου έγραφε:

Μεσολόγγιον τη 10-5-1969

Αγαπητέ Γιώργο,

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ,

Με ιδιαιτέραν χαράν από τον Πολυσέβαστόν μου Γέροντα και αξέχαστον Συνεργάτην Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Εδέσσης κ.κ. Καλλίνικον επληροφορήθην τα της τοποθετήσεώς σας εις την Μητρόπολιν Εδέσσης. Χαίρω και συγχαίρω ολοψύχως.

Ο Μητροπολίτης Εδέσσης κύριος ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ είναι ένας σύγχρονος Άγιος. Είναι ο διαπρεπής Ιεράρχης της Ελλαδικής Εκκλησίας, ο Ταπεινός, ο Ασκητής, ο Ηθικός, ο Αφιλάργυρος, ο Καταδεκτικός, ο Πράος, αλλά και ο αψύς εις την αμαρτίαν, ο γεμάτος Αγάπην, ενδιαφέρον και Πατρικήν Στοργήν προς όλους ιδία όμως προς τους συνεργάτας Του. Κάθε λέξις Του είναι και ένα απόφθεγμα πείρας πολλής. Έχει δυνάμεις κηρυκτικάς, διοικητικάς και πλησίον Του ο νεαρός πτυχιούχος της Θεολογίας λαμβάνει τα απαραίτητα εφόδια δια την ζωήν. Δι' αυτό το γεγονός της τοποθετήσεώς σας εις την Μητρόπολίν Του πρέπει να χαιρετισθή ως ΕΥΛΟΓΙΑ ΘΕΟΥ. Να δοξάζητε καθημερινώς τον Θεόν δια την μεγάλην Του αυτήν δωρεάν και να εύχησθε δια τον Άγιον Ποιμενάρχην Εδέσσης.

Εγώ που έζησα τόσα χρόνια κοντά Του ζώ με την μορφήν Του. Βαδίζω εις τον δρόμον και νομίζω, ότι συμβαδίζομε. Γράφω εις το Γραφείον και νομίζω, ότι με φωνάζει να πάω μέσα. Η μορφή Του με συντροφεύει. Και μόνον όταν ακούω την φωνήν Του εις το τηλέφωνον λαμβάνω θάρρος δια τις αντιξοότητες της ζωής. Λοιπόν αντιγράψατε φυσιολογικώς εξ αυτού πάν ό,τι δύνασθε. Επωφεληθήτε της τοποθετήσεώς σας πλησίον Του. Θα είναι δια σάς ο ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ, Ο ΦΙΛΟΣ, Ο ΠΑΤΕΡΑΣ, Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ, Ο ΠΟΙΜΕΝΑΡΧΗΣ. Ανοίξατέ του την καρδιάν σας και παραδώσατέ την εις Αυτόν χωρίς όρους. Μια και ο Θεός σάς έταξε να προσεδρεύετε παρά τω Θυσιαστηρίω μη έχετε επιφυλάξεις. Αγαπήσατέ Τον και ο Θεός δια των πραγμάτων θα ομιλήση.

Ως μεγαλύτερος εις την ηλικίαν αδελφός και συνάδελφός σας εύχομαι ο Κύριος να σάς χαρίζη υγείαν και πλουσίαν την Χάριν Του εις την νέαν σας θέσιν.

Μετά πολλής εν Κυρίω αγάπης

καί θερμών συγχαρητηρίων

Θ. Βλαχόπουλος

Υπογράφω ενσυνείδητα την επιστολή αυτή. Τέτοιος ήταν ο Γέροντάς μου. Έτσι τον γνώρισα και εγώ και έτσι τον έζησα. Τα ίδια αισθήματα είχα τότε απέναντί του, αλλά και τώρα τα ίδια διατηρώ. Και για μένα είναι άγιος. Στην προσωπική μου ζωή απεδείχθη και ευεργέτης, και φίλος, και πατέρας, και μεγαλύτερος αδελφός, και ποιμενάρχης. Ήταν τα πάντα.

Φυσικά, μου έγραψε το γράμμα αυτό, γιατί ο αείμνηστος εξεδήλωνε στα πιο δικά του πρόσωπα την χαρά του για την μετάβασή μου στην Έδεσσα.

Λίγες μέρες μετά ενδιαφέρθηκε για τον διορισμό μου ως Βοηθού Ιεροκήρυκος, όπως το επέτρεπε ο Νόμος. Μόνος του τακτοποίησε όλα τα χαρτιά, μόνος του έγραψε τις αιτήσεις και απλώς μου τις έδινε για να τις υπογράψω. Φυσικά, αυτό συνεχίστηκε και σε όλες τις μετέπειτα προαγωγές μου. Μόνος του ετοίμαζε όλα τα σχετικά χαρτιά, έγγραφα. Εγώ δεν γνώριζα απολύτως τίποτε από αυτά.

Την 19ην Ιουνίου 1969, κατά την διάρκεια της Συνεδριάσεως του Τοπικού Παραρτήματος της Αποστολικής Διακονίας, με διόρισε Βοηθό Ιεροκήρυκα. Προτείνοντάς με είπε: "Ο κ. Γεώργιος Βλάχος του Σωτηρίου, πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υπέβαλε την από 17-3-69 αίτησιν προς διορισμόν του ως βοηθού Ιεροκήρυκος της Ιεράς Μητροπόλεως. Ο Θεολόγος ούτος τυγχάνει γνωστός εμοί από των μαθητικών του χρόνων, διότι ως μαθητής εφοίτησεν εις το Γυμνάσιον Αγρινίου, πόλεως της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας, εν ή υπηρέτησα ως Πρωτοσύγκελλος. Παρακολουθώ όθεν από ετών τούτον και διεπίστωσα αδιστάκτως, ότι πρόκειται περί ευλαβούς προσώπου, διακρινομένου δια το ήθος, τον χαρακτήρα, τον ιεραποστολικόν ζήλον και τας ικανότητας περί το Θείον Κήρυγμα. Ανέλαβεν υπηρεσίαν Ιεροκήρυκος από 1ης Μαΐου ε.έ. εν τη Ιερά Μητροπόλει και έδωκε δείγματα, ότι πρόκειται περί φερέλπιδος νέου. Όθεν προτείνω τον διορισμόν αυτού ως βοηθού Ιεροκήρυκος, συμφώνως τω άρθρω 14 του Α. Ν. 976/1946 "περί Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος" επί τω βαθμώ και μισθώ Εισηγητού, από 1ης Μαΐου αφ' ής και ανέλαβε καθήκοντα. Περιττόν να τονίσωμεν, ότι υφίσταται ανάγκη πυκνώσεως του Θείου Κηρύγματος εν τη ακριτική Ιερά Μητροπόλει ημών".

Επανειλημμένως προσπαθούσε να βρη τρόπους να δείχνη την αγάπη του προς το πρόσωπό μου. Δύο συγκεκριμένα περιστατικά θα αναφέρω από την εποχή εκείνη, που δείχνουν την ευαισθησία του και την πληθωρική του αγάπη προς τους συνεργάτας του. Το ένα ότι μια μέρα με πήρε μαζί του στην Θεσσαλονίκη. Χωρίς να το καταλάβω καλά πήγαμε σ' ένα κατάστημα δερματίνων ειδών. Με ρώτησε αν μου αρέση μια δερμάτινη τσάντα. Του απάντησα καταφατικά και εκείνος αμέσως την αγόρασε και μου την έδωσε. Το δεύτερο περιστατικό ήταν όταν πήγαμε για άλλες υποθέσεις στην Αθήνα. Μεταξύ των εργασιών ήταν να επισκευάσουμε μια γραφομηχανή της Ιεράς Μητροπόλεως. Τότε χωρίς να μου ζητήση την άδεια, χωρίς να με ρωτήση αγόρασε μια γραφομηχανή με δικά του χρήματα και μου είπε: "Αυτή είναι δική σου. Να μάθης να γράφης, γιατί θα σού χρειασθή". Από τότε μέχρι σήμερα (1998) σχεδόν τριάντα χρόνια χρησιμοποιώ την ίδια γραφομηχανή. Με αυτήν έχω γράψει όλα τα βιβλία και πολλά άλλα κείμενα. Είναι ευλογία του αειμνήστου Γέροντα.

Η πληθωρική του αγάπη με συγκινούσε. Αλλά και εγώ ανταποκρινόμουν σε αυτήν. Επί εικοσιτετραώρου βάσεως ήμουν κοντά του. Δεν έκανα τίποτε αν δεν τον ρωτούσα. Δεν πήγαινα πουθενά χωρίς ευλογία. Στην αγάπη του ανταποκρινόμουν φιλοτίμως. Οι μόνες δικές μου ώρες ήταν οι μεσημεριανές. Γι' αυτό τις ώρες αυτές ετοίμαζα τα κηρύγματα και ό,τιδήποτε άλλο προσωπικό ήθελα να κάνω. Πρόσεχα δε να μη προλάβη κανείς να κτυπήση το κουδούνι κατά την διάρκεια της μεσημβρινής αναπαύσεως και τον ξυπνήση.

Πρέπει να πω ότι ο ίδιος δεν συμπεριφερόταν ως Γέροντας ούτε καν ως πνευματικός πατέρας. Με άφηνε εντελώς ελεύθερο. Δεν με υποχρέωσε να εξομολογούμαι σε αυτόν. Μάλιστα, για να με διευκολύνη στην αρχή μου είπε ότι δεν είμαι υποχρεωμένος να εξομολογούμαι σ' εκείνον. Ίσως καταλάβαινε ότι στην αρχή είχα πρόβλημα να εξομολογούμαι και να μένω πλησίον του Πνευματικού μου. Ντρεπόμουν πολύ. Όμως αργότερα ξεπέρασα αυτήν την δυσκολία και έτσι στην συνέχεια αισθανόμουν πολλή άνεση. Πάντως, δεν μου συμπεριφερόταν ως Γέροντας. Τον φώναζα Σεβασμιώτατο. Μετά τον θάνατό του τον τιτλοφορώ Γέροντα. Τον αισθανόμουν ως Γέροντα, αλλά δεν μπορούσα να τον προσφωνήσω κατ' αυτόν τον τρόπο.

Στις συζητήσεις που κάναμε συχνά έλεγε ότι πρέπει να σεβόμαστε απόλυτα την ελευθερία του άλλου. Δεν μπορούμε να τον πιέζουμε. Δεν ήθελε κοντά του ανθρώπους μουτρωμένους, στενοχωρημένους και πιεζομένους. Όταν το καταλάβαινε αυτό, αισθανόταν στενοχώρια. Μου έλεγε συχνά: "χαίρομαι που είσαι έτσι", δηλαδή χαρούμενος, γελαστός.

Το πρωΐ ήταν δύσκολο να κάνουμε κοινή ακολουθία. Όμως το βράδυ απαραίτητα κάναμε το απόδειπνο. Κτυπούσε ο ίδιος το καμπανάκι που ήταν έξω από το εκκλησάκι. Ο κτύπος του ακουγόταν και στην γειτονιά και μια μητέρα έλεγε στα παιδιά της: "Άντε να κοιμηθήτε. Δεν ακούτε ότι ο Δεσπότης κάνει προσευχή και ετοιμάζεται να κοιμηθή;". Άναβε το καντηλάκι ο ίδιος, ετοίμαζε το θυμιατό και άρχιζε το απόδειπνο στα σκοτεινά. Τα τμήματα του αποδείπνου τα λέγαμε εναλλάξ από στήθους. Ο ίδιος θυμιάτιζε τις εικόνες κλπ. Αξέχαστες θα μου μείνουν αυτές οι συγκινητικές στιγμές. Στην συνέχεια λάμβανα την ευχή του και αποσυρόμασταν στα δωμάτια περίπου στις εννέα με εννιάμιση το βράδυ.

Κάθε Σάββατο απόγευμα, αλλά και σε κάθε εσπερινό εορτής, αν βρισκόταν στην Έδεσσα, πηγαίναμε πανηγυρικά στον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Σκέπης. Έρχονταν οι Εφημέριοι του Ιερού Ναού στο Μητροπολιτικό Οίκημα και πηγαίναμε εν πομπή στον Ναό. Τον ενθυμούμαι κατά τον εσπερινό του Σαββάτου ευθυτενή, απλό, σαν Βυζαντινή αγιογραφία επάνω στον Δεσποτικό θρόνο, να απαγγέλλη με την γλυκειά και λεπτή φωνή του τον Προοιμιακό ψαλμό, την ευχή "Καταξίωσον κύριε", το "Νύν απολύεις τον δούλον σου Δέσποτα". Στην συνέχεια τον ενθυμούμαι να κατέρχεται από τον θρόνο και να στέκεται στο μέσον του Ιερού Ναού κατά την διάρκεια της απολύσεως. Μετά εξερχόμενος συζητούσε με τους ιερείς, τους ιεροψάλτες, τους Επιτρόπους, τους ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί. Πολλές φορές έμπαινε στα μαγαζιά και συνομιλούσε με τους ανθρώπους. Νωρίς καταλήγαμε το Σάββατο στο Μητροπολιτικό Οίκημα, προετοιμαζόμενοι για την άλλη ημέρα.

Αξέχαστες ημέρες που θα ήθελα πολύ να επιστρέψουν! Σε όλες τις κινήσεις του ήταν όλος γλύκα και γλυκασμός, ταπεινός, αλλά και μεγαλοπρεπής, ιεροπρεπής και απλός. Όλα αυτά μπορούσαν να συνδυασθούν μόνον στην προσωπικότητά του.

Το Σάββατο βράδυ στο απόδειπνο διαβάζαμε και τον κανόνα της θείας Μεταλήψεως. Θυμόταν πώς το έκανε ο παππούς του και προσπαθούσε να τον μιμηθή, χρησιμοποιώντας και τον τρόπο της φωνής του. Ζούσε και εκείνος με τις μνήμες των αγίων μορφών που γνώρισε!

Συχνά, κατά την διάρκεια της Τραπέζης, θυμόταν την μορφή του αειμνήστου Γέροντός του, Μητροπολίτου Αιτωλοακαρνανίας Ιεροθέου, του αειμνήστου Ιεροκήρυκος της Ακαρνανίας Βενεδίκτου Πετράκη, του παππού και της γιαγιάς του κλπ. Με τον τρόπο αυτόν αδιόρατα και σχεδόν ανεπαίσθητα μου μετέδιδε την ζωντανή παράδοση. Με έμαθε να σέβομαι τους προγενεστέρους, όπως αυτός τους σεβόταν και δεν έλεγε κανένα κακό εναντίον τους. Με μυσταγωγούσε στην ζωή του Μητροπολίτου Ιεροθέου και του π. Βενεδίκτου και μου μετέδιδε τον ζήλο, την αυταπάρνηση, το ιεραποστολικό φρόνημά τους και την αγάπη τους για την Εκκλησία.

Θυσιαζόταν και εγώ ανταποκρινόμουν στην δική του θυσία και την δική του αγάπη. Άρχισα τα κηρύγματα της Κυριακής. Είναι αλήθεια ότι με πίεζε στο να πιέζω τον εαυτό μου για να μάθω να κηρύττω. Και καλό μου έκανε, καίτοι τότε με στενοχωρούσε. Μου έλεγε: "άν δεν μάθης να κηρύττης τώρα που είσαι νέος, δεν θα μάθης ποτέ". Ασχολούμουν με όλες τις υποθέσεις του Γραφείου και του Οικήματος. Ψώνιζα, σκούπιζα, πολλές φορές και εκείνος μαζί μου, καθάριζα, ένα διάστημα ασχολήθηκα και με την μαγειρική. Κυρίως δύο καλοκαίρια ασχολήθηκα με δύο έργα. Το ένα καλοκαίρι με την διοργάνωση του Βιβλιοπωλείου της Ιεράς Μητροπόλεως, που λειτουργεί μέχρι σήμερα, και το άλλο με την τακτοποίηση του αρχείου της Ιεράς Μητροπόλεως. Αγοράσαμε καινούριους φακέλλους και άρχισα την τακτοποίησή τους. Αυτό το τελευταίο έργο το έκανα όλο το καλοκαίρι, εργαζόμουν στο υπόγειο από το πρωΐ μέχρι το μεσημέρι, και από τις τρεις η ώρα μέχρι το βράδυ. Ήταν ένας τρόπος ασκήσεως.

Παράλληλα ασχολήθηκα και με τα Κατηχητικά, τις Κατασκηνώσεις και την όλη νεανική ιεραποστολική δράση της Εδέσσης. Σε όλα αυτά μου έδινε κουράγιο και δύναμη η μορφή του, η προσωπικότητά του και η πολλή του αγάπη. Δεν μπορούσα να μη θυσιαζόμουν, όταν τον έβλεπα καθημερινά να αναλώνεται στην διακονία του λαού. Δεν υπήρχε ώρα που να μην εργαζόταν. Εργαζόμουν χωρίς να αποβλέπω σε ωράριο και σε ανταπόδοση. Και αυτό γιατί με παρακινούσε η αγάπη του και το φιλότιμο. Με μεγάλωσε με φιλότιμο. Αυτός ήταν σωστός και διακριτικός πατέρας.

Μέσα σε αυτό το κλίμα πέρασα περίπου δυόμιση χρόνια. Από το τέλος Απριλίου 1969 έως τον Οκτώβριο του 1971, οπότε ήρθε ο καιρός να προχωρήσω στην ιερωσύνη.

 

[ ΠΑΝΩ ]

δ) Η κουρά και οι χειροτονίες μου

Την είσοδό μου στην μοναχική ζωή και την ιερωσύνη τα έζησε σαν προσωπικά του γεγονότα και εξεδήλωνε ποικιλοτρόπως την χαρά του. Ήθελε πολύ να έλθη αυτή η ώρα, αλλά δεν με πίεζε καθόλου. Διακριτικά με ρωτούσε, αλλά όταν του έλεγα ότι δεν νομίζω ότι ήλθε ο καιρός δεν επέμενε. Ήξερε και έλεγε ότι αυτό το γεγονός είναι γεγονός προσωπικής ελευθερίας. Όταν όμως κάποια φορά μου το υπενθύμισε μετά από δυόμιση περίπου χρόνια και του είπα το "ναί", σηκώθηκε από την καρέκλα του Γραφείου του και με ασπάστηκε στο μέτωπο. Ήταν μια πολύ διακριτική κίνηση, που είχε στοιχείο πνευματικής ωριμότητος. Δεν το έκανε συναισθηματικά ούτε εμπαθώς. Ήταν σε όλες του τις εκδηλώσεις δωρικός και αρρενωπός.

Μετά την αίτησή μου για εγγραφή στο δοκιμολόγιο της Ιεράς Μονής της Αγίας Παρασκευής Γιαννιτσών, κατεβήκαμε με την πρώτη ευκαιρία στην Αθήνα. Επισκεφθήκαμε διάφορα καταστήματα και ιερορραφεία για να διαλέξω ράσα και άμφια. Φυσικά τα αγόρασε εκείνος. Στην άρνησή μου είπε: "Θέλω τα πρώτα ράσα και άμφια να σού τα αγοράσω εγώ". Έκανε τότε πολλά έξοδα. Εκτός από τα ράσα μου έδωσε ως ευλογία και δύο στολές.

Καθόρισε την κουρά για τις 12 Σεπτεμβρίου, κατά την διάρκεια του Εσπερινού, ημέρα Κυριακή στην Αγία Παρασκευή. Από μέρες με προετοίμαζε και χαιρόταν υπερβολικά. Μου έλεγε: "Δεν θα προετοιμασθώ για τον λόγο. Θα αφήσω την καρδιά μου να πη ό,τι θέλει εκείνη την ώρα. Κάνε προσευχή να μη πάθω τίποτε από την χαρά μου". Μου αποκάλυψε το όνομα που θα μου έδινε. Μου είπε ότι του πρότεινε ο π. Σπυρίδων να με ονομάση Καλλίνικο. Αλλά εκείνος προτίμησε το όνομα του Γέροντός του Ιεροθέου, γιατί πρωτίστως, έλεγε, πρέπει να τιμούμε τους Γέροντας και μάλιστα τους κεκοιμημένους. Μου είπε: "Κοντά στον Ιερόθεο πέρασα χρυσή ζωή. Έλεγε Καλλίνικε, και έσταζε το στόμα του μέλι".

Του ζήτησα μετά την κουρά να πάω στο Άγιον Όρος περίπου ένα μήνα για να προετοιμασθώ καλύτερα για την χειροτονία μου εις Διάκονον, που θα γινόταν την 10η Οκτωβρίου 1971. Το χάρηκε και μου έδωσε την άδεια. Στην συνέχεια με παρακάλεσε να έλθω νωρίτερα ώστε να ετοιμάσουμε τα της χειροτονίας. Εγώ δυσανασχέτησα γιατί μειωνόταν ο χρόνος της παραμονής μου στο Άγιον Όρος όπου θα πήγαινα, και ιδίως στην Νέα Σκήτη, στον π. Σπυρίδωνα. Εκείνος δεν θύμωσε, αλλά είπε: "Καλά, κάνε ό,τι θέλεις. Μόνον πρόσεξε να μη μετανοιώσης και θελήσης να έλθης ενωρίτερα από όσο σού λέγω". Και πραγματικά αυτό έγινε. Γιατί συνάντησα εκεί πολλές δυσκολίες και ήθελα να επιστρέψω το γρηγορότερο. Απεδείχθη διορατικός και αποκαλυπτικός, όπως, άλλωστε, και σε άλλες χαρακτηριστικές περιπτώσεις.

Την κουρά μου την "γλέντησε" κυριολεκτικά. Όταν διάβαζε τις ευχές ήταν έκδηλη η χαρά και η συγκίνησή του. Φαίνεται, άλλωστε, αυτό και στην μαγνητοταινία που διασώζεται. Το έκανε με την καρδιά του. Χαιρόταν υπερβολικά. Στον λόγο του ήταν πηγαίος, απλός και ειλικρινής. Δεν προετοιμάστηκε καθόλου, ώστε να μιλήση ελεύθερα. Θα παραθέσω αυτόν τον λόγο, για να φανή κυρίως η ειλικρινής αγάπη του:

"Τίμιον Πρεσβυτέριον, ευλαβείς χριστιανοί,

Αρχιερατεύοντος εν τη Ιερά Μητροπόλει Αιτωλίας και Ακαρνανίας του εν μακαρία τη λήξει γενομένου Ιεροθέου Παρασκευοπούλου, εν Αγρινίω, εν ονόματι της αγάπης του Θεού, μία ευσεβής ψυχή συνεκέντρωνε ωρισμένους νέους, ωρισμένους μαθητάς, οι οποίοι είχον την όρεξιν και γράμματα να μάθουν και τον Θεόν να δοξάσουν. Ο Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς εκείνης Μητροπόλεως, λόγω του συνδέσμου με τον οικοδεσπότην και λόγω της ιδιότητός του ου μόνον ως Πρωτοσυγκέλλου, αλλά και γενικώτερον ως κληρικού, ήρχετο πολλάκις εις εκείνην την φωλεάν και έβλεπε μεταξύ των μικρών μαθητών και έναν μαθητήν, τον οποίον διέκρινε ασυνήθης δια την μαθητικήν ηλικίαν σοβαρότης, πολλή εντροπή, εκοκκίνιζε όταν έβλεπε τον Πρωτοσύγκελλον της Ιεράς Μητροπόλεως, και ακόμη διεκρίνετο δια την επίδοσιν εις τα γράμματα. Ήτο εκ των πολύ καλών μαθητών.

Και η άκρα του Θεού ευσπλαγχνία, αλλά και αι αβυσσώδεις βουλαί του Κυρίου έφεραν τα πράγματα ώστε ο Πρωτοσύγκελλος εκείνης της Ιεράς Μητροπόλεως να ευρίσκεται ως Επίσκοπος της θεοσώστου ταύτης παροικίας, ο οικοδεσπότης εκείνος να εγκαταλείψη τον κόσμον και να μεταβή εις το Άγιον Όρος και να λάβη παρ' εμού τον βαθμόν του διακόνου και τον του πρεσβυτέρου βαθμόν. Και ήδη η άκρα τού

Θεού, η ανεξιχνίαστος βουλή του Θεού, η άκρα μακροθυμία, αξιώνει να επαληθεύση η προφητεία την οποίαν είπεν ο παριστάμενος Πατήρ, αυτός ήτο ο οικοδεσπότης, ο π. Σπυρίδων, "Πάτερ, ο Γιώργος θα σπουδάση θεολογίαν και αν γίνης Δεσπότης θα σε ακολουθήση". Πράγματα απίστευτα, πράγματα τα οποία ουδείς είχε εις τον νουν ότι θα εγίνετο. Και ούτω σήμερον πεπλήρωται η φωνή εκείνη, και σήμερον, λοιπόν, ο μικρός εκείνος μαθητής είναι ο ενώπιον ημών αδελφός Ιερόθεος, ο οποίος έλαβε παρά του Πρωτοσυγκέλλου εκείνου την μοναχικήν ιδιότητα.

Ευλογητός ο Θεός! Δεν ευρίσκω λόγους να ευχαριστήσω τον άγιον Θεόν δια την πολλήν χαράν την οποίαν μου εδώρισεν και δια την βεβαιότητα με την οποίαν μου ενεπιστεύθη τον νέον αυτόν ότι θα τιμήση το τίμιον ράσον και θα δοξάση τον άγιον Θεόν. Και ούτω πως έλαβον και εγώ ένα πρακτικόν μάθημα, όπως έλαβεν άλλοτε ο Προφήτης Ηλίας, ότι υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι δεν κάμπτουν γόνυ τη Βάαλ. Έχει ο Θεός καθ' εκάστην γενεάν τους εκλεκτούς Του!

Ευχαριστώ, λοιπόν, τον άγιον Θεόν και εάν πολλάκις τον ευχαριστώ, "κάν τη ψάμμω ωδάς αν προσφέρω, ουδέν τελώ άξιον" της δωρεάς ταύτης, το ότι με ηξίωσεν να εισαγάγω εις την τάξιν των Μοναχών ένα νέον εκλεκτόν, περικοσμούμενον με πολλά χαρίσματα εν τη γενεά τη αυχμηρά, εν τη ερημική, θα έλεγε κανείς, ταύτη εποχή από απόψεως πνευματικών αξιών. Ευχαριστώ τον άγιον Θεόν και ευχαριστώ και εκείνους οι οποίοι εκοπίασαν δια να έλθη η ώρα αυτή, μεταξύ των οποίων οι σεβαστοί και αγαπητοί γονείς του μοναχού Ιεροθέου, οι οποίοι ευχαρίστως εδέχθησαν το παιδί των να εισαχθή εις τας τάξεις των μοναχών και να εγκαταλείψη τον κόσμον.

Ευχαριστώ και τον παριστάμενον π. Σπυρίδωνα. Ευχαριστώ και τους πνευματικούς πατέρας, μεταξύ των οποίων είναι και ο εκλεκτός αδελφός εν Κυρίω, Μητροπολίτης της ακριτικής Ιεράς Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης κ. Σεβαστιανός, καθώς και άλλα πρόσωπα ευχαριστώ. Ευχαριστώ τους Καθηγητάς της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, οι οποίοι και αυτοί προσέφεραν ουκ ολίγα δια να έλθη η ευλογημένη αυτή ώρα. Δύο δε εκ τούτων παρίστανται κατά την σεμνήν ταύτην τελετήν, είς μάλιστα είναι και ομορόφιος και ομοτράπεζος και φίλος κατά τα φοιτητικά μας χρόνια και τα μετέπειτα. Ακόμη και ένα ευλογημένο Οικοτροφείο της Θεσσαλονίκης του οποίου ο Διευθυντής ευρίσκεται ανάμεσά μας. Και αυτός κατά τα τέσσερα έτη της φοιτητικής ζωής του μοναχού Ιεροθέου προσέφερε ό,τι ηδύνατο δια να έλθη η ευλογημένη αυτή ώρα.

Πολλοί εκοπίασαν. Αλλά περισσότερον πάντων θα είμαι υποχρεωμένος να ευχαριστήσω τον νέον αυτόν, ο οποίος την σημερινήν εποχήν, κατά την οποίαν οι άνθρωποι κοιτάζουν πώς θα αποκτήσουν περισσότερα, πώς θα ζήσουν πιο άνετα, πώς θα προσκυνήσουν τον κόσμον, υπάρχει ένας νέος, ο οποίος εγκαταλείπει τον κόσμον και είδατε τί φρικτάς έδωκεν υποσχέσεις ενώπιον του Θεού.

Ευχαριστώ, λοιπόν, τον Θεόν και πάντας τους συνεργήσαντας δια να έλθη η ευλογημένη, επαναλαμβάνω, αυτή ώρα.

Αδελφέ, οσιολογιώτατε π. Ιερόθεε,

Δεν ευρίσκω λόγους για να εκφράσω την συγκίνησίν μου, να εκφράσω την χαράν μου, επειδή εκείνος ο μαθητάκος του οποίου έπαιζαν τα μάτια του, τώρα είναι μοναχός δια χειρών εμού του Επισκόπου της Επαρχίας ταύτης. Βεβαίως, μεγάλη είναι η απόφασις. Δεν είναι μικρά. Μέχρι τώρα ήσουνα εις τον στρατόν του Κυρίου και ελάμβανες μέρος εις αψιμαχίας, ελάμβανες μέρος εις μάχας μικράς. Τώρα όμως, από απόψε, εξαποστέλλεσαι εις το μέτωπον, εξαποστέλλεσαι εις την πρώτην γραμμήν του πυρός. Τώρα ο αγών είναι πιο σκληρός. Τώρα ο αγών είναι πιο τραχύς. Τώρα έχεις να αντιμετωπίσης θηριώδεις τους τρεις εχθρούς.

Τον κόσμον! Ω τον κόσμον... τον κόσμον!... Άχ! "κόσμε, κόσμε" -πού είπε ένας ποιητής εξ ονόματος του Κυρίου- "ο ένας μου σταυρός δε σούφτασε, χρειάζεται και άλλος, ακόμα πιο μεγάλος". Με τέτοια αγανάκτηση είπε για τον κόσμο. Ο κόσμος ο οποίος δεν είναι τίποτε και όμως ο κόσμος έχει δύναμιν, έχει έλξιν, ώστε πολλοί να ακολουθούν. Και όταν σκέπτωμαι εκείνο το θλιβερόν παράδειγμα, το οποίον αναφέρει ο Παύλος, τρέμω: "Δημάς με εγκατέλιπεν αγαπήσας τον νυν αιώνα". Τί θλιβερόν πράγμα! "Αγαπήσας τον νυν αιώνα". Εγκατέλειψε τον Παύλον!, εγκατέλειψε τον Παύλον!, εγκατέλειψεν τον μέγαν Παύλον! Ο κόσμος τώρα θα αγωνισθή δια να ανακόψη την πορείαν σου.

Ο εαυτός πάλιν και αυτός θα ωρύεται. Αλλά προ παντός ο Σατανάς! Ήθελα νάχα τα μάτια της ψυχής ανοικτά. Να έβλεπα εδώ πάνω, από πάνω από την Εκκλησίαν, από την στέγην, να έβλεπα τας ταξιαρχίας των δαιμόνων. Να έβλεπα τας συνεδριάσεις του Εωσφόρου, ο οποίος είδε ότι του πήραμε από τα χέρια του, διότι ήθελε να τον πάρη και δεν μπορούσε να τον πάρη, και τώρα τον πήραμε μαζί μας, τον εκάναμε μοναχόν.

Μοναχός!... Μοναχός!... Μοναχός!... Είναι μεγάλη δύναμις! Μοναχός είναι τρισμεγίστη δύναμις! Μοναχός είναι τοιαύτη δύναμις, που δύναται ακόμη και πολιτεύματα να αλλάξη! Μη λησμονώμεν ότι μοναχοί της Μονής του Στουδίου κατέβαζαν και Πατριάρχας! Τοιαύτην δύναμιν είχον! Ο μοναχός είναι δύναμις της Εκκλησίας!

Με αυτό δεν υποτιμώ τον γάμον. Δεν υποτιμώ τον έγγαμον κλήρον. Αλλά δεν μπορώ όμως να αρνηθώ ότι οι Λόχοι Ορεινών Καταδρομών της Εκκλησίας μας είναι εις τα τάγματα τα μοναχικά. Και αν είχαμε τάγματα μοναχικά, τον Σατανάν θα τον συντρίβαμε. Θα συντρίβαμε την κεφαλήν του όφεως.

Αλλά δεν είσαι μόνος. Όχι, δεν είσαι μόνος. Μαζί σου είναι ο Κύριος. Ναί, μαζί σου είναι ο Κύριος. Διότι την νεότητά σου, την επιστημονικήν σου κατάρτισιν, το κατά κόσμον μέλλον το εξέσχισες και παρέδωκες τον εαυτόν σου εις τον Χριστόν. Μη λησμονής ότι αν εις τον Χριστόν δώσωμεν μικρόν, "εκατονταπλασίονα ληψόμεθα και ζωήν αιώνιον κληρονομήσομεν".

Μαζί σου είναι οι άγιοι Πατέρες. Ώ! να μπορούσα τώρα, να είχα την δύναμιν, να έβλεπα τους αγίους Πατέρας, να έβλεπα τον Μέγαν Αντώνιον, τον Παχώμιον, να έβλεπα τους αγίους εκείνους μοναχούς, τί χαράν θα έχουν εις τον ουρανόν, διότι προσετέθη εις την παράταξίν των και ένας ακόμη μοναχός, και μάλιστα εις νεανικήν ηλικίαν, δια να παραδώση περισσότερα χρόνια εις τον Θεόν.

Μαζί σου έχεις τον άγιον ισαπόστολον Κοσμάν τον Αιτωλόν. Εγεννήθης εις τα θρυλικά Γιάννενα. Εγεννήθης εις την πόλιν των Ιωαννίνων. Είσαι Ηπειρώτης τω γένει, ο δε άγιος Κοσμάς είναι Αιτωλός τω γένει, αλλά τη καρδία είναι Ηπειρώτης, διότι εις την Ήπειρον εκήρυξεν.

Ακόμη έχεις και παραδείγματα αγίων ανθρώπων. Έχεις παραδείγματα του αοιδίμου εκείνου πατρός, του μεγάλου Ιεροκήρυκος της Αιτωλίας και Ακαρνανίας, του αειμνήστου Βενεδίκτου Πετράκη, ο οποίος προ ολίγων ημερών έκλεισε δεκαετίαν κεκοιμημένος εν Κυρίω. Έχεις το παράδειγμα, όχι, βέβαια, εξ αυτοψίας, αλλά δια μέσου του Επισκόπου σου, του εν μακαρία τη λήξει γενομένου αοιδίμου εκείνου Ιεράρχου του κυρού Ιεροθέου, Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας, πλησίον του οποίου υπηρέτησα δια την ακρίβειαν δεκαεννέα (19) έτη. Και ήδη εις την αυλήν της Ιεράς Μητροπόλεως προσετέθη Ιερόθεος, ώστε να ακούεται η φωνή του Ιεροθέου και εις την αυλήν του Πρωτοσυγκέλλου του.

Λίαν μοι αγαπητέ π. Ιερόθεε,

ό,τι και να είπω ούτε εσύ θα βαρυνθής να ακούης ούτε και οι ευσεβείς Χριστιανοί. Αλλά "τών φρονίμων ολίγα". Σήμερα, επαναλαμβάνω, με τας ευχάς του Επισκόπου σου, με τας ευχάς των αγίων Πατέρων, με τας προσευχάς πάντων, των παρόντων και των απόντων, πορεύεσαι εις το μέτωπον, πορεύεσαι εις την πρώτην γραμμήν του πυρός. Εύχομαι... εύχομαι από τα βάθη της ψυχής μου, όταν θα πάω εκεί επάνω, και δεν ξέρω, πάντως σύντομα, διότι "οία η ζωή ημών εστι, άνθος και ατμίς τε και δρόσος η εωθινή αληθώς", εύχομαι, λέγω, όταν θα πάω εκεί επάνω εις τον Κριτήν, να γίνη ίλεως, διότι εφύτευσα εις τον αμπελώνα Του έναν εργάτην.

Εύχομαι να σε αξιώση ο Κύριος και του βαθμού της Ιερωσύνης! Εύχομαι να τελειώσης καλώς, παιδί μου. Εύχομαι να τιμήσης την μοναχικήν ιδιότητα. Και εύχομαι, όπως είσαι αυστηρός εις τα ήθη, έτσι να παραμείνης. Καλόγερος! Καλόγερος! Ο Καλόγερος δεν αλλάσσει. Ο Καλόγερος δεν ακολουθεί συστήματα. Ο Καλόγερος δεν ακολουθεί μεθόδους διαφόρους κοσμικάς. Ο Καλόγερος είναι Καλόγερος, συντηρητικός. Ετελείωσε. Διότι δεν έχουμε δικαίωμα ημείς, κανένα δικαίωμα δεν έχουμε, εκείνα τα οποία μας παρέδωκαν οι άγιοι Πατέρες με αίμα, εμείς να τα πατάμε. Όχι. Θα μας ζητήση λόγον ο Θεός. Και ένας Καλόγερος να μείνη εις τον κόσμον να ξέρης ότι η Ορθοδοξία δεν θάπτεται. Και ένας Καλόγερος να μείνη. Διότι αυτός ο Καλόγερος θα είναι φωνή Κυρίου. "Φωνή βοώντος εν τη ερήμω". Φωνή, ναί, αλλά τί φωνή, η οποία ετρόμαξεν έναν βασιλέα Ηρώδην. Και πεθαμένος ακόμη όταν ήτο ετρόμαξε. "Ιωάννην όν εγώ απεκεφάλισα εκείνός εστι". Μά, τον απεκεφάλισες, μα είδες το κεφάλι του. Δεν σού είπαν ότι είναι πεθαμένος. Το είδες με τα μάτια σου, το πήρες, το είδες στο πιάτο. Και όμως τον εφοβείτο. Αυτό είναι Καλόγερος.

Εύχομαι να βαδίσης στα ίχνη των αοιδίμων εκείνων μοναχών, των αγίων μοναχών, και να αξιωθής και εσύ, να αξιωθώ και εγώ, να αξιωθούν και οι άγιοι Πατέρες, και όλοι οι Χριστιανοί, να αξιωθώμεν της Βασιλείας των Ουρανών. Αμήν".

Μετά την απόλυση συνήθιζε να ομιλή πάλι και να δίνη ευχές. Το ίδιο έκανε και εδώ. Γι' αυτό είπε:

"Εάν φυτεύωμεν εις την Εκκλησίαν τοιούτους εργάτας, τα χρόνια είναι πολλά. Εμένα με αξίωσεν ο Θεός και σήμερα έβαλα εις την Εκκλησίαν, εφύτευσα ένα κλήμα. Εύχομαι να με αξιώση και άλλα κλήματα να φυτεύσω. Κλήματα τα οποία δεν είναι μακράν, αλλά εντός του Ναού. Να δώση ο Θεός, και εις τον ήδη εισαχθέντα να κείρη και αυτός μοναχούς και να κείρη πολλούς, ούτως ώστε να εξέλθουν εργάται εις τον αμπελώνα. Εμέ δέ, όταν με αξιώση ο Θεός, να αποκτήσω επιτελείον Ιερομονάχων, Ιερομονάχων συντηρητικών, Ιερομονάχων πιστών, όπως έλεγεν ο αείμνηστος Ιερόθεος Ακαρνανίας σ' έναν επίσκοπον, "έχω", λέει, "Ιερομονάχους και δύναμαι να κάμνω μάχας, μάχας μάλιστα πνευματικάς". Πιστεύω από αυτά τα μικρά τα παιδάκια κάποιο θα θυμάται και θα έλθη και αυτό να καρή μοναχός. Αλλά ώσπου νάρθουν τα μικρά τα παιδάκια, να 'ρθούν οι μεγαλύτεροι.

Οι δε γονείς να αξιωθούν να δούν το παιδί των μοναχόν. Δεν κατάλαβαν οι έρημοι οι γονείς, δεν κατάλαβαν... δεν κατάλαβαν... δεν κατάλαβαν... Το παιδί των, λέει, να έρθη σε γάμο, να αποκτήση παιδιά. Παιδιά να αποκτήση; Να αποκτήση σύζυγον, να μη θέλη να ιδή την μάνα του παιδιού των ούτε ζωγραφιστή. Μάλιστα. Να έχη ο πατέρας εννέα τέκνα και να είναι

στό... Γηροκομείο. Άχ, είπε ο Προφήτης "ου φονεύσεις". Έπρεπε να μη έλεγε ου φονεύσεις να τους κρεμούν στην πλατεία αυτούς. Βέβαια, να ξεβρωμάη ο τόπος, να ξεβρωμάη ο τόπος. Ώστε δεν θέλεις νάναι το παιδί σου μοναχός, να πολεμάη... Ένας καλόγερος εγύριζε με ένα σήμαντρο. Τί κάνεις, πάτερ, του λένε. Διώχνω τους διαβόλους, λέει, διώχνω τους διαβόλους. Κτύπαε να φύγουν οι διαβόλοι.

Μεγάλο πράγμα, αδελφοί μου, να γίνη μοναχός! Εύχομαι αυτήν την χαράν να την δοκιμάσετε και εσείς. Η Χάρις του Κυρίου να είναι μαζί σας.

Και τώρα θα χαιρετήσετε τον νέον μοναχόν και θα του πήτε: Πώς εκλήθης, αδελφέ; Και εκείνος θα απαντήση: Ιερόθεος μοναχός. Και εσείς θα πήτε: Να ευαρεστήσης Θεώ και ανθρώποις.

Λοιπόν, να ζήσης, παιδί μου. Να ευαρεστήσης Θεώ και ανθρώποις".

Έχω πληροφορίες ότι από τον λόγο του και την όλη ακολουθία υπήρξαν παιδιά που αποφάσισαν εκείνη την ώρα να γίνουν μοναχοί. Και μερικοί από αυτούς εκάρησαν μοναχοί στο Άγιον Όρος, αλλά και σε άλλα μοναστήρια. Παρακινήθηκαν από την αγάπη του Γέροντά μου για τον μοναχισμό και την ασκητική ζωή.

Δεν επέτρεψε να βγάλουν φωτογραφίες κατά την διάρκεια της κουράς, γιατί, εμπνεόμενος από την Ορθόδοξη Παράδοση, έλεγε ότι τέτοια γεγονότα είναι προσωπικά, κατανυκτικά. Ο άνθρωπος ετοιμάζεται για πόλεμο και μάχες, απαρνείται τα πάντα, ουσιαστικά πορεύεται προς το μαρτύριο και τον τάφο, και δεν προσφέρεται αυτό για κοσμικές εκδηλώσεις. Μόνον όταν βγήκαμε έξω από τον Ναό επέτρεψε μια αναμνηστική φωτογραφία. Είχε ορθόδοξο και μοναχικό ήθος.

Κατά τις παραμονές της χειροτονίας μου εις Διάκονον επέστρεψα στην Έδεσσα. Πάλι με τον ίδιο τρόπο χάρηκε την χειροτονία μου στον πρώτο βαθμό της ιερωσύνης. Καταλάβαινα ότι δεν έκανε κάτι το τυπικό, αλλά το ζούσε. Κάλεσε πολλούς γνωστούς του και γνωστούς μου. Κάλεσε τον αείμνηστο Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Σεβαστιανό, που ήταν πνευματικός μου πατέρας, όταν ήμουν στα Γιάννενα. Ανέλαβε προσωπικά όλα τα έξοδα της χειροτονίας. Δεν με άφησε τίποτε να πληρώσω.

Στην χειροτονία μου με προσεφώνησε ως εξής:

"Οσιολογιώτατε Υποδιάκονε Ιερόθεε,

ιστορική και φοβερά είναι η παρούσα στιγμή δια σέ. Πρόκειται να εισέλθης εις τα Άγια των Αγίων. Πρόκειται να αναβής εις όρος υψηλόν, το όρος της Ιερωσύνης. Πρόκειται να ανυψωθής εις τον Ουρανόν. Πρόκειται να συνομιλής και μετά ανθρώπων, αλλά και μετά αγγέλων.

Πρόκειται να αναλάβης φορτίον μέγα και να φέρης εις πέρας αίσιον βαρείαν, σπουδαίαν, υψίστην αποστολήν.

Δεδικαιολογημένη η αγωνία σου και φυσικός ο φόβος σου. Ακούω να επαναλαμβάνης τους λόγους του θεόπτου Μωϋσέως: "δέομαι, Κύριε, ουχ ικανός ειμι, ισχνόφωνος και βραδύγλωσσος εγώ ειμι". Αλλά και πάλιν ακούω της φωνής του Κυρίου λεγούσης εις τον προφήτην εκείνον: "Πορεύου και εγώ ανοίξω το στόμα σου και συμβιβάσω σε, ό μέλλεις λαλήσαι" (Έξ. δ', 10, 12). Ακούω του Κυρίου λαλούντός σοι, ως ποτέ τω Παύλω εκείνω εν Κορίνθω: "Μη φοβού, αλλά λάλει και μη σιωπήσης, διότι εγώ ειμι μετά σού, και ουδείς επιθήσεταί σοι του κακώσαί σε, διότι λαός εστί μοι πολύς εν τη πόλει ταύτη" (Πράξ. ιη', 9-10).

Βλέπω τους πνευματικούς σου πατέρας να προσεύχωνται. Βλέπω εις τον ουρανόν την αοίδιμον εκείνην μορφήν του αειμνήστου Γέροντός μου, του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κυρού Ιεροθέου, χάριν του οποίου σοί έδωκα και το όνομα. Βλέπω ακόμη εκείνην την γιγαντόσωμον μορφήν, τον αείμνηστον π. Βενέδικτον Πετράκην, τον Ιεροκήρυκα της Ιεράς Μητροπόλεως και ιδιαιτέρως της πόλεως Αγρινίου, να πρεσβεύουν υπέρ σού. Βλέπω τον ευσεβή και ευγενή και μαρτυρικόν λαόν της θεοσώστου ταύτης ακριτικής επαρχίας να παρακαλή και να δέεται του Κυρίου υπέρ σού "τού διαφυλάξαι σε εν πάσαις ταις οδοίς σου" (Ψαλμ. 90, 11).

Μη φοβού, ο Κύριος είναι μετά σού. Και είναι και θα είναι, διότι Αυτόν ηγάπησες εκ νεανικής και νηπιακής ακόμη ηλικίας. Διότι οι γονείς σου, οι ευσεβείς, σε επότισαν όχι μόνον με το γάλα, το γάλα το μητρικόν, το υλικόν, αλλά και με το γάλα το ατίμητον του ιερού Ευαγγελίου. Διότι τον Κύριον της δόξης επόθησες. Διότι παρέδωκες τα πάντα εις Αυτόν και αφήνεις τα πάντα δι' Αυτόν δια να συγκαταριθμηθής τοις "ανθρώποις (τοίς) παραδεδωκόσι τας ψυχάς αυτών υπέρ του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού" (Πράξ. ιε', 26).

Εάν ίδης το πλοίον σου "βασανιζόμενον υπό των κυμάτων" και θα το ίδης, εάν ίδης πολλά κύματα να σε κτυπούν, και θα σε κτυπήσουν πολλά, μα πάμπολλα κύματα, κύματα εξωτερικά, εκ μέρους του Σατανά και του κόσμου, κύματα εσωτερικά, εκ μέρους του εαυτού σου, μη δειλιάσης. Να υψώνης τα μάτια σου και θα βλέπης περιπατούντα επί της θαλάσσης τον Διδάσκαλον και θα τον ακούης να λέγη: "θαρσείτε, εγώ ειμι, μη φοβείσθε" (Ματθ. ιδ', 24).

Ιστορική, λοιπόν, δια σε η στιγμή. Αλλά και δι' εμέ είναι ιστορική η στιγμή. Ο αρχιερεύς έχει πολλά προβλήματα. "Ώσπερ μέλισσαι κηρίον" τον περικυκλώνουν πολλαί σκέψεις. Αλλά το θέμα των χειροτονιών τον συνταράσσει, τον συγκλονίζει ολόκληρον. Ακούει του Παύλου διαμαρτυρομένου, τονίζοντος και κραυγάζοντος: "χείρας ταχέως μηδενί επιτίθει, μηδέ κοινώνει αμαρτίαις αλλοτρίαις" (Α' Τιμ. ε', 22). Βλέπει τον ευσεβή λαόν να υψώνη ικέτιδας χείρας και να ζητή ποιμένας. Βλέπει τον αγρόν του Κυρίου να έχη ανάγκην εργατών και σκέπτεται και λέγει: "άραγε στέλλω ποιμένας ή προβατοσχήμους λύκους; Άραγε τοποθετώ εργάτας αρετής ή εργάτας ανομίας;". Μέγα το πρόβλημα, τρισμέγιστον το πράγμα.

Αλλά νύν, δόξα τω Κυρίω! Αλλά νυν προβαίνω εις την χειροτονίαν με ήρεμον την καρδίαν. Σε γνωρίζω από μαθητήν Γυμνασίου. Σε εγνώρισα εις το ευλογημένον εκείνο οικοτροφείον, εις την ευλογημένην εκείνην φωλεάν, εν Αγρινίω, του αγαπητού π. Σπυρίδωνος και βλέπω να παρακολουθής με πολύν σεβασμόν, με σεμνότητα καταφανή και με πολλήν προσοχήν τον Πρωτοσύγκελλον εκείνον και νυν Επίσκοπόν σου. Οι πνευματικοί σου πατέρες με εβεβαίωσαν περί του πνευματικού σου καταρτισμού. Η διαγωγή σου εν Θεσσαλονίκη εις το Οικοτροφείον "Απόστολος Παύλος" υπήρξεν άμεμπτος. Με επληροφόρησαν οι Καθηγηταί του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου ότι και εις τα γράμματα είχες επίδοσιν και διεκρίνεσο δια το ήθος.

Ήδη δέ, υπέρ την διετίαν, σε παρακολουθώ εν τη Ιερά Μητροπόλει και διέγνωσα τα χαρίσματά σου και τας ικανότητάς σου και τους αγνούς σου πόθους. Αλλά και ο λαός της Επαρχίας αυτής και ιδιαιτέρως της αγαπητής Εδέσσης μαρτυρεί περί σού. Επομένως, θα θέσω τας χείρας μου με ανεπαυμένην την συνείδησιν ότι εκτελώ χρέος, ότι ανάπτω μίαν λαμπάδα, η οποία θα καίη και μετά την εντεύθεν έξοδόν μου δια την άλλην ζωήν.

Δι' αυτόν ακριβώς τον λόγον αισθάνομαι την υποχρέωσιν να ευχαριστήσω από τα βάθη της ψυχής μου τον Κύριον, που μου εχάρισε την παρούσαν ευλογημένην ώραν, διότι εξ Αυτού και δι' Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα. Ευχαριστώ και τα όργανα της βουλής του Θεού, τους ανθρώπους του Θεού. Ευχαριστώ και συγχαίρω τους ευλαβείς γονείς σου. Ευχαριστώ τους πνευματικούς σου πατέρας, ιδιαιτέρως δε ευχαριστώ εκείνον, ο οποίος μεταξύ των πνευματικών σου πατέρων έχει κεντρικήν θέσιν, και αυτός είναι ο λίαν αγαπητός και εκλεκτός εν Κυρίω αδελφός, ο θεοφιλώς εργαζόμενος εις άλλην ακριτικήν Ιεράν Μητρόπολιν, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης κύριος Σεβαστιανός, ο οποίος "ουκ ώκνησεν ελθείν έως Μακεδονίας" δια να προσθέση χαράν εις την χαράν ταύτην. Ευχαριστώ τους αγαπητούς κληρικούς της Ιεράς Μητροπόλεως και τους εκτός αυτής, οι οποίοι εκ περάτων συνέδραμον δια να μας χαροποιήσουν και αυτοί. Ευχαριστώ και τους λαϊκούς οι οποίοι από μακράν ήλθαν. Ευχαριστώ και πάντας τους παρισταμένους και συμπροσευχομένους ημίν.

Αγαπητέ Ιερόθεε,

νύν επέστη ο καιρός της εκπληρώσεως των αγίων σου πόθων. Νύν ανοίγονται αι πύλαι του αγίου Βήματος. Είσελθε εις τον χορόν των Διακόνων, του οποίου χορού ηγείται η εκλεκτή εκείνη μορφή, ο επίγειος εκείνος άγγελος και ουράνιος άνθρωπος, ο Πρωτομάρτυς και Αρχιδιάκονος Στέφανος. Δός τα πάντα εις Εκείνον, ο Οποίος έδωκε τα πάντα χάριν ημών, και τον Εαυτόν Του δια την σωτηρίαν ημών.

Ανάβηθι εις τα βαθμίδας του φρικτού θυσιαστηρίου και δέξαι την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος.

Αμήν".

Το μεσημέρι παρέθεσε τράπεζα στο Μητροπολιτικό Οίκημα πάλι με δικά του έξοδα. Μετά το φαγητό ακούσθηκαν λόγοι, αντίλογοι, τροπάρια, και έτσι τελείωσε η τελετή της χειροτονίας μου και της τραπέζης. Είναι χαρακτηριστικό ότι κάποιος συγγενής μου που βρέθηκε εκεί, βλέποντας την αγάπη του Καλλινίκου και το ανυπόκριτο ενδιαφέρον του, μου είπε φεύγοντας: "Σε συγχαίρω, γιατί έμπλεξες με καλούς ανθρώπους!".

Χαιρόμουν την διακονική προσφορά, που κράτησε περίπου οκτώ μήνες. Διακονούσα στο Ιερό Θυσιαστήριο και ομιλούσα. Σπάνια λειτούργησα μαζί του, γιατί δεν ήθελε να στερή τον λαό από το θείο κήρυγμα. Πάντως χαιρόταν που με έβλεπε κοντά του Διάκονο.

Μετά από οκτώ μήνες καθόρισε και την χειροτονία μου εις Πρεσβύτερον. Τόσο με αγαπούσε ώστε ήθελε να την συνδέση με την επέτειο της δικής του χειροτονίας εις Επίσκοπον, δηλαδή την 25η Ιουνίου. Πραγματικά, στην επέτειο των πέντε χρόνων της χειροτονίας του εις Επίσκοπον καθόρισε να γίνη και η δική μου χειροτονία. Την πανηγύρισε κατά τον ίδιο τρόπο. Θα παραθέσω και τον λόγο που έκανε σε αυτήν την χειροτονία, γιατί φαίνεται η αγάπη του, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος ζούσε την ιερωσύνη. Είπε:

Ιερολογιώτατε Διάκονε π. Ιερόθεε,

Η παρούσα ημέρα πολλάς συγκινητικάς αναμνήσεις φέρει εις τον νουν μου. Πρό πέντε ακριβώς ετών, ωσάν σήμερον, εδέχθην την χάριν του Παναγίου Πνεύματος, υψώθην εις τον τρίτον βαθμόν της Ιερωσύνης, εχειροτονήθην εις Επίσκοπον της παλαιφάτου ταύτης Ιεράς Μητροπόλεως.

Σήμερον, επέτειον της εις Αρχιερέα Χειροτονίας μου, ευρίσκομαι εις την ευχάριστον θέσιν να εισαγάγω εις τα ενδότερα του Καταπετάσματος, εις τα Άγια των Αγίων την υμετέραν αγαπητήν Ιερολογιότητα.

Πρόκειται, τη Χάριτι του Παναγίου και Τελεταρχικού Πνεύματος, να χειροτονήσω σε εις Πρεσβύτερον, εις Οικονόμον Μυστηρίων Θεού. Να σοι δώσω τας κλείς της των Ουρανών Βασιλείας, να σοι παραδώσω την Ιεράν Παρακαταθήκην, να σε τοποθετήσω εις τον Θείον Αμπελώνα, εις το Γεώργιον του Κυρίου.

Ευχάριστος η θέσις μου, ουχί διότι η Χειροτονία Κληρικών είναι εύκολόν τι. Το δυσκολώτερον, το ανώτερον, το φοβερώτερον, το σοβαρότερον επί της γης είναι η Χειροτονία. "Η Ιερωσύνη τελείται μεν επί της γής, τάξιν δε επουρανίων έχει ταγμάτων" κατά τον επιστήμονα της Ιερωσύνης τον άγιον Ιωάννην τον Χρυσόστομον. "Μέσος του Θεού και της των ανθρώπων φύσεως έστηκεν ο Ιερεύς, τας εκείθεν τιμάς κατάγων προς ημάς και τας παρ' ημών ικετηρίας ανάγων εκεί" τονίζει ο αυτός Πατήρ. Πανύψηλον όρος η Ιερωσύνη.

Ευχάριστος η θέσις μου, διότι πρόκειται να προαγάγω σε, καλώς διακονήσαντα. Διότι αποβλέπω εις την θεολογικήν σου κατάρτισιν, εις το ήθος σου, εις τους ιερούς πόθους σου, εις την προσεκτικήν σου ζωήν, εις την απόφασίν σου να υπηρετήσης τη Μητρί Εκκλησία και προ παντός εις την αγάπην σου προς τον Εσταυρωμένον Κύριον.

Ευχάριστος η θέσις μου, διότι η άχρι τούδε πολιτεία σου, ως μαθητού, ως Φοιτητού, ως Θεολόγου, ως Ιεροδιακόνου, πολλάς ελπίδας παρέχουν, ότι θα τιμήσης τον τιμήσαντά σε Θεόν.

Πλήν, κατά την φρικτήν ταύτην ώραν της εις Πρεσβύτερον Χειροτονίας σου, κατά την ώραν ταύτην, καθ' ήν ανοίγονται οι ουρανοί και το Πανάγιον Πνεύμα κατέρχεται, επίκαιρον θεωρώ να σημειώσω, ότι θα συναντήσης ως Ιερεύς δυσκολίας και αντιδράσεις. Το τίμιον ράσον είναι αντικείμενον λατρείας και μίσους, σεβασμού και περιφρονήσεως. Οσάκις θα τιμάσαι, να απονέμης την τιμήν εις τον άξιον πάσης τιμής και αφοσιώσεως Κύριον και Αρχιποίμενα. Οσάκις περιφρονείσαι να χαίρης και ευφραίνεσαι και να αυξάνης τον ενθουσιασμόν σου. Μη λησμονής, ότι οι Άγιοι Απόστολοι αφού εδάρησαν "επορεύοντο χαίροντες από προσώπου του συνεδρίου, ότι υπέρ του Ονόματος Αυτού κατηξιώθησαν ατιμασθήναι" (Πράξ. ε', 41). Μη λησμονής, ότι μαρτυρικόν τέλος έλαβον οι Άγιοι Απόστολοι, Άγιοι Ιεράρχαι, πολλοί Ιερείς, πολλοί μαθηταί του εσφαγμένου Αρνίου. Μη λησμονής, ότι σύμβολον του Χριστιανισμού είναι ο Τίμιος Σταυρός. Μη λησμονής τους λόγους του Κυρίου μας: "ός ου λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, ουκ έστι μου άξιος" (Ματθ. ι', 38). Να είσαι αποφασισμένος και να το θεωρής υψίστην τιμήν έστω και θυσίαν αίματος να υποστής δια τον Ιησούν Χριστόν. Ο συντοπίτης μου άγιος Ισαπόστολος Κοσμάς ο Αιτωλός έλεγε: "Χριστός έδωκε το αίμα Του για μένα. Άμποτε να με αξιώση ο Κύριος να δώσω και εγώ το αίμα μου γι' Αυτόν".

Μη λησμονής, ότι ο Ιερεύς είναι "πόλις επάνω όρους κειμένη" (Ματθ. ε', 14) και πάντων, ευσεβών και ασεβών, τα βλέμματα πίπτουν επ' αυτού. Επομένως, κατά την αποστολικήν εντολήν, "τύπος γίνου των πιστών εν λόγω, εν αναστροφή, εν αγάπη, εν πνεύματι, εν πίστει, εν αγνεία". (Α' Τιμ. δ', 12). Η καλλικέλαδος αηδών του Άμβωνος ο ιερός Χρυσόστομος συνιστά: "φωτός γαρ δίκην την οικουμένην καταυγάζοντος, λάμπειν δει του Ιερέως την ψυχήν". Ουδεμία ικανότης, ουδέν προσόν, ουδεμία δράσις δύναται να αντικαταστήση την αγιότητα. Η αγιότης είναι το πρώτον και κύριον προσόν του Ιερωμένου. Επέρασαν σοφοί, επέρασαν εγγράμματοι Αρχιερείς, και εσβέσθησαν, ενώ επέρασαν μοναχοί μη ειδότες γραφήν και ανάγνωσιν, ως ο Μέγας Καθηγητής της ερήμου ο Μ. Αντώνιος και όμως συνεκλόνισαν και συγκλονίζουν ψυχάς.

Η αγία σου ζωή ως μαγνήτης θα έλκη την Χάριν του Αγίου Πνεύματος, θα αφυπνίζη τας ψυχάς των Χριστιανών και θα τας οδηγή εις τον Σωτήρα και Λυτρωτήν.

Αγαπητέ π. Ιερόθεε,

Λαμβάνεις την Χάριν της Ιερωσύνης εις μίαν εποχήν, καθ' ήν ρεύματα υλιστικά με ορμήν κινούνται να παρασύρουν τα πάντα και να κλονίσουν τας ηθικάς αξίας. Εις μίαν εποχήν ζωηρού ανταγωνισμού πνεύματος και ύλης. Μακάριος είσαι, διότι εξέλεξες "τήν αγαθήν μερίδα, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται από σού". Μακάριος είσαι, διότι εξέλεξες έργον ιερόν, έργον εθνωφελές, έργον κοινωνικόν, έργον πολύτιμον, έργον αναγκαιότατον, έργον άγιον.

Κατά την ιεράν ταύτην στιγμήν εύχομαι, μετά των συμπροσευχομένων αγίων Πατέρων και του ευσεβούς Λαού, εκ βαθέων, όπως αναδειχθής εν τη Εκκλησία δένδρον πλατύφυλλον και αγλαόκαρπον, να σκιάζης και να τρέφης πολλούς και αφού επί πολλά έτη σταθής ακλόνητος και καρποφόρος να μεταφυτευθής εις την Βασιλείαν των Ουρανών και να ακούσης παρά του Κριτού της Οικουμένης της μακαρίας εκείνης φωνής: "εύ, δούλε αγαθέ και πιστέ! επί ολίγα ής πιστός επί πολλών σε καταστήσω είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου" (Ματθ. κε', 21).

Αμήν.

Στο τέλος της Λειτουργίας με προχείρησε σε Αρχιμανδρίτη. Την ώρα εκείνη έκανε μια κίνηση, που εκείνος, βέβαια, την είχε σχεδιάσει, αλλά εγώ δεν γνώριζα τίποτε. Έβγαλε τον Σταυρό που του άφησε ο Γέροντάς του, ο Αιτωλοακαρνανίας Ιερόθεος δια Διαθήκης και τον εφόρεσε σε μένα λέγοντας:

Πανοσιολογιώτατε Ιερόθεε,

ο Σταυρός τον οποίον κρατώ εις χείρας μου άγει περισσότερα έτη των 70. Περιήλθε εις την κυριότητά μου δια Διαθήκης του μακαριστού εκείνου Ιεράρχου, του Αιτωλίας και Ακαρνανίας κυρού Ιεροθέου, εις τον οποίον υπηρέτησα επί είκοσι (20) και πλέον έτη. Και ζών, δια λόγου, και δια της Διαθήκης του ώριζε ότι, εις τον αγαπητόν μου Πρωτοσύγκελλον Καλλίνικον αφήνω τον χρυσόν Σταυρόν με την χρυσήν αλυσίδα, την μίτραν την καλήν, την οποίαν εφόρεσα σήμερα, και μερικά άλλα πράγματα.

Και προς τιμήν του αειμνήστου εκείνου ανδρός σε επωνόμασα Ιερόθεον, δια να ακούεται και εις την αυλήν της Ιεράς ταύτης Μητροπόλεως το όνομα του πολυσεβάστου μοι αγίου Γέροντος, και εμού και του αγίου Παραμυθίας, διότι είχομεν τον αυτόν Γέροντα.

Αισθάνομαι ιδιαιτέραν χαράν, διότι δια τελευταίαν φοράν ελειτούργησα μετ' αυτού, λυπούμαι, βέβαια, προς στιγμήν, διότι θα τον αποχωρισθώ, αλλά η λύπη είναι πολύ μικρά συγκρινομένη με την χαράν την οποίαν αισθάνομαι, διότι ο Άγιος Θεός μου έδωκε την ευκαιρίαν να παραδώσω τον Τίμιον Σταυρόν.

Οι καπεταναίοι, κατά την εποχήν της Τουρκοκρατίας, όταν επρόκειτο να φύγουν από τον κόσμον αυτόν, καλούσαν τα πρωτοπαλλήκαρά των και έδιδον εις αυτά τα άρματα. Διότι "τού αντρειωμένου τ' άρματα δεν πρέπει να πετιώνται", όπως λέγει το δημοτικόν άσμα.

Δεν ξέρω πότε θα με καλέση ο Κύριος. Αλλά με όλην μου την ψυχήν τον παραδίδω και τον θέτω εις τον τράχηλόν σου με τας ευχάς και τας προσευχάς του αγίου Γέροντος -καί παρακαλώ Άγιε Αδελφέ (Παραμυθίας Παύλος) να τον θέσετε εσείς εις τον τράχηλον, διότι και εσείς υπηρετήσατε τον Άγιον Γέροντα. Διότι και τα άψυχα πράγματα συγκινούν. Αυτό το ραβδί το έδωκε δια Διαθήκης εις τον αγαπητόν αδελφόν, τον άγιον Παραμυθίας, και λέτε σαν να ήξερε ότι θα μου έκανε χαράν να το έβλεπα. Πόσες φορές το έδιδα εγώ ο ίδιος, λαϊκός και του φιλούσα το χέρι: Αυτό το μπαστουνάκι, το ραβδάκι το άφησε δια Διαθήκης εις μνημόσυνον αιώνιον. Παρακαλώ, άγιε αδελφέ, να τον θέσετε εις τον τραχηλόν του.

Άξιος!

Ο Τίμιος Σταυρός θα σού υπενθυμίζη ότι ο ιερωμένος είναι αποφασισμένος και θάνατον σταυρικόν να υποστή δι' εκείνον, ο Οποίος εσταυρώθη δι' ημάς. Ο Τίμιος Σταυρός θα σού δίδη σύνεσιν, φωτισμόν και θα σού υπενθυμίζη τους λόγους του Αποστόλου Παύλου: "οι του Χριστού την σάρκα εσταύρωσαν σύν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις" (Γαλ. ε', 24). Εύχομαι, διότι αυτά μεν ζουν πολλά έτη, ο άνθρωπος ζη ολίγα έτη, εύχομαι να ζήσης χρόνια πολλά. Καί, όπως εγώ βρήκα άνθρωπον και τον παρέδωκα, έτσι και εσύ να βρής άνθρωπον να τον παραδώσης, να φορή τον Σταυρόν, να δοξάζεται ο Εσταυρωμένος Κύριος.

Άξιος!

Αργότερα με την Διαθήκη του μου άφησε και την μίτρα του αειμνήστου Ιεροθέου, ώστε να μη μπορώ πλέον να τον ξεχάσω ποτέ.

Μετά την χειροτονία ακολούθησε γεύμα, το οποίο παρέθεσε από την πολλή του αγάπη. Περιττόν να πω ότι όλα αυτά με συγκινούσαν βαθύτατα και με έκαναν να πλημμυρίζω από αγάπη και ευγνωμοσύνη προς τον Θεό. Και άλλη φορά ετοίμασε Γεύμα για τους ιερείς της πόλεως προς χάρη μου. Όταν μετά την χειροτονία μου εις διάκονον, διορίσθηκα επίσημος Ιεροκήρυξ της Ιεράς Μητροπόλεως και έδωσα την διαβεβαίωση (30 Νοεμβρίου 1971), κάλεσε τους ιερείς της πόλεως να παρευρεθούν στην διαβεβαίωση που έγινε στο εκκλησάκι της Μητροπόλεως και στην συνέχεια παρέθεσε γεύμα. Έδειχνε έτσι έμπρακτα την αγάπη του προς το πρόσωπό μου και τους υποδείκνυε ότι θα έπρεπε και εκείνοι να με τιμούν.

Και όταν θέλησε να με χειροθετήση Πνευματικό, το έκανε κατά την ημέρα της εορτής του, γιατί και πάλι ήθελε να συνδέση την ζωή μου με την δική του ζωή. Γι' αυτό άλλωστε τώρα είμαι τόσο ενωμένος με τον αείμνηστο Γέροντα, ώστε ούτε ο θάνατός του μπόρεσε να μας χωρίση. Η μνήμη του είναι αιωνία. Τον θυμάμαι κάθε ώρα και στιγμή και διατηρώ μέσα μου τις καλύτερες και πιο ευλογημένες αναμνήσεις. Τρέφω δε ελπίδες ότι και εγώ βρίσκομαι στην δική του μνήμη. Αυτό, άλλωστε, είναι η μόνη μου παρηγοριά.

 

[ ΠΑΝΩ ]

ε) Προσωπικές επιστολές

Έζησα κοντά του δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια μαθητευόμενος στην εκκλησιαστική ζωή και αποκτώντας εκκλησιαστικό φρόνημα. Βίωνα τί θα πη να έχη κανείς εκκλησιαστική συνείδηση. Καταλάβαινα καλά ότι ο Κληρικός και μάλιστα ο Επίσκοπος πορεύεται προς το μαρτύριο, είναι φορεύς της μαρτυρικής αρχιερωσύνης του Χριστού. Μου μεταγγιζόταν διαρκώς, όσο εγώ μπορούσα να δεχθώ και να αντέξω, η Παράδοση της Εκκλησίας.

Γι' αυτό και δεν έχω πολλές επιστολές του. Οι επιστολές του στην πραγματικότητα είναι προφορικές και εγράφησαν μέσα στην μνήμη μου και την καρδιά μου. Ωστόσο, από διάφορα περιστατικά που με εξανάγκαζαν να βρίσκομαι μακρυά από την Έδεσσα, έχω μερικές τέτοιες επιστολές. Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να διαφυλάξω τις επιστολές που μου έστειλε όσο ήμουν φοιτητής.

Στην συνέχεια θα παρουσιάσω τις λίγες αυτές επιστολές, στις οποίες θα φανή και η προσωπικότητά του, αλλά και η αγάπη του προς το πρόσωπό μου. Είναι σημαντικό να λεχθή ότι οι περισσότερες από αυτές εστάλησαν στο λίγο διάστημα απουσίας μου από την Έδεσσα και μάλιστα ύστερα από δικές μου επιστολές προς αυτόν. Και εγώ και εκείνος αισθανόμασταν την ανάγκη προσωπικής επικοινωνίας, παρά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχαμε κατά την διάρκεια της απουσίας μας. Το λέγω αυτό γιατί και εκείνος πολλές φορές μου τηλεφωνούσε από την Αθήνα για να μου ανακοινώνη διάφορα γεγονότα και να με πληροφορή.

Κατ' αρχάς θα ήθελα να παρουσιάσω ένα σημείωμα που μου έριξε το πρωΐ πριν φύγη για θεία Λειτουργία, μετά το πέρας της οποίας θα ταξίδευε για την Αθήνα για να συμμετάσχη σε Συμβούλιο Συνοδικής Επιτροπής. Το έγραψε σ' ένα πρόχειρο χαρτί. Έλεγε:

"π. Ιερόθεε,

Κάθε ημέρα να μαγειρεύη η κ. Κυριακή. Να χρησιμοποιήσης τα χρήματα που έχομεν δια φαγητόν.

Μετ' ευχών και αγάπης

ό Ο Εδέσσης Καλλίνικος

Πρωΐ 13-11 (1972)

Ο άγιος Χρυσόστομος βοήθεια!".

Για να φανή περισσότερο η αξία αυτού του σημειώματος, πρέπει να κάνω μερικά σχόλια απαραίτητα για την κατανόησή του.

Πρώτον. Το έγραψε πρωΐ πηγαίνοντας σε απομακρυσμένο χωριό για να λειτουργήση με την ευκαιρία της εορτής του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και στην συνέχεια θα έκανε ένα κοπιαστικό ταξίδι για την Αθήνα. Θα μπορούσε λόγω του ταξιδίου του να μη λειτουργήση εκείνη την ημέρα. Όμως, ποτέ δεν διενοείτο να φύγη αλειτούργητος. Γι' αυτόν η θεία Λειτουργία ήταν ζωή, ήταν πανηγύρι πραγματικό. Θα το θεωρούσε ασέβεια και προδοσία.

Δεύτερον. Έριξε το σημείωμα αυτό κάτω από την πόρτα του διαμερίσματός μου για να μη με ενοχλήση. Με σεβόταν απόλυτα και συνεχώς με προέτρεπε να ξεκουράζομαι. Πρέπει ακόμη να πω ότι όταν το πρωΐ έφευγε για κάποιο μακρυνό ταξίδι και από βραδύς εξεδήλωνα την επιθυμία να σηκωθώ για να τον αποχαιρετήσω, εκείνος μου έβαζε κανόνα να μη το κάνω. Δεν ήθελε για ένα τόσο τυπικό γεγονός, το οποίο άλλωστε μπορεί και να μην εκφράζη σεβασμό και αγάπη, να κουράζομαι. Μου έλεγε: "Ξέρω την αγάπη σου και τον σεβασμό σου στο πρόσωπό μου".

Τρίτον. Η παραγγελία να μαγειρεύη κάθε ημέρα η κ. Κυριακή συνδέεται με κάποια συζήτηση που κάναμε το βράδυ. Του είπα δηλαδή ότι τώρα που θα λείπη μια ολόκληρη εβδομάδα θα έλεγα στην μαγείρισσα της Μητροπόλεως να μη μαγειρεύη για να μπορέση και εκείνη να ξεκουρασθή. Το διάστημα εκείνο θα έτρωγα στο εστιατόριο. Εκείνος αντέδρασε λέγοντας ότι πρέπει να μαγειρεύη, γιατί δεν θα αισθανόταν άνετα να σκέπτεται ότι τρώγω σε εστιατόριο.

Τέταρτον. Η υπογράμμιση του ρήματος "νά χρησιμοποιήσης τα χρήματα που έχομεν δια φαγητόν" έχει μεγάλη σημασία. Από την αρχή που πήγα στην Μητρόπολη μου έδινε προσωπικά του χρήματα αμέσως όταν ελάμβανε τον μισθό του μηνός, για να αγοράζω διάφορα τρόφιμα για το φαγητό. Στην αρχή το θεωρούσα φυσικό. Στην συνέχεια, αφού έπαιρνα και εγώ μισθό, ήθελα στο ποσόν που μου έδινε να προσθέτω και δικά μου χρήματα, όσα μου αναλογούσαν. Εκείνος αντιδρούσε πολύ δυνατά. Έλεγε ότι όλα τα έξοδα θα είναι δικά του. Το θεωρούσε προσβλητικό να χρησιμοποιώ και δικά μου χρήματα για το φαγητό. Σημασία έχει ότι και σε αυτήν την περίπτωση δεν τα θεωρούσε δικά του χρήματα, αλλά δικά μας. Γι' αυτό έλεγε "πόσα έχομεν δια φαγητόν;". Επανειλημμένως προσπάθησα να βάλω χρήματα, αλλά εκείνος πάντα μου έλεγε ότι αν θα κάνω κάτι τέτοιο, θα πρέπη να το θεωρήσω αμαρτία και να το εξομολογηθώ.

Έτσι, είχα στο συρτάρι του γραφείου μου ένα κουτί, που ήταν το ταμείο μας. Αμέσως μόλις έπαιρνε τον μισθό του, ερχόταν στο δωμάτιό μου και μου έδινε περίπου δέκα χιλιάδες δραχμές. Για την εποχή εκείνη το ποσόν ήταν μεγάλο, αν υπολογίση κανείς ότι ο μισθός του ανερχόταν στις εβδομήντα χιλιάδες περίπου, και έτσι ποτέ δεν το εξαντλούσαμε για την αγορά τροφίμων και φρούτων. Μάλιστα, ακόμη μέχρι σήμερα διατηρώ το κουτί αυτό με τα χρήματα που ευρέθηκαν την ημέρα του θανάτου του. Είχε βαθειά αίσθηση του κοινού ταμείου, με την διαφορά ότι το δικό του το θεωρούσε ως κοινό ταμείο!

Με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να γράψω και ένα μικρό περιστατικό που δείχνει την αφιλαργυρία του και το ότι δεν ήθελε επ' ουδενί λόγω να κρατά χρήματα επάνω του ή να του διαφυλάσση χρήματα κάποιος άλλος.

Ανέφερα προηγουμένως ότι μου έδινε κάθε μήνα δέκα χιλιάδες δραχμές, που την εποχή εκείνη ήταν σημαντικό ποσόν. Πολλές φορές όταν ερχόταν τον επόμενο μήνα να μου δώση χρήματα, τύχαινε να έχω πολλά, δεδομένου ότι η διατροφή μας ήταν πολύ λιτή και δεν απαιτούσε πολλά χρήματα. Γι' αυτό και του έλεγα ότι έχω αρκετά για τον μήνα αυτό και δεν χρειάζεται να μου δώση άλλα. Παράλληλα όμως μέχρι το τέλος του μηνός ο ίδιος δεν είχε χρήματα, επειδή τα έδινε σε διαφόρους πτωχούς και φοιτητές, και μου ζητούσε δανεικά είτε από το ταμείο που είχαμε είτε από προσωπικά μου χρήματα για να κατεβή στην Αθήνα κλπ.

Κάποτε, λοιπόν, σκέφθηκα να παίρνω όσα μου δίνει για κάθε μήνα, χωρίς να του λέγω ότι έχουμε χρήματα, και έτσι σε μια περίπτωση ανάγκης να μπορή να έχη ένα χρηματικό ποσόν. Δηλαδή προσπάθησα να κάνω ό,τι εκείνος δεν ήθελε να κάνη. Τελικά συγκεντρώθηκαν σε μικρό διάστημα εκατό χιλιάδες δραχμές. Δεν του έλεγα τίποτε, τα είχα τοποθετήσει σ' ένα φάκελλο μέσα στο κουτί, πάνω στον οποίο έγραφα: "Είναι του Σεβασμιωτάτου".

Μια μέρα με ρώτησε πόσα χρήματα υπάρχουν στο ταμείο, γιατί ήθελε να πάρη μερικά. Του είπα: "Δεν έχει σημασία πόσα είναι. Πόσα εσείς θέλετε;". Το έλεγα αυτό για να μην αποκαλύψω το ποσόν. Εκείνος επέμενε να μάθη πόσα χρήματα υπήρχαν. Ύστερα από πολλή ώρα και κατόπιν πιέσεως, φοβούμενος μήπως υποπτευθή κάτι άλλο, το οποίο βέβαια ούτε στην σκέψη του δεν μπορούσε να έλθη για μένα, του αποκάλυψα το τί έκανα. Αμέσως μου ζήτησε ολόκληρο το ποσόν που είχα φυλάξει και μέχρι το μεσημέρι το είχε προσφέρη σε ενδεείς. Δεν ήθελε να κρατά καθόλου χρήματα. Το θεωρούσε αυτό αμαρτία για τον άγαμο Κληρικό και για τον μοναχό.

Πέμπτον. Το σημείωμα αυτό το έγραψε το πρωΐ της ημέρας της εορτής του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και γι' αυτό στο τέλος μου απηύθυνε και την ευχή: "ο άγιος Χρυσόστομος βοήθεια". Ήταν αδιανόητο γι' αυτόν να μην εύχεται. Οι άγιοι ήταν το στήριγμα και η παρηγοριά του.

Το Καλοκαίρι του 1972 μαζί με τον αδελφό του, Μητροπολίτη Διδυμοτείχου Κωνσταντίνο, πήγαν στην Γενεύη προσκεκλημένοι του Μητροπολίτου Τρανουπόλεως, νυν Ελβετίας Δαμασκηνού. Ο Δαμασκηνός καταγόταν από τα μέρη της επαρχίας του και τόσο αυτός όσο και ο πατέρας του, που ήταν ιερεύς, είχαν πολύ εξυπηρετηθή από τον Καλλίνικο. Από την Γενεύη μου έστειλε κάρτα.

Γενεύη 15/7/1972

Αγαπητέ μας π. Ιερόθεε,

Με την βοήθεια του Θεού εφθάσαμεν καλώς.

Μένομεν εις το εικονιζόμενον Κέντρον.

Ευχάς εις π. Δαμιανόν, π. Ιωάννην, κλπ.

Μετ' ευχών και πολλής αγάπης

ό Ο Εδέσσης Καλλίνικος

Τον Σεπτέμβριο του έτους 1972 μαζί με τον αδελφό μου Στέφανο πήγαμε στο Άγιον Όρος. Είχα ένα χρόνο μοναχός και Κληρικός. Από το Άγιον Όρος του έστειλα επιστολή και εκείνος μου απάντησε:

Αγαπητέ μοι π. Ιερόθεε,

έλαβον την επιστολήν σας. Προχθές ήταν εδώ ο κ. Φραγκόπουλος. Προχθές με επήρε τηλέφωνον η Μητέρα και η Θεία σου από Λουτράκιον να δούν τί γίνομαι.

Επί τη συμπληρώσει μετ' ολίγας ημέρας έτους από της κουράς εύχομαι να τιμήσης το τίμιον ράσον.

Κάθισε αυτού όσας ημέρας επιθυμείς.

Εις πατέρας και ιδιαιτέρως εις π. Σπυρίδωνα ευχάς και χαιρετισμούς. Εις Στέφανον ευχάς.

Από τους ενταύθα τα δέοντα.

Μετ' ευχών και πολλής αγάπης εν Κυρίω

ό Ο Εδέσσης Καλλίνικος

Στις επιστολές του διασώζεται η λιτότητα, η αρχοντιά και η αγάπη. Ήταν λιτός και αληθινός, χωρίς να περιπίπτη σε συναισθηματικές καταστάσεις. Στην επιστολή που παρέθεσα προηγουμένως φαίνεται ο πληροφοριακός χαρακτήρας, αλλά και η αγάπη του. Με πληροφορεί για τα γεγονότα που έγιναν στην Έδεσσα, για τα τηλεφωνήματα που δέχθηκε και τις επισκέψεις. Ταυτόχρονα θυμάται την ημερομηνία της κουράς μου και εύχεται εκκλησιαστικά, να τιμήσω το τίμιο ράσο. Γι' αυτόν ο Κληρικός πρέπει να δοξάζη τον Θεό και την Εκκλησία. Μου δίνει απεριόριστο χρόνο αδείας και παραμονής μου στο Άγιον Όρος. Πραγματικά, δεν τον αισθανόμουν ως Διοικητή, αλλά ως πατέρα που ενδιαφερόταν για μένα. Όταν επρόκειτο να επισκεφθώ το Άγιον Όρος, ήταν υπόθεση χαράς. Και όταν επέστρεφα, με ρωτούσε να του πω τί με συμβούλευσαν, όχι για να ελέγξη τους λόγους, αλλά για την δική του ωφέλεια και προκοπή. Κάθε επίσκεψή μου στο Άγιον Όρος ήταν ταυτόχρονα και δική του επίσκεψη.

Επίσης, όπως φαίνεται στην επιστολή αυτή, εναλλάσσεται ο πληθυντικός αριθμός με τον ενικό. Άλλοτε λέγει "έλαβον την επιστολήν σας" και άλλοτε "κάθισε αυτού". Αυτό δείχνει ότι και με αγαπούσε ως παιδί του, αλλά και με σεβόταν ως Κληρικό. Αυτό φαινόταν και σε άλλες εκδηλώσεις του. Συμπλεκόταν η αγάπη με τον σεβασμό. Ούτε εν ονόματι της αγάπης και της οικειότητος με εξαφάνιζε και μου στερούσε την ελευθερία, ούτε καταργούσε την ιδιότητα που είχα μέσα στην Εκκλησία επειδή ήμουν πνευματικό του παιδί. Φυσικά πρέπει να πω ότι το ίδιο αισθανόμουν και εγώ απέναντί του.

Αναφέρει την επίσκεψη του κ. Φραγκοπούλου, διότι ήταν γνώριμος και των δυο μας, εκτιμούσε το εκκλησιαστικό του φρόνημα και είχαν κάνει λόγο για μένα.

Έχοντας ορθόδοξο φρόνημα και εκκλησιαστική συνείδηση ενεργούσε πάντοτε προσεκτικά, εκκλησιαστικά. Αυτό φαίνεται σε μια επιστολή που μου έστειλε από την Αθήνα, όταν ήταν Συνοδικός Μητροπολίτης. Βέβαια, επικοινωνούσαμε τηλεφωνικά, αλλά για να αποστείλη αυτήν την επιστολή υπήρχε μια ανάγκη. Έπρεπε να στείλη μια βεβαίωση για κάποιο πνευματικό μου παιδί, που θα πήγαινε στην Θεολογική Σχολή Βελιγραδίου. Και ενώ μιλήσαμε από το τηλέφωνο, εν τούτοις μαζί με την βεβαίωση απέστειλε και την πιο κάτω επιστολή, γιατί το θεωρούσε ανάρμοστο να στείλη απλώς ένα κείμενο ή βεβαίωση, χωρίς κάποιους λόγους. Μου έγραψε:

15/1/1976

Αγαπητέ Ιερόθεε,

Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε,

Εσωκλείω εις διπλούν Γράμμα δια τον Διονύσιον. Θα δοθούν και τα δύο αφού σφραγισθούν δια της σφραγίδος της Ιεράς Μητροπόλεως.

Τα καθ' ημάς υποπτεύεσθε πώς έχουν. Κόπος, αγωνία, αϋπνία και μάχαι. Δόξα τω Θεώ, ότι είμεθα ηνωμένοι, όπερ τους κατακαίει. Πρωτοφανής ενότης. Ευλογία Θεού.

Πολλές φορές σε σκέπτομαι και φέρω εις την θέσιν μου τον πολυσέβαστον ΙΕΡΟΘΕΟΝ, και εις την θέσιν σου τον εαυτόν μου.

Νέα ακριβή να μάθης δεν μπορείς, διότι εις τας Εφημερίδας δεν γράφεται η Αλήθεια.

Με ανακουφίζει η ενότης και η πεποίθησις ότι θα λαλήση ο Ουρανός! Όταν λαλή ο Ουρανός τρέμει η γή.

Έν πράγμα αρχίζω εκ των πραγμάτων να βλέπω: Δυστυχώς ζητούμεν λύσιν των προβλημάτων μας από τους ανθρώπους και λησμονούμεν ότι μόνον ο Θεός μας αγαπά και μας προστατεύει. "Ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία". Αυτόν τον Χριστόν ας αγαπήσωμεν και τα άλλα τα κανονίζει Εκείνος.

Από τους εν Αθήναις κατά σάρκα συγγενείς μου, και ιδιαιτέρως από τον Γεώργιον, έχετε τα δέοντα.

Σε παρακαλώ, γονάτισε και παρακάλεσε τον Ιδρυτήν της Εκκλησίας να βοηθήση τον Επίσκοπόν σου και την Εκκλησίαν Του.

Μετά πολλής εν Κυρίω αγάπης

ό Ο Εδέσσης Καλλίνικος

Θα μπορούσα να καλύψω πολλές σελίδες για να αναλύσω αυτήν την γλαφυρά επιστολή, ώστε να παρουσιασθή η μεγάλη μορφή του αειμνήστου Γέροντός μου. Όμως θα σχολιάσω μόνον μερικά σημεία και μάλιστα δι' ολίγων.

Πρώτον. Ο χρόνος που ήταν Συνοδικός Μητροπολίτης ήταν πολύ δύσκολος. Είχε προηγηθή το 1974 η έκπτωση δώδεκα Μητροπολιτών, μεταξύ των οποίων και του αδελφού του Διδυμοτείχου Κωνσταντίνου. Οι συνθήκες της εκπτώσεως των Μητροπολιτών ήταν πραγματικά δύσκολες από πολλές πλευρές. Δεν θέλω να κρίνω τα γεγονότα αυτά ούτε να τα σχολιάσω. Εκείνο που γενικά γνωρίζω από τον αείμνηστο Καλλίνικο είναι ότι έλεγε ότι έγιναν λάθη από όλες τις πλευρές. Ο ίδιος δεν συμφωνούσε με όλες τις πράξεις του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου. Προσπαθούσε σε όλα τα γεγονότα να είναι αντικειμενικός. Ούτε όμως απέρριπτε όλες τις πράξεις και ενέργειες του νέου Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ. Έλεγε μάλιστα ότι είναι καλός άνθρωπος, αλλά δεν έχει σωστούς ανθρώπους δίπλα του.

Έτσι, ήταν η πρώτη Σύνοδος που έθεσε πρόβλημα για την αποκατάσταση των δώδεκα Μητροπολιτών. Αυτό εννοούσε, όταν έλεγε ότι είμαστε ενωμένοι. Ήθελε την ειρήνευση της Εκκλησίας, έστω κι αν δεν συμφωνούσε με πολλές ενέργειες. Για παράδειγμα αναφέρω ότι εκείνη την περίοδο Συνοδικός Μητροπολίτης ήταν και ο Σεβ. Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος, που του έκανε πολλές προσωπικές επιθέσεις για πολλούς λόγους, μεταξύ των οποίων και για το ότι μιλούσε ευγενικά προς τους Επισκόπους που ακολουθούσαν τον Σεραφείμ. Όμως ο Καλλίνικος ενεργούσε ως Ορθόδοξος Ιεράρχης, χωρίς να ανήκη σε παρατάξεις. Γι' αυτό και μερικά κείμενα που υπέγραψαν τότε οι αντίθετοι του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, εκείνος δεν τα υπέγραψε, γιατί τα θεωρούσε πραξικοπηματικές ενέργειες.

Δεύτερον. Η παρουσία του στις Συνάξεις της Ιεράς Συνόδου ήταν εκκλησιαστική. Δεν το έκανε από αγγαρεία ούτε υποτασσόταν σε σκοπιμότητες, αλλά το έκανε προσευχόμενος. Η φράση "κόπος, αγωνία, αϋπνία και μάχαι" δείχνει την όλη ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ζούσε. Μαζί με την προσευχή και ο αγώνας για την επικράτηση της ειρήνης στην Εκκλησία.

Τρίτον. Παρά τις προσπάθειες και τους αγώνες του μέσα στην Σύνοδο, εν τούτοις έχει ακλόνητη την πεποίθηση ότι η λύση του εκκλησιαστικού προβλήματος θα προέλθη από τον Θεό και όχι από ανθρώπινες ενέργειες και πράξεις. Η φράση "δυστυχώς ζητούμεν λύσιν των προβλημάτων μας από τους ανθρώπους και λησμονούμεν ότι μόνον ο Θεός μας αγαπά και μας προστατεύει" είναι κριτική όλων εκείνων των προσπαθειών που έχουν σαν κέντρο τον ανθρώπινο παράγοντα και παραγνωρίζουν τον θείο παράγοντα. Με άλλα λόγια ο Γέροντάς μου διέκρινε στην προσπάθεια αποκαταστάσεως των Δώδεκα πολύ ανθρώπινο στοιχείο και όχι εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του Θεού. Αυτό τον κούραζε υπερβολικά. Το γνωρίζω και από τις προσωπικές μας συζητήσεις.

Τέταρτον. Μου ζητά να γονατίσω και να προσευχηθώ στον Θεό για τον Επίσκοπό μου και την Εκκλησία Του. Αυτό ήταν το σημαντικότερο γι' αυτόν. Όχι ανθρώπινες, εξαμβλωματικές λύσεις, αλλά οι λύσεις που προέρχονται από τον Θεό, όποιες κι αν είναι. Και τελικά μόνον σε αυτές τις λύσεις πρέπει να υποτασσόμαστε, έστω κι αν δεν τις καταλαβαίνει η δική μας ανθρώπινη λογική. Γιατί, όπως χαρακτηριστικά έλεγε: "άλλη είναι η λογική του Θεού και άλλη η λογική των ανθρώπων". Είναι σημαντικό να λεχθή ότι συχνά μου ζητούσε να κάνω προσευχή γι' αυτόν και την Εκκλησία. Αυτή ήταν η ατμόσφαιρα των λόγων του. Και όταν ερχόταν από την Σύνοδο, δεν μου έλεγε λεπτομέρειες, δεν έκρινε τους άλλους Επισκόπους, δεν μου ανέπτυσσε τις φάσεις των εργασιών της Συνόδου, δεν κατεδίκαζε κανέναν. Μου έλεγε μερικά γενικά νέα χωρίς να εισέρχεται στις λεπτομέρειες και χωρίς να τα σχολιάζη κριτικά.

Πέμπτον. Δείχνει την αγάπη του με το να βλέπη την σχέση μου μαζί του, όπως την σχέση που είχε ο ίδιος με τον Μητροπολίτη του, τον Ιερόθεο: "πολλές φορές σε σκέπτομαι και φέρω εις την θέσιν μου τον πολυσέβαστον ΙΕΡΟΘΕΟΝ, και εις την θέσιν σου τον εαυτόν μου". Κι αν καμμιά φορά, σπάνια βέβαια, έκανα ένα μικρό λάθος, εκείνος γελώντας μου έλεγε: "Δεν πειράζει παιδί μου, θυμάμαι τον εαυτό μου ως προς τον Ιερόθεο. Πρέπει και εγώ να πληρώσω μερικά δικά μου λάθη. Άλλωστε είναι της ηλικίας". Γι' αυτόν η εκκλησιαστική ζωή ήταν παράδοση και εμπειρία, την οποία μαθαίνει κανείς κοντά σε διακριτικό Γέροντα.

Γενικά, στην αξιόλογη αυτήν επιστολή του φαίνεται το εκκλησιαστικό του φρόνημα και η εκκλησιαστική του συνείδηση. Ενεργούσε ως αληθινός πατέρας, αλλά και υπεύθυνος εκκλησιαστικός άνδρας.

Μετά από λίγο καιρό, και συγκεκριμένα τον Ιούνιο του 1976, πήγα στην Αγγλία. Το είχα, βέβαια, συζητήσει με τον αείμνηστο προηγουμένως και έλαβα την ευχή του. Ο σκοπός του ταξιδίου μου ήταν διπλός. Ο πρώτος να βελτιώσω την αγγλική γλώσσα, παρακολουθώντας κάποιο Σεμινάριο, και ο δεύτερος να γνωρίσω την Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου στο άιιήί της Αγγλίας και συγκεκριμένα τον Αρχιμ. Σωφρόνιο.

Πρέπει να πω ότι όταν του είπα πώς θα ήθελα να βελτιώσω την αγγλική γλώσσα, αμέσως έδειξε ενδιαφέρον και με προέτρεψε να το κάνω, χωρίς να μου υπενθυμίση τους κινδύνους που θα βρώ στην Αγγλία και χωρίς να μου κάνη κήρυγμα. Δεν μου είπε το παραμικρό. Αυτό δείχνει και την εμπιστοσύνη που είχε στο πρόσωπό μου.

Από την Αγγλία, εκτός από την τηλεφωνική επικοινωνία που είχα μαζί του, του έστειλα και επιστολή για να τον ενημερώσω αναλυτικά για το τί έκανα και που βρισκόμουν. Και εκείνος μου απάντησε γραπτώς. Έγραφε:

Εν Εδέσση τη 1 Ιουλίου 1976

Αγαπητέ π. Ιερόθεε,

Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε,

Μόλις επέστρεψα από την Αγίαν Σκέπην, όπου ελειτούργησα. Είχαμε πολύν κόσμον.

Έλαβα την επιστολήν σας, την οποίαν ανέμενον μετά τινος αγωνίας, διότι ήθελον να μάθω τα καθ' υμάς.

Επόμενον να ευρεθήτε εις ξένον περιβάλλον, ξένον από πολλάς πλευράς. Βλέπετε "εψύγη η αγάπη των πολλών".

Νέα εκκλησιαστικά δεν έχομεν. Εζήτησαν προτάσεις προς εγγραφήν εις τον κατάλογον προς Αρχιερατείαν.

Ο καιρός είναι βροχερός. Δεν έγινεν η Λιτανεία εις Γιαννιτσά λόγω βροχής καταρρακτώδους.

Τα λοιπά σάς είναι γνωστά.

Εις Ηγούμενον, π. Ζωσιμάν, π. Γεώργιον Καρβουνιάρην και Αδελφούς της Μονής ευχάς.

Από Κωνσταντίνον ευχάς. Από π. Δαμιανόν (εορτάζοντα σήμερον), π. Ιωήλ, κ. Ιωαννίδην, κ. Νίκον, καν Κυριακήν τα δέοντα. (Ο Δημήτρης και ο Δήμος είναι εν αδεία).

Μετ' ευχών πολλών και εν Κυρίω αγάπης

ό Ο Εδέσσης Καλλίνικος

Και αυτή η επιστολή, παρά την απλότητά της, κρύβει ένα μεγαλείο. Πρέπει κανείς να γνωρίζη τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του αποστολέως, αλλά και τα πρόσωπα του Γραφείου για να την εκτιμήση ακόμη περισσότερο. Μερικά σχόλια θα εκθέσω στην συνέχεια για να γίνη κατανοητό το βαθύτερο νόημα της επιστολής.

Κατ' αρχάς μέσα σε λίγα λόγια μου κάνει πλήρη ενημέρωση. Είναι βραχύτατη επιστολή, αλλά περιγράφει όλα όσα έπρεπε να γνωρίζω. Το που λειτούργησε, γιατί δεν έγινε η λιτανεία στα Γιαννιτσά, την εορτή του Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου, ποιοί λείπουν με άδειες κλπ.

Έπειτα εκφράζει την αγάπη και το ενδιαφέρον του για μένα. Αναφέρει ότι ανέμενε την επιστολή μου με αγωνία. Είναι ο πατέρας που αγαπά και περιμένει να λάβη ειδήσεις για το παιδί του. Και αυτό το κάνει με αγωνία. Δεν είναι ο Διοικητής που έδωσε μια άδεια και αναμένει την επιστροφή για να συνεχίσω το "έργον". Δεν δίνει καμμιά συμβουλή. Απλώς εντοπίζει μια πραγματικότητα την οποία, όπως φαίνεται, έλαβε αφορμή από το δικό μου γραπτό.

Γράφει μια φράση η οποία για μένα τότε δεν είχε σημασία ούτε μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. "Εζήτησαν προτάσεις προς εγγραφήν εις τον κατάλογον προς Αρχιερατείαν". Αυτή η φράση κρύβει πολλά "μυστικά". Κατά καιρούς μου έλεγε να συγκεντρώσω τα "χαρτιά" μου για να τα στείλη στην Σύνοδο για την εγγραφή μου στον κατάλογο των εκλογίμων προς Αρχιερατείαν. Εγώ δεν έκανα υπακοή στο σημείο αυτό, γιατί γνώριζα από την επικοινωνία που είχα μαζί του ότι το να είναι κανείς Επίσκοπος σημαίνει ότι βρίσκεται επάνω στον Σταυρό. Δεν επιθυμούσα επισκοποποίηση, άλλωστε δεν ήταν ο καιρός, αλλά ούτε και διανοούμουν να απομακρυνθώ από την Έδεσσα και από κοντά του. Έτσι, δεν του έδινα τα χαρτιά που ζητούσε. Αλλά εκείνο το Καλοκαίρι που έλειπα στην Αγγλία βρήκε την ευκαιρία να τα συγκεντρώση με τους συγγενείς μου, λέγοντάς τους να μη μου το πούν και τα έστειλε στην Σύνοδο. Επομένως, αυτή η φράση ήταν "διπλωματική" που σήμαινε ότι "έστειλα τα χαρτιά σου για να εγγραφής στον κατάλογο προς Αρχιερατείαν". Φυσικά, τότε ούτε γνώριζα τίποτε, αλλά ούτε και κατάλαβα. Ο ίδιος δεν μου είπε τίποτε. Αργότερα μου ανεκοίνωσε ότι γράφτηκα στον κατάλογο κατόπιν εκλογής.

Επίσης, στην επιστολή αυτή φαίνεται καθαρά ότι αισθανόταν σαν "ηγούμενος" μιας κοινότητος. Αναφέρει όλα τα ονόματα του Μητροπολιτικού Οίκου και του Γραφείου: Τον Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο (π. Δαμιανό), τον Ιεροκήρυκα (π. Ιωήλ), τον βοηθούντα στο Γραφείο (κ. Ιωαννίδη), τον κηπουρό της Μητροπόλεως (κ. Νίκο), την μαγείρισσα (κ. Κυριακή) και τους απουσιάζοντας, γραμματέα (Δημήτρη) και οδηγό (κ. Δήμο), με άδεια. Ένοιωθε ότι ανήκε σε μια οικογένεια. Δεν ήταν γι' αυτόν όλοι αυτοί υπάλληλοι, αλλά πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντός του προς τους οποίους έδειχνε ποικιλοτρόπως την πατρική του αγάπη.

Εάν κάποιος γνώριζε τον αείμνηστο Καλλίνικο, μπορούσε να εκτιμήση και να καταλάβη και την φράση "ο Δημήτρης και ο Δήμος είναι εν αδεία". Αυτό δείχνει ότι ήθελε να δικαιολογήση για να προλάβη κάθε παρεξήγηση το γιατί δεν τους μνημόνευσε για τα "δέοντα", αλλά και γιατί ήθελε να μου δείξη ότι είναι μόνος του και ότι δυσκολεύεται και στο Γραφείο και στις μετακινήσεις του. Γιατί σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν έπαιρνε άδεια ο γραμματέας και ο οδηγός (ο ίδιος δεν έπαιρνε ποτέ άδεια, γιατί έλεγε ο πατέρας δεν παίρνει ποτέ άδεια), οι υποχρεώσεις του αυξανόταν. Αυτός ησχολείτο και με υποθέσεις Γραφείου, να πρωτοκολλήση κλπ., αλλά και προσπαθούσε να βρη ανθρώπους για να μπορή να μετακινήται συνεχώς στα χωριά.

Ευρισκόμενος και πάλι στην Αγγλία μετά από δύο χρόνια, και συγκεκριμένα τον Ιούνιο του 1978, μου απάντησε με ένα δελτάριο σε επιστολή που του απέστειλα. Βέβαια, είχαμε τακτική τηλεφωνική επικοινωνία, αλλά ήθελα να επικοινωνήσω και γραπτώς για να του κάνω λεπτομερέστερη αναφορά. Και εκείνος πάντοτε απαντούσε. Έγραφε:

Εν Εδέσση τη 20/6/1978

Αγαπητέ π. Ιερόθεε,

Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε,

Με χαράν επήρα το γράμμα σας. Χαίρω που είσθε ευχαριστημένος.

Τα καθ' ημάς είναι γνωστά. Η Διοίκησις ποτίζει με δηλητήρια.

Χθές είχαμε τα εγκαίνια του Ι. Ναού Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα.

Παρακαλώ, διαβιβάζετε ευχάς και την αγάπην και τον σεβασμόν εις π. Σωφρόνιον. Χαιρετώ εν Κυρίω όλους τους Αδελφούς και εύχομαι "νικητάς της αμαρτίας αναφανήναι".

Από Αδελφόν μου ευχάς. Από Πατέρας και Αδελφούς ασπασμόν εν Κυρίω.

Μετ' ευχών και πολλής εν Κυρίω αγάπης

ό Ο Εδέσσης Καλλίνικος

Και στην επιστολή του αυτή διακρίνει κανείς τα γνωστά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, δηλαδή την απλότητα, την αγάπη, την βραχεία ενημέρωση κλπ. Μπορεί όμως να διακρίνη και μερικά επί πλέον γνωρίσματα.

Πρώτον, τον τρόπο με τον οποίο αναφέρεται στον π. Σωφρόνιο και τους αδελφούς της Ιεράς Μονής. Σέβεται υπερβολικά τον π. Σωφρόνιο. Ενώ το τυπικό είναι ο Επίσκοπος να αποστέλλη ευχές, εκείνος υποβάλλει σεβασμό προς τον π. Σωφρόνιο, τον οποίο εκτιμά, σέβεται και ουσιαστικά δεν τολμά να του ευχηθή. Αντίθετα εύχεται στους αδελφούς και μάλιστα με την φράση της Λειτουργίας των Προηγιασμένων, να αναδειχθούν νικηταί της αμαρτίας. Αυτός είναι ο σκοπός της χριστιανικής και μοναχικής ζωής.

Δεύτερον, εκδηλώνει την χαρά του επειδή είμαι ευχαριστημένος, έστω κι αν ευρίσκομαι μακρυά του. Γνωρίζω ότι από πολλές πλευρές δυσκολευόταν, όταν απομακρυνόμουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Υπήρχαν πολλές δυσκολίες και με τις μικρές μου δυνάμεις του ήμουν παρηγοριά και αναψυχή. Ήμουν το πρόσωπο εκείνο στο οποίο άνοιγε την καρδιά του και έλεγε όλους τους πόνους του. Επομένως, δυσκολευόταν με την στέρησή μου. Και όμως χαίρεται, γιατί εγώ ήμουν ευχαριστημένος. Αυτή είναι η πραγματική αγάπη. Μια αγάπη που σέβεται και την ελευθερία του άλλου, μια αγάπη που στην πραγματικότητα εκφράζεται ως κένωση και προσφορά.

Το τρίτο που κάνει εντύπωση είναι η φράση "Η Διοίκησις ποτίζει με δηλητήρια". Πραγματικά αυτό το έλεγε συχνά. Με τον όρο Διοίκηση εννοούσε την ποιμαντική διακονία που γίνεται και δια των Γραφείων της Ιεράς Μητροπόλεως. Το να κατευθύνη κανείς ένα συγκεκριμένο Ποίμνιο είναι σταυρός και θυσία. Έτσι ένοιωθε την ποιμαντική διακονία. Καθημερινά πικραινόταν, δηλητηριαζόταν. Ήταν πολύ ευαίσθητος άνθρωπος. Κυρίως τον στενοχωρούσαν τα διαρκή παράπονα των Κληρικών του, αν και ο ίδιος αγαπούσε και ενδιαφερόταν προσωπικά για τις ανάγκες τους. Δεν μπορούσε να καταλάβη γιατί τον πίκραιναν, αφού τους εξυπηρετούσε και φρόντιζε γι' αυτούς. Μερικές όμως φορές μονολογούσε: "Αφού δεν αγαπούν οι άνθρωποι τον Χριστό, γιατί έχουμε εμείς την απαίτηση να μας αγαπούν;". Ζούσε βαθειά την άποψη ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος για να φθάση στο καθ' ομοίωση και στην θέωση. Επειδή δεν ικανοποιείται αυτός ο σκοπός, γι' αυτό και συνεχώς είναι δυσαρεστημένος, παραπονούμενος, γι' αυτό και δυσκολοκυβέρνητος. Πάντως, ασκούσε μια ποιμαντική διαποίμανση του λαού, δηλητηριαζόμενος καθημερινά.

Το τέταρτο σημείο είναι η φράση "τά καθ' ημάς είναι γνωστά". Βέβαια, το έλεγε και γενικά, αλλά και ειδικά. Δηλαδή, ήθελε να πή: γνωρίζεις όλες τις συνθήκες, δεν υπάρχει τίποτε ιδιαίτερο, αλλά εννοούσε και άλλες ενδοοικογενειακές δυσκολίες, σχετικά με τον αδελφό του Κωνσταντίνο ο οποίος μετά την έκπτωσή του από τον θρόνο της Ιεράς Μητροπόλεως Διδυμοτείχου και Ορεστιάδος παρέμεινε στην Έδεσσα κοντά του.

Κάποια άλλη φορά ο Αρχιμ. Επιφάνιος μου έστειλε ένα νέο βιβλίο του με τίτλο "άρθρα-μελέται-επιστολαί". Η αφιέρωσή του ήταν πολύ συγκινητική.

"τώ π. Ιεροθέω Βλάχω,

λαμπρώ της του Θεού Εκκλησίας

Εργάτη, και Επισκόπου Εδέσσης

Καλλινίκου πολυτίμω συνεργώ, μετά

πολλής τιμής και αγάπης εν Κυρίω

Ιησού".

Έγραψα επιστολή στην οποία τον ευχαριστούσα για την αφιέρωση του βιβλίου του, καθώς επίσης και για την συγγραφή του, που διακρίνεται για την πληρότητα και σαφήνεια των θεμάτων και δοξολογούσα τον Θεό για την ποικιλία των χαρισμάτων τα οποία δίνει στα μέλη της Εκκλησίας. Μεταξύ των άλλων έγραφα και τα ακόλουθα:

"Μελετών τα άρθρα Σας, ενεθυμήθην το πολλάκις υπό του Μητροπολίτου μας λεγόμενον: "ένας μεγάλος σύγχρονος Πατήρ της Εκκλησίας λέγει...". Και ανεφώνησα μετά του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος: "Και προωδοποίησας (πάτερ) και προηγήσω, μάλλον δε και εισέτι και νυν ηγή και προηγή πάντων ημών...".

Πριν την ταχυδρομήσω την έδωσα στον Γέροντά μου να την διαβάση και να την εγκρίνη. Εκείνος ενθουσιάστηκε και μου την επέστρεψε με την εξής φράση:

"Μετά πλήρους ικανοποιήσεως. Εύγε!".

ό Ο Εδέσσης Καλλίνικος.

Μου τα είπε και προφορικά, αλλά ήθελε να τα παραδώση και γραπτώς. Και με αυτόν τον τρόπο εξέφραζε την πολλή του αγάπη.

Σε μια κρίσιμη περίοδο για μένα, κατά την οποία ζητούσα ησυχία με την ευλογία του Γέροντά μου, μου πρότεινε ο τότε Επίσκοπος Ανδρούσης και νυν Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος να γράψω τα κηρύγματα της "Φωνής Κυρίου" του έτους 1982. Στην αρχή αρνήθηκα, γιατί θεωρούσα ότι το καλύτερο έργο εκείνης της περιόδου ήταν η ενασχόλησή μου με την προσευχή. Ο Γέροντάς μου όμως, παρά το ότι σεβόταν την ελευθερία μου, με προέτρεψε να κάνω αυτό το έργο, γιατί θα είναι ωφέλιμο για τον λαό του Κυρίου.

Με υπακοή άρχισα να γράφω τα κείμενα. Τα μισά σχεδόν τα έστειλα τον Απρίλιο του 1981 με μία επιστολή. Τα έδωσα όμως προηγουμένως να τα μελετήση ο Γέροντάς μου, ώστε να έχω την ευλογία του. Και εκείνος, ενώ μέναμε μαζί και μπορούσε να μου τα πη προφορικά, μου άφησε γραπτό σημείωμα στο οποίο έλεγε:

"Ευλογητός ο Θεός.

Χαίρω και συγχαίρω.

Πολύ ικανοποιήθην.

Ο Κύριος ας χαριτώνη

τόν αγαπητόν συνεργάτην μου

εν τω αμπελώνι του Κυρίου.

Μετά πολλής πατρικής αγάπης

ό Ο Εδέσσης Καλλίνικος

8/4/1981

Η χαρά μου ήταν δική του χαρά. Με θεωρεί συνεργάτη του και αγαπητό του στον Αμπελώνα του Κυρίου. Δοξάζει τον Θεό γι' αυτό. Ο ίδιος όλα τα ανέφερε στον Θεό των Φώτων. Με συνέχαιρε και έτσι μου έδινε δύναμη και με εμψύχωνε στο έργο μου και την αποστολή μου. Και το σπουδαιότερο ότι υπάρχει η φράση "μετά πολλής πατρικής αγάπης". Μπορώ να το βεβαιώσω ότι δεν έγραφε πουθενά αυτήν την φράση. Και σε μένα σε άλλες επιστολές χρησιμοποιούσε την φράση "Μετ' ευχών και πολλής εν Κυρίω αγάπης". Την σχέση του με τους παραλήπτες των επιστολών την διέκρινε κανείς από το πώς κατέκλειε τις επιστολές. Σε όσους αισθανόταν σαν Μητροπολίτης, επειδή και εκείνοι έτσι τον αντιμετώπιζαν, έγραφε: "Ο Μητροπολίτης". Στους άλλους που είχε κάπως καλές σχέσεις ή και καθόλου, έγραφε: "Μετ' ευχών". Σε εκείνους με τους οποίους είχε περισσότερες σχέσεις προσέθετε: "Μετ'ευχών και αγάπης εν Κυρίω". Και όσους αγαπούσε πάρα πολύ προσέθετε: "Μετ' ευχών και πολλής εν Κυρίω αγάπης". Στο σημείωμα αυτό όμως για πρώτη φορά, κυριευμένος από τον ενθουσιασμό του και την αγάπη του έγραψε: "Μετά πολλής πατρικής αγάπης".

Νομίζω ότι ο τρόπος της γραπτής επικοινωνίας του υπενθύμιζε την σχέση του με τον Γέροντά του Ιερόθεο και αυτόν ήθελε να μιμηθή. Ήθελε να μου δείξη την αγάπη που είχε λάβει από τον Ιερόθεο. Ήθελε να ανταποδώση ό,τι έλαβε από την Εκκλησία και τα εκκλησιαστικά πρόσωπα.

Αυτός ήταν ο Γέροντάς μου και αυτήν την πληθωρική αγάπη είχε προς το πρόσωπό μου. Ξέρω ότι ήμουν ανάξιος αυτής της αγάπης, αλλά τελικά πνίγηκα μέσα στην απέραντη πατρική του αγάπη.

Πέρα από τις προσωπικές επιστολές που μου έστειλε, στο αρχείο μου έχω ένα έγγραφο που απευθύνεται σε μένα και με ευχαριστεί. Το έγγραφο αυτό έχει μια προσωπική ιστορία. Το έτος 1976-1977 είχε συστήσει μια ειδική Σχολή Ιερατικής Μορφώσεως των Κληρικών και μάλιστα των Κληρικών εκείνων που χειροτονήθηκαν με μειωμένα προσόντα. Ήθελε, σύμφωνα με τον νόμο, να λειτουργήση καλά αυτή η Σχολή. Βέβαια, μπορούσε να λειτουργήση υποτυπωδώς την Σχολή, όπως έκαναν και άλλες Μητροπόλεις, αλλά όμως είχε ζωηρό ενδιαφέρον να μορφωθούν, κυρίως πνευματικά, οι Κληρικοί του. Γι' αυτόν τον λόγο συνέστησε ειδική Σχολή στην Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος, πλησίον της Εδέσσης, τα έξοδα της οποίας καλύφθηκαν όλα από την Ιερά Μητρόπολη. Τα μαθήματα γίνονταν από την Τρίτη μέχρι την Παρασκευή και δίδασκαν οι Ιεροκήρυκες και άλλοι μορφωμένοι Κληρικοί της Ιεράς Μητροπόλεως. Φιλοξενούσαμε και ιερείς από άλλες Μητροπόλεις, όπως π.χ. από την Ιερά Μητρόπολη Σιδηροκάστρου και από την Ιερά Μητρόπολη Ύδρας.

Με όρισε Διευθυντή. Αυτό το έργο απαιτούσε πολλές θυσίες. Και αυτό γιατί ήθελε να γίνωνται όλες οι ακολουθίες, ώστε οι ολιγογράμματοι ιερείς και να προσεύχωνται και συγχρόνως να μάθουν να λειτουργούν και να ψάλλουν. Έτσι, πέρα από τα μαθήματα γίνονταν και όλες οι ακολουθίες, πρωΐ και βράδυ, παρακλήσεις, χαιρετισμοί κλπ. Ακόμη ήθελε να γίνωνται συζητήσεις καθ' όλη την διάρκεια των κενών ωρών, καθώς επίσης και συζητήσεις στο τραπέζι. Επομένως, όπως το είχε συλλάβει, λειτουργούσε ως Σχολή εκπαιδεύσεως θεωρητικών μαθημάτων, ως Μοναστήρι και ως Οικοτροφείο. Ο ίδιος ερχόταν σχεδόν καθημερινά και ήταν πάντα διδακτικός.

Ως Διευθυντής είχα έναν επί πλέον κόπο. Πέρα από το έργο του Ιεροκήρυκος που το έκανα χωρίς να το εγκαταλείψω ανεβαίνοντας στην Έδεσσα για ομιλίες, εξομολογήσεις κλπ., παράλληλα έκανα αυτό το δύσκολο έργο. Εκείνος έβλεπε τις θυσίες μου και ήταν αρκετά ενθουσιασμένος. Γι' αυτό στο τέλος του έτους, δηλαδή την 6η Ιουνίου 1977 μου έστειλε και έγγραφο για να το έχω στο αρχείο μου. Μου έγραφε:

Προς

τόν Πανοσιολογιώτατον Αρχιμανδρίτην

π. ΙΕΡΟΘΕΟΝ ΒΛΑΧΟΝ

Ιεροκήρυκα-Διευθυντήν της Ειδικής Σχολής

Ιερατικής Μορφώσεως της καθ' ημάς

Ιεράς Μητροπόλεως.

Πανοσιολογιώτατε,

Έχοντες υπ' όψιν τον ζήλον, την προθυμίαν και την αυταπάρνησιν μεθ' ών ηργάσθητε, ως Διευθυντής της Σχολής, και ότι μεγάλως συνετελέσατε εις την ομαλήν λειτουργίαν αυτής προαγόμεθα να εκφράσωμεν τας ευχαριστίας ημών και απονείμωμεν τον δίκαιον έπαινον.

Διαπύρως ευχόμεθα, όπως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Διδάσκαλος και Καθηγητής ανταποδώση τη υμετέρα πανοσιολογιότητι εκατονταπλασίονα, χορηγή δε δυνάμεις πνευματικάς και σωματικάς δια να συνεχίζητε τον καλόν αγώνα προς ηθικήν τελείωσιν και την αγίαν προσπάθειαν προς ευαγγελισμόν ψυχών.

Μετά πολλής εν Κυρίω αγάπης

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

ό Ο Εδέσσης Καλλίνικος

Ήταν πληθωρικός στην αγάπη και την εξυπηρέτηση. Σκεφτόταν πάντα για το μέλλον και την εξυπηρέτηση των συνεργατών του. Ποτέ δεν σκεφτόταν να εκμεταλλευθή τους συνεργάτες του. Ανταπέδιδε και την παραμικρή εξυπηρέτηση και αγάπη.

 

[ ΠΑΝΩ ]

στ) Αφιερώσεις

Με αγαπούσε πολύ και μάλιστα αυτό το εξέφραζε και μπροστά σε άλλους. Βέβαια, πολλές φορές δεν μιλούσε για μένα σε άλλους Κληρικούς, γιατί φοβόταν την ζηλοφθονία, αλλά όμως οι άλλοι καταλάβαιναν από τους τρόπους του και την συμπεριφορά του την πολλή του αγάπη προς το πρόσωπό μου. Φυσικά, αυτό αργότερα μου δημιούργησε πολλά προβλήματα, γιατί μερικοί από αυτούς βρήκαν αφορμή μετά την κοίμησή του να εκδηλώσουν την ζηλοφθονία τους.

Σε καίριες και σημαντικές στιγμές της ζωής μου μου αφιέρωνε βιβλία γράφοντας επάνω τις ευχές του, εκφράζοντας την αγάπη του και σημειώνοντας την ημερομηνία για να παραμείνη στην μνήμη μου. Στην συνέχεια θα παρουσιάσω μερικές τέτοιες αφιερώσεις-ευχές, γιατί το θεωρώ πολύ σημαντικό.

Την πρώτη ημέρα που πήγα στην Ιερά Μητρόπολη αμέσως μου έδωσε μια Καινή Διαθήκη με μετάφραση πάνω στην οποία είχε θέσει την υπογραφή του και την ημερομηνία, 30/4/1969. Είχε ιδιαίτερη αγάπη στην Αγία Γραφή, την οποία μελετούσε καθημερινά και ήθελε να την διαδίδη στο ποίμνιό του. Έκανε πολλές "εξορμήσεις" για την διάδοση της Αγίας Γραφής με καταπληκτικά αποτελέσματα.

Έπειτα, σε άλλες σημαντικές ημερομηνίες μου προσέφερε διάφορα λειτουργικά βιβλία. Βέβαια, αυτό είχε σχέση με το ότι ήμουν Κληρικός. Αλλά έχει σημασία το γεγονός ότι δεν αγόραζε ένα βιβλίο και μου το χάριζε, αλλά έκανε μια ολόκληρη προετοιμασία και αυτό για μένα είχε μεγάλη σημασία. Προσπαθούσε να αγοράζη τα λειτουργικά βιβλία από την "Αποστολική Διακονία" άδετα, και αφού προσέθετε τις περισσότερες φορές στο τέλος μερικές σελίδες, τα έστελνε σ' έναν βιβλιοδέτη στις Καρυές του Αγίου Όρους, ονόματι Νήφωνα, για να τα δέση σε ωραία βιβλιοδεσία δερμάτινη με χρυσές παραστάσεις εξωτερικά. Ήταν σε όλα του "μερακλής". Ήθελε ό,τι προσφέρεται στον Θεό και ό,τι χρησιμοποιείται στην λατρεία να είναι το καλύτερο. Έτσι, σχεδόν όλα μου τα βασικά λειτουργικά-ιερατικά βιβλία τα έχω από τον αείμνηστο Γέροντά μου με αυτήν την αγάπη, στοργή και επιμέλεια.

Το πρώτο βιβλίο μου το χάρισε στην χειροτονία μου εις Διάκονον, και μάλιστα την ημέρα της χειροτονίας μου, κατά την διάρκεια της ακολουθίας αυτής. Ήταν το Ιερατικό. Στην αφιέρωση γράφει:

Τω αγαπητώ μοι π. Ιεροθέω Βλάχω

μετά θερμοτάτων ευχών και αγάπης πολλής εν Κυρίω επί τη χειροτονία του εις Ιεροδιάκονον

10 Οκτωβρίου 1971

ό Ο Εδέσσης Πέλλης και Αλμωπίας

Καλλίνικος

Μαζί με το Ιερατικό την ίδια ημέρα μου χάρισε και το "Μικρόν Ευχολόγιον", το οποίο θα μου χρησίμευε για τις ακολουθίες. Στην αφιέρωση γράφει:

Τω αγαπητώ μοι π. Ιεροθέω Βλάχω

Μετά διαπύρων ευχών και πολλής αγάπης

ό Ο Εδέσσης και Πέλλης Καλλίνικος

10/10/1971

Την ημέρα της εις Πρεσβύτερον χειροτονίας μου μου χάρισε πάλι ένα άλλο "Μικρόν Ευχολόγιον" αλλά πολύ πιο επιμελημένο από το προηγούμενο, δεμένο στο Άγιον Όρος. Μου έγραφε:

Τω αγαπητώ μοι

Αρχιμ. π. Ιεροθέω Βλάχω

Μετ' απείρων ευχών

ό Ο Εδέσσης Καλλίνικος

25/6/1972

Κατά την εορτή μου του έτους 1973 βρήκε την ευκαιρία να μου κάνη δώρο την ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου. Ως αφιέρωση έγραφε:

Τω αγαπητώ μοι Συνεργάτη

Αρχιμ. π. Ιεροθέω Βλάχω, Ιεροκήρυκι,

Μετά θερμών εορτίων ευχών

ό Ο Εδέσσης Καλλίνικος

4/10/1973

Επίσης, κατά την ημέρα της εορτής μου του έτους 1975 μου χάρισε το "Μικρόν Ιερατικόν" και ως αφιέρωση υπήρχε το εξής:

Τω Πανοσ. Αρχιμανδρίτη

π. Ιεροθέω Σ. Βλάχω, Ιεροκήρυκι

Μετά θερμών εορτίων ευχών

ό Ο Εδέσσης Καλλίνικος

4/10/1975

Πάλι κατά την εορτή μου του επομένου έτους 1976 μου χάρισε την "Ακολουθία του αγίου Βαπτίσματος" με αφιέρωση:

Τω Πανοσιολ. Αρχιμανδρίτη

π. Ιεροθέω Βλάχω

Μετά διαπύρων εορτίων ευχών

ό Ο Εδέσσης Καλλίνικος

4/10/1976

Μπορεί να ήταν κουραστική η καταγραφή των αφιερώσεων, αλλά έχει νομίζω σημασία για δύο βασικούς λόγους.

Ο πρώτος, γιατί όταν κανείς γνώριζε τον Γέροντά μου θα μπορούσε να καταλάβη τον χαρακτήρα, αλλά και τον τρόπο συμπεριφοράς του. Με τις αφιερώσεις εξεδήλωνε την αγάπη του, αλλά συγχρόνως ήταν αρκετά λιτός, ώστε να μην εκτίθεται. Δεν ήταν συναισθηματικός. Μπορούσε όμως κανείς να καταλάβη την ιδιαίτερη αγάπη του από τις λέξεις που κάθε φορά χρησιμοποιούσε. Για παράδειγμα η λέξη "τώ αγαπητώ μοι" γι' αυτόν δεν ήταν τυπική ούτε την έβαζε στις αφιερώσεις προς όλους. Επίσης η φράση "μετ' απείρων ευχών" είχε μια ιδιαίτερη σημασία γι'αυτόν. Έτσι, από την ανάγνωση των αφιερώσεων μπορούμε να καταλάβουμε τον χαρακτήρα και τον ισορροπημένο τρόπο εκφράσεως του αειμνήστου.

Ο δεύτερος λόγος που δείχνει την σημασία τους είναι το είδος των βιβλίων που μου αφιέρωνε. Τα βιβλία που έδινε, τουλάχιστον σε μένα, δεν ήταν τυχαία, αλλά εκείνα τα οποία θα με εξυπηρετούσαν στο έργο μου, τον καταρτισμό μου και την αποστολή μου ως Κληρικού. Ποτέ δεν μου έδινε δώρα άσχετα με αυτό. Τα βιβλία τα οποία μου χάρισε βρίσκονται μέσα σε αυτήν την προοπτική, γιατί με ήθελε καλόν ιερέα και πνευματικό πατέρα. Μέσα σε αυτά συγκαταλέγονται:

Η Αγία Γραφή. Ο ίδιος μελετούσε καθημερινά και ήθελε και εγώ να είμαι μελετητής και γνώστης των Γραφών. Πολλές φορές όταν εισερχόμουν στο δωμάτιό του, τον έβλεπα να διαβάζη ένδακρυς την Αγία Γραφή.

Τα λειτουργικά βιβλία. Πίστευε ότι ο ιερεύς πρωτίστως πρέπει να είναι άριστος και ιεροπρεπής λειτουργός. Και όταν καμμιά φορά ήταν απόλυτος στην Λατρεία και ήθελε να γίνεται κατά τέλειο, ει δυνατόν, τρόπο, το έκανε γιατί έδινε μεγάλη σημασία και σπουδαιότητα στις λατρευτικές εκδηλώσεις. Βέβαια, μερικές φορές έφθανε σε υπερβολές και στενοχωρούσε τους ιερείς, αλλά πρέπει να το δούμε αυτό μέσα από την προοπτική ότι θεωρούσε πώς η λατρεία της Εκκλησίας και οι ακολουθίες, όταν γίνωνται καλά, ασκούν βαθύτατη επίδραση στους Χριστιανούς. Ήθελε τον ιερέα να είναι άριστος λειτουργός.

Φιλοκαλικά βιβλία. Όταν πήγα στην Έδεσσα και πριν ακόμη γίνω Κληρικός μου έδωσε να διαβάσω το Συμβουλευτικό Εγχειρίδιο του αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου, ήτοι το περί φυλακής των πέντε αισθήσεων. Το διάβασα τότε με μεγάλη δίψα και ενθουσιασμό. Με ρωτούσε συχνά για το τί διάβαζα εκείνο τον καιρό. Έτσι, με εξεπαίδευε και με καθοδηγούσε με την παραδοσιακή παιδεία, που είναι η ησυχαστική ζωή. Εκεί διάβασα για πρώτη φορά για την διάκριση μεταξύ νού και λόγου, την φθοροποιό ενέργεια της φαντασίας και τον αγώνα του ανθρώπου για την φυλακή των πέντε αισθήσεων, για το τί είναι η καρδιά στην Ορθόδοξη Παράδοση. Τα όσα αργότερα έγραψα στα βιβλία μου για την καρδιά, τον νού, την νήψη και την προσευχή, την θεραπεία του ανθρώπου, βασικά ξεκίνησαν από τις μελέτες που έκανα, πριν ακόμη χειροτονηθώ, με την καθοδήγηση του Γέροντά μου. Ήθελε να είμαι παραδοσιακός θεολόγος και αυτό το εννοούσε με το να δέχομαι την εμπειρία και την ζωή των νηπτικών Πατέρων της Εκκλησίας. Έτσι ήθελε τον ιερομόναχο που ζη και εργάζεται στον κόσμο. Γι' αυτό πολλές φορές δυσπιστούσε για τους ιερομονάχους που ζουν στον κόσμο χωρίς να έχουν νηπτικές ησυχαστικές βάσεις και χωρίς να έχουν διακριτικό Γέροντα. Βέβαια, περισσότερο σχολίαζε τους Επισκόπους που χειροτονούν νέους αγάμους Κληρικούς και δεν τους εκπαιδεύουν με την Παράδοση της Εκκλησίας.

Ποιμαντικά βιβλία. Μου αφιέρωσε το Εξομολογητάριο του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, όταν με χειροθέτησε Πνευματικό, που έγινε την ημέρα της εορτής του στον Μητροπολιτικό Ναό της Εδέσσης. Μου έγραφε ως αφιέρωση:

Τω αγαπητώ μοι

Αρχιμ. π. Ιεροθέω Βλάχω, Ιεροκήρυκι και Πνευματικώ,

Μετά διαπύρων ευχών, όπως βοηθήση

νά εύρωσι πολλοί την οδόν της σωτηρίας.

Εν Εδέσση τη 29 Ιουλίου 1973

ό Ο Εδέσσης Καλλίνικος

Δεδομένου ότι ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης ήταν ένας ησυχαστής Πατέρας της Εκκλησίας, ο οποίος σε όλα του τα έργα κάνει λόγο για την θεραπεία της καρδιάς και του νοός του ανθρώπου, σημαίνει ότι ο Γέροντάς μου γνώριζε ποιό είναι το βαθύτερο και ουσιαστικότερο έργο της Εκκλησίας και του Κληρικού, το να θεραπεύη, δηλαδή, τον άνθρωπο. Την σωτηρία την ταύτιζε με την θεραπεία. Αγαπούσε πολύ τον άγιο Νικόδημο και μου ενστάλαξε αυτήν την αγάπη. Οι φιλοκαλικές μου αναζητήσεις οφείλονται και στην μεγάλη μορφή του Γέροντός μου.

Επομένως, από τις αφιερώσεις που μου έκανε, μπορεί κανείς να δη τον τρόπο της ζωής του, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ήθελε να εργάζομαι. Αυτό δείχνει ακόμη και το πλαίσιο της παιδείας την οποία μου μετάγγιζε, που ήταν η Αγία Γραφή, τα λειτουργικά βιβλία, τα οποία εκφράζουν την λειτουργική παράδοση, τα νηπτικά συγγράμματα των Πατέρων και τα θεραπευτικά εγχειρίδια με τα οποία έπρεπε να εργάζομαι την σωτηρία των πνευματικών μου παιδιών.

Ακριβώς δε αυτός ο συνδυασμός Αγίας Γραφής, λατρευτικής ζωής και νηπτικής-φιλοκαλικής παραδόσεως δείχνει ότι ο Γέροντάς μου είχε ορθόδοξο ήθος και εκκλησιαστικό φρόνημα, ήταν ένας άξιος Επίσκοπος της Εκκλησίας του Χριστού. Μερικοί τον θεωρούσαν ότι ήταν οργανωσιακός, επειδή για ένα διάστημα, κυρίως ως φοιτητής, πέρασε μέσα από τις Οργανώσεις. Όμως παρά το ότι πέρασε από τις Οργανώσεις, εν τούτοις αυτός είχε ορθοδοξο-εκκλησιαστικό φρόνημα, αφού μέσα στο βάθος της προσωπικότητός του υπήρχε η παραδοσιακή και καλογερική παιδεία, που δέχθηκε από τον παππού του και την γιαγιά του, και αφού η αγάπη του ήταν τα νηπτικά συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας. Ούτε η σκέψη του ούτε ο χαρακτήρας του ούτε ο τρόπος συμπεριφοράς του θύμιζαν έναν οργανωσιακό Κληρικό. Ο αείμνηστος Επίσκοπος Εδέσσης Καλλίνικος ήταν ένας καλόγερος, εντεταγμένος οργανικά μέσα στην ατμόσφαιρα της Ορθοδόξου Παραδόσεως, στην οποία γίνεται άριστος συνδυασμός μεταξύ μυστηριακής και ασκητικής ζωής.

 

[ ΠΑΝΩ ]

ζ) Διάφορα περιστατικά

Στην συνέχεια θα καταγράψω διάφορα περιστατικά που συνέβησαν κατά την διάρκεια της δεκαπενταετούς αναστροφής μου μαζί μου. Βέβαια, μερικά από αυτά ανέφερα και προηγουμένως από την διαμονή μου στην Μητρόπολη ως λαϊκός. Τώρα όμως θα παρουσιάσω τα περιστατικά που συνέβησαν κατά την διάρκεια που ήμουν Κληρικός.

Ο χρόνος που πέρασε συνετέλεσε σε δύο πράγματα. Πρώτον, να ξεχαστούν μερικά από αυτά. Τα περισσότερα όμως καταγράφηκαν μέσα στην καρδιά μου και γι' αυτό δεν μπορούν να αλλοιωθούν. Δεύτερον, έχουν καθαρισθή από τυχόν προσμίξεις, λόγω συναισθηματικής φορτίσεως. Διαφορετικά γράφει κανείς τα γεγονότα κατά την διάρκεια που γίνονται και διαφορετικά μετά από ένα ικανό χρονικό διάστημα. Πάντως τα όσα θα αναφέρω είναι αποσπασματικά και πρέπει απαραιτήτως να συμπληρωθούν από άλλες αναφορές που κάνω σε άλλα κεφάλαια από αναμνήσεις του ποιμνίου του, από την όλη βιογραφία που επιχειρώ στο παρόν βιβλίο.

Από τις πρώτες ημέρες που πήγα στην Έδεσσα για να με βολιδοσκοπήση με ρώτησε τί θα προτιμούσα να εκλέξω. Δηλαδή να γίνω Πρωτοσύγκελλος ή Ιεροκήρυξ. Η απάντησή μου ήταν ότι εγώ αφήνω τον εαυτό μου στα χέρια του και στο θέλημα του Θεού και εκείνος ας κάνη ό,τι θέλει. Θυμάμαι ότι το χάρηκε πολύ, επειδή δεν είχα ιδιαίτερες απαιτήσεις. Έλεγε ότι "ο εργάτης του Ευαγγελίου δεν πρέπει να επιλέγη αυτός τί έργο θα κάνη. Πρέπει να αφήνη τον εαυτό του στα χέρια του Θεού". Με την πάροδο του χρόνου, καθώς με έβλεπε να μου αρέση το διάβασμα, προτίμησε να ασχοληθώ με το έργο του Ιεροκήρυκος και να μην επιδοθώ σε διοικητικές ενασχολήσεις. Μάλιστα, έλεγε ότι δεν έπρεπε όσο ακόμη ήμουν νέος να αναλάβω υπεύθυνη διοικητική θέση "γιά να μη πάρουν τα μυαλά μου αέρα". Άλλωστε, "η Διοίκηση φθείρει τον άνθρωπο", έλεγε.

Παρέμεινα, λοιπόν, στην Μητρόπολη, αλλά έκανα ό,τι μου ζητούσε. Βρισκόμουν στο δωμάτιό μου και διάβαζα, ετοίμαζα τα κηρύγματα και άλλες ποιμαντικές εργασίες, αλλά όταν με χρειαζόταν με φώναζε ή όταν ήθελε να ξεκουρασθή από την ενασχόλησή του με τον κόσμο, ερχόταν στο δωμάτιό μου για να μου πη κάτι. Έτσι, κατά καιρούς έκανα τον Γραμματέα, τον δακτυλογράφο, τον πρωτοκολλητή, τον μάγειρα, τον ευπρεπιστή του οικήματος, τον αποστολέα διαφόρων εγγράφων και πραγμάτων στις Ενορίες κλπ. Πολλές φορές μαζί αποστέλαμε διάφορα βιβλία ή έντυπο υλικό στις Ενορίες για την Εξωτερική Ιεραποστολή κλπ. Ο ίδιος δεν το θεωρούσε υποτιμητικό αυτό το πράγμα. Και όταν κάποτε του είπα ότι πρέπει να υπάρχη ιεράρχηση στις εργασίες, δηλαδή δεν πρέπει εκείνος να κάνη ένα έργο που ήταν για τον Κλητήρα δυσανασχέτησε, γιατί έλεγε ότι όλοι πρέπει να τα κάνουμε όλα, να βοηθούμε.

Δεν ήθελε κοντά του άνθρωπο "μουτρωμένο", στενοχωρημένο. Ήθελε όποιος συνεργαζόταν στενά μαζί του να το κάνη με χαρά και ευχαρίστηση, να χαίρεται αυτόν τον τρόπο συνεργασίας και επικοινωνίας. Όταν καταλάβαινε ότι κάποιος δεν ευχαριστιόταν με το να συνεργάζεται μαζί του, με διακριτικό τρόπο δεν τον προσκαλούσε. Προτιμούσε ο ίδιος να υποφέρη παρά να καταπιέζη τους άλλους. Αισθανόταν δηλαδή την ελευθερία ως αγάπη.

Το καθημερινό μας πρόγραμμα ήταν συνηθισμένο. Συναντιόμασταν κυρίως στην μεσημβρινή και την βραδυνή Τράπεζα και σπάνια το πρωΐ και τις άλλες ώρες, όποτε υπήρχε ανάγκη.

Στην αρχή είχαμε πρόγραμμα να παίρνουμε πρωϊνό. Κυρίως το έκανε για μένα. Περίπου στις οκτώ η ώρα έπρεπε να ετοιμάσω κάτι για ρόφημα. Ο ίδιος σηκωνόταν πολύ πρωΐ. Αμέσως μόλις ξυπνούσε κατέβαινε στα Γραφεία, άνοιγε τα παράθυρα για να αεριστούν και στην συνέχεια ανέβαινε στο δωμάτιο για να προσευχηθή. Μετά από πολλή ώρα κατέβαινε, άνοιγε την πόρτα της Μητροπόλεως, ξεσκόνιζε το Γραφείο του και περίμενε τους υπαλλήλους του Γραφείου και τον κόσμο. Δεν είχε ωράριο εργασίας και όταν του έλεγα ότι έπρεπε να βάλη ωράριο, να δέχεται δηλαδή τον κόσμο από τις 10-12, εκείνος δεν το ήθελε. Σκεπτόταν τους ανθρώπους που έρχονταν από τα χωριά και ήταν δύσκολο να περιμένουν.

Περίπου στις οκτώ η ώρα πήγαινα στο Γραφείο του, λάμβανα την ευχή του και ανέβαινα στην κουζίνα για να ετοιμάσω το λιτό πρωϊνό. Ήθελε να παίρνουμε το πρωϊνό όλοι μαζί, δηλαδή ο Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος, ο Γραμματεύς, και όποιος Κληρικός βρισκόταν εκείνη την ώρα στα Γραφεία. Αυτό όμως δεν κράτησε πολύ. Γιατί, όταν τον ειδοποιούσα ότι είναι έτοιμο το πρωϊνό, τύχαινε κάποιος να είναι στο Γραφείο του, κάποιος άλλος να τον απασχολή και έτσι ανέβαινε περίπου στις εννέα η ώρα. Τις περισσότερες φορές καθόμουν στην Τραπεζαρία μία ώρα και πλέον περιμένοντας. Κι αν καμμιά φορά την ώρα που παίρναμε το πρωϊνό ερχόταν κάποιος, τότε τα άφηνε στην μέση και κατέβαινε. Τον ενοχλούσε να τον περιμένη κάποιος έστω και για λίγα λεπτά. Γι' αυτόν τον λόγο πολύ γρήγορα καταργήθηκε το πρωϊνό ρόφημα. Ο ίδιος έτρωγε λίγο ψωμί και τίποτε περισσότερο.

Στο μεσημεριανό φαγητό πάλι υπήρχε πρόβλημα. Δεν μπορούσαμε να βάλουμε σταθερή ώρα. Δεν μπορούσε να κλείση τα Γραφεία στην καθορισμένη ώρα, αλλά καθόταν μέχρι την ώρα που υπήρχε κόσμος. Και όταν κατά την διάρκεια του γεύματος κτυπούσε η πόρτα, μου έδινε εντολή να δώ ποιός είναι και τί θέλει. Μερικές φορές δυσανασχετούσα, αλλά εκείνος επέμενε να το κάνω. Πολλές φορές μόνος του άφηνε το φαγητό, κατέβαινε, άνοιγε την πόρτα και εξυπηρετούσε τους ανθρώπους. Φυσικά, μετά από μια μεγάλη διακοπή, ήταν δύσκολο να συνεχίση το φαγητό.

Ένα βράδυ, κατά τις 9.30 μ.μ., την ώρα που τρώγαμε κτύπησε το κουδούνι. Μου έγνεψε να ανοίξω την πόρτα. Ήταν ένας άνθρωπος ταλαιπωρημένος, βασανισμένος που ζητούσε να δη τον Δεσπότη. Εκείνος αμέσως εξεδήλωσε την επιθυμία να κατέβη. Σε παρέμβαση του αδελφού του Κωνσταντίνου ότι δεν έπρεπε να το κάνη, εκείνος απάντησε: "Αν στενοχωρημένος, καθώς είναι, απογοητευθή περισσότερο, επειδή δεν είδε τον Δεσπότη, και πέση στον γκρεμό να αυτοκτονήση, ποιά είναι η δική μου ευθύνη;". Κατέβηκε, αντιμετώπισε το πρόβλημα, που είχε σχέση με την εγκατάλειψη της γυναικός του, ειδοποίησε ταξί, τον έβγαλε μόνος του έως έξω, του πλήρωσε το ταξί και ο άνθρωπος έφυγε αναπαυμένος. Μετά από καιρό είπε ότι το πρόβλημα εκείνο που τον απασχολούσε, λύθηκε.

Δεν είχε ποτέ προτίμηση για το φαγητό. Με άφηνε να κάνω επιλογή. Όταν τον ρωτούσα έλεγε: "Κάνε ό,τι νομίζεις". Μερικές φορές εξεδήλωνε μια επιθυμία, αλλά αυτό συνέβαινε σπάνια. Όταν καθυστερούσε το φαγητό να γίνη, δεν δυσανασχετούσε ή ακόμη δεν εξέφραζε παράπονα εάν καιγόταν το φαγητό. Έλεγε: "Για μένα είναι ανόητος εκείνος ο άνθρωπος που δημιουργεί πρόβλημα για το φαγητό".

Όταν ήθελε τις απογευματινές ώρες να κάνη κάποια εκδρομή - περίπατο, συνήθως πηγαίναμε στο Νοσοκομείο. Περπατούσε αργά, κρατώντας την ράβδο και φορώντας το εγκόλπιο. Στον δρόμο συζητούσε με τους ανθρώπους, τους πλησίαζε και ρωτούσε για την δουλειά τους και την οικογένειά τους. Πάντοτε είχε να πη κάτι παρηγορητικό, ενθαρρυντικό, αλλά και αστείο. Είχε μεγάλη αδυναμία στα παιδιά. Τα ρωτούσε για το Σχολείο τους, τους γονείς τους κλπ. Και αν καμμιά φορά έβλεπε παιδιά στο απέναντι πεζοδρόμιο, τα φώναζε να έλθουν κοντά του. Θυμάμαι ότι μια απόσταση ενός τετάρτου, από την Μητρόπολη μέχρι το παληό Νοσοκομείο Εδέσσης, την κάναμε συνήθως μια ώρα. Εγώ μερικές φορές δυσανασχετούσα καθώς ήμουν νέος και κουραζόμουν από τις πολλές συναντήσεις. Εκείνος έλεγε: "είμαι τσοπάνος και πρέπει να βλέπω τα πρόβατα". Κάποια φορά μου είπε: "Σε καταλαβαίνω, τα ίδια αισθανόμουν και εγώ, όταν συνόδευα τον Ακαρνανίας Ιερόθεο. Αλλά θα έλθη καιρός που θα νοσταλγής αυτές τις βόλτες". Και πραγματικά πολλές φορές αργότερα έλεγα: "Ας ζούσε ο Γέροντάς μου και ας πηγαίναμε κάθε ημέρα επί πολλές ώρες βόλτα με αυτές τις συνθήκες".

Στο Νοσοκομείο ήταν πάντα ευχάριστος και διδακτικός. Πλησίαζε κάθε άρρωστο. Τον ρωτούσε για το χωριό του, την αρρώστεια του, τί λένε οι γιατροί, πότε θα φύγη, για τον παπά που είναι στην Ενορία κλπ. Θυμάμαι μερικά από όσα έλεγε. Σ' έναν άρρωστο που έπασχε από ζάχαρο είπε: "Είσαι ευτυχής". Εκείνος τον ρώτησε γιατί. Και η απάντηση: "Εμείς αγοράζουμε την ζάχαρη, εσύ την έχεις δωρεάν". Γέλασε ο άλλος με την καρδιά του και είπε: "Σε ευχαριστώ, Σεβασμιώτατε, που με έκανες να γελάσω". Άλλοτε έλεγε: "Γρήγορα να βγής έξω. Το Νοσοκομείο είναι το μόνο μαγαζί που ευχόμαστε να μη έχη δουλειές". Άλλοτε για να τους ξεκουράση έλεγε: "Τί ωραία που είστε εδώ. Έχετε ζέστη, ενώ έξω κάνει πολύ κρύο". Κάποτε με τις συχνές επισκέψεις του εύρισκε συνεχώς έναν άρρωστο, ενώ όλοι οι άλλοι είχαν φύγει από το Νοσοκομείο και του είπε: "Εσένα να σε θεωρούμε πρόεδρο του Νοσοκομείου". Όλα αυτά, βέβαια, τα έλεγε χαριτολογώντας και έκανε τους άλλους να ευχαριστούνται. Αν έβλεπε κάποιον να δυσανασχετή από την παρουσία του, διακριτικά έφευγε γρήγορα. Σε άλλους καθόταν επάνω στο κρεββάτι πολλή ώρα και κουβέντιαζε. Επίσης συζητούσε με τους Γιατρούς, τους Νοσοκόμους και τους Υπαλλήλους του Νοσοκομείου.

Του άρεσε