dip88.blogspot.com

ΠΕΡΙ ΠΟΛΛΩΝ ΚΑΙ ΤΙΝΩΝ ΑΛΛΩΝ

ΠΕΡΙΠΟΛΩΝ ΣΤΗΝ ΑΛΩ (ΘΟΛΟΥΡΑ)

AFTER ΑΛΩΣΗ ΑΛΛΟΦΡΩΝ ΕΝΙΟΤΕ ΚΑΙ ΑΦΡΩΝ

 

© Διονύσης Παπαχριστοδούλου

dip88@sch.gr

  ΜΕΡΟΣ     1ο     2ο     3ο     4ο  

Τοις όπου γης αδελφοίς ομοφύλοις τε και αλλοφύλοις

 

ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ... *

Α. ΝΕΑ ΡΩΜΗ και ΣΛΑΒΟΙ *

Β. Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΕΚΠΛΗΡΩΘΗΚΕ, ΑΛΛΑ ... *

Γ. ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟ, ΕΞΑΡΧΙΑ και ΡΩΣΙΑ *

Δ. "ΕΠΙΧΩΡΙΟΙ" *

Ε. ΣΚΟΠΙΑ *

ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΩΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΩΝ *

ΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙΣΑΡΟΣ ... Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΤΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΚΑΙ Η Ο.Ν.Ε. *

ΚΑΠΟΙΑ ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ *

ΑΓΓΕΛΟΙ και ΣΑΤΑΝΑΔΕΣ *

ΔΙΑΦΟΡΑ … *

ΚΟΙΝΩΣ "ΛΑΤΡΕΙΑ ΜΟΥ" *

ΕΡΓΑΤΙΚΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ *

"ANALOGIA ENTIS και ANALOGIA FIDEI" *

ΕΝ ΑΡΧΗ *

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ *

ΓΕΝΙΚΑ *

Το "εγώ" στον Αυγουστίνο *

Αναλογία όντος, αναλογία πίστεως *

Το "εγώ" και η "αναλογία" στη διδασκαλία του Αρχ. Σωφρονίου *

α) Η θεωρία της "ανεστραμμένης πυραμίδος" *

β) Η θεραπεία *

γ) Φαντασία και αυτοθέωση *

δ) Ταπείνωση και αποκάλυψη *

Γενικές επισημάνσεις *

ΣΥΓΚΡΙΝΟΝΤΑΣ ΔΥΟ ΝΟΟΤΡΟΠΙΕΣ *

Αναλογία και Filioque *

Αναλογία και πνεύμα *

Αναλογία και τύπος *

Αναλογία και δυσανολογία *

Αναλογία και μύθος *

Αναλογία και ποίηση. *

Αναλογία, Μπλέρ και πλερέζα. *

Αναλογία και Μεταφυσική *

Αναλογία και νόηση *

Δυσανολογία πατερικής και νεοθεολογικής σκέψης *

Αναλογία και θεολογία *

Αναλογία και γνώση *

Αναλογία και πίστη *

Αναλογία και Αγία Γραφή *

Αναλογία και φώς *

Αναλογία και Υπεράνθρωπος *

Αναλογία και πατέρας *

Αναλογία και λογοπαίγνια *

Αναλογία και δημιουργία *

Αναλογία και συμβολισμός *

Αναλογία και χριστιανός *

Αναλογία και δόγμα. *

Αναλογία και Ιερά Παράδοση *

ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ *

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ *

ΜΕΡΟΣ 1ο *

Le Fabuleux destin d'Amélie Poulain *

ΜΕΡΟΣ 2ο *

Κάτι σαν ΑΠΟΛΟΓΙΑ για τη ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ της "Amélie" *

"ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΚΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ" *

1. ΠΕΡΙ ΘΕΑΤΡΟΥ και ΥΠΑΚΟΗΣ *

2. ΠΕΡΙ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΥ *

3. S.PR.DI.PR. *

ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΡΑΜΦΟ *

ΓΙΑ ΤΟ ΡΑΜΦΟ *

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ ΡΑΜΦΟΥ “Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΟΥ ΕΝΟΣ”. *

ΔΙΑΦΟΡΑ … *

ΠΕΡΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ *

Για τον π. Ιωάννη Ρωμανίδη. *

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ και ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ *

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ *

ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΗΣ FYROM *

ΠΕΡΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ *

 

 

 

 

ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ...

 

 

Α. ΝΕΑ ΡΩΜΗ και ΣΛΑΒΟΙ

Ήταν πάγια πολιτική της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης (Βυζάντιο) να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ενσωμάτωσης των αλλόφυλων που έρχονταν σε επαφή μαζί της. Από τον Ισοκράτη (4ός αιώνας π.Χ.) και μετά είχε επικρατήσει στον Ελληνισμό η άποψή του ότι Έλληνες είναι, όσοι μετέχουν της ελληνικής παιδείας και όχι απλώς όσοι είναι στην καταγωγή, τη ράτσα. Αυτόν τον οικουμενικό πολιτισμό ήρθε να συμπληρώσει και να εδραιώσει η Εκκλησία του Χριστού. « Η πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μέχρι κυριολεκτικά τις μέρες μας, απέδειξε ότι τηρεί με ευλάβεια την παρακαταθήκη του Αποστόλου Παύλου: "Οπου ουκ ένι Έλλην και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσι Χριστός" (Προς Κολοσσαείς, γ’ 11). Σε ολόκληρο το χιλιόχρονο βίο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά και αργότερα, μέχρι σήμερα, διατηρεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως κόρην οφθαλμού την Παύλειο παρακαταθήκη ότι, ανεξάρτητα από την εθνοφυλετική τους καταγωγή, όλοι οι πιστοί απαρτίζουν ένα άγιο έθνος. ... Η Ορθοδοξία αποτελεί λοιπόν για το Οικουμενικό Πατριαρχείο υπέρβαση της ιδεολογίας του φυλετισμού και του εθνικισμού, ιδεολογίας που αποτελεί αίρεση της αυθεντικής χριστιανικής διδασκαλίας. ... Στη μακραίωνη πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου βλέπουμε την αναίρεση του εθνοφυλετισμού, τη γνήσια οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας που υπερβαίνει τα εθνικιστικά σχήματα ... Ο 19ος αιώνας, όμως, που θα φέρει το θρίαμβο των ιδεολογιών στη Δύση αλλά και τη συγκρότηση των νέων εθνικών κρατών, θα είναι και εκείνος που θα ανοίξει την Κερκόπορτα της Μητρός Εκκλησίας. Βαρύ θα είναι το διπλό πλήγμα που θα δεχθεί η οικουμενική φυσιογνωμία του Φαναρίου από την πραξικοπηματική απόσπαση (το σχίσμα) της Ελλαδικής Εκκλησίας του 1833, αλλά και της ίδρυσης της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870. Ενα πλήγμα που θα υποχρεώσει τελικά την πατριαρχική Σύνοδο του 1872 να καταδικάσει τον εθνικισμό (εθνοφυλετισμό) ως αίρεση.»

Στις πρώτες αναφορές που βρίσκουμε στις πηγές για τους Σλάβους, (από τα μέσα του 6ού αίώνα) αυτοί αποκαλούνται Σκλαβηνοί ή Σκλάβοι. Αργότερα ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος (9ός αιώνας) δημιούργησαν το σλαβικό αλφάβητο. Η ρωμαϊκή (βυζαντινή) αυτοκρατορία αποδεχόταν ως γνήσιο τέκνο της όποιον ασπαζόταν το ρωμαίϊκο τρόπο ζωής (περίπου όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ με το γνωστό ... "american way of life"). Τόσο πολύ δεν μετρούσε η καταγωγή, που ακόμη και από ταπεινές, απολίτιστες, γνωστές για την αγριότητά τους φυλές (π.χ. Ίσαυροι) μπορούσε να κατάγεται ο αυτοκράτορας και να το δηλώνει χωρίς αυτό να εμποδίζει την αναρίχησή του στο θρόνο. Πλούσιοι και φτωχοί πάντα υπήρχαν αλλά ποτέ δεν κυριάρχησε ο ρατσισμός των "γαλαζοαίματων". Αυτή η μη ρατσιστική αντίληψη διαπότιζε και τα λαϊκά στρώματα, τον "κόσμο της καλύβας" και τους άρχοντες, τον "κόσμο του παλατιού". « Ο εκχριστιανισμός των σλαβικών λαών στα Βαλκάνια και στη Ρωσία κατά τους 9ο και 10ο αιώνες που εκπορεύθηκε από την Κωνσταντινούπολη, με όργανο τα ιδαίτερα σχήματα, τις παραδόσεις, αλλά, κυρίως, τη γλώσσα των λαών αυτών. Εγχείρημα που διατηρεί διαχρονικά την πανευρωπαϊκή του διάσταση και το οποίο ήταν τότε αδιανόητο για τη φραγκική Δύση, όπου είχε ήδη τότε αρχίσει να εκφύεται ο σπόρος του εθνοφυλετισμού, η εθνικιστική ιδεολογία που θα χαρακτηρίζει αργότερα την Εσπερία.» Αυτή λοιπόν την ριζικά μη ρατσιστική νοοτροπία ενέπνευσαν και στους μέχρι τότε Σκλαβηνούς οι Φωτιστές τους. Χάρη στο έργο των Ιεραποστόλων αυτών η κοινωνία των Σκλαβηνών απέκτησε τους εγράμματούς της. Στα σλαβικά ο "Σλάβος" λέγεται "sloven". "slovo" σημαίνει "γράμμα". Κατά μία άποψη το "sloven" προέρχεται από το "slovo", δηλαδή, "sloven" είναι ο "εγράμματος", αυτός που ξέρει γραφή και ανάγνωση. Στα ελληνικά υπήρχε ήδη το "Σκλαβηνός" ή "Σκλάβος" και υπό την επίδραση του "sloven" έγινε "Σλάβος".

Στα Βαλκάνια για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ενσωμάτωσης των διαφόρων σλαβόφωνων φύλων κυριάρχησαν δύο ονομασίες: "Σέρβος" και "Βούλγαρος", δηλαδή "υπηρέτης" και "απλοϊκός". Αυτοί λοιπόν οι "υπηρέτες" και οι "απλοϊκοί" όταν βρίσκονταν σε ελληνόφωνες κοινωνίες φρόντιζαν να απαλλαγούν από αυτά τα ταπεινά ονόματα και να οικειοποιηθούν το πρόσφορο και ένδοξο "Ρωμαίος", κοινώς "Ρωμηός".

Αυτό το σύστημα ενσωμάτωσης και ενοποίησης με βάση την ελληνική παιδεία και την κοινή εκκλησιαστική αρχή λειτουργούσε ομαλά μέχρι τις αρχές του 19ού αιώνα. Τότε εμφανίστηκαν οι ξενόφερτες προπαγάνδες με τους εθνικισμούς, το ρατσισμό και τους ανιστόρητους νεολογισμούς "Βυζάντιο" και "Βαλκάνια". Η ευγενής "παρέμβαση" κάποιων γαλαζοαίματων ευγενών συνετέλεσε τα μέγιστα στη δημιουργία του ηφαιστείου της χερσονήσου του Αίμου, της "πυριτιδαποθήκης" της Ευρώπης που μέχρι και σήμερα δίνει δυνατές "συγκινήσεις" στους λάτρεις των αδελφοκτόνων πολέμων.

 

Β. Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΕΚΠΛΗΡΩΘΗΚΕ, ΑΛΛΑ ...

Στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι υπόδουλοι ραγιάδες ζούσαν με το όνειρο της απελευθέρωσης τους από το βάρβαρο κατακτητή. Οι προφητείες το έλεγαν καθαρά: το ξανθόν γένος θα διώξει τους Τούρκους από την Ευρώπη. Πολλά τα σημάδια ότι η μεγάλη ώρα πλησίαζε, ιδίως μετά που « τυπώθηκε στο Άμστερνταμ (γύρω στα 1711) μια χαλκογραφία της μορφής του Πέτρου του Α’ και κυκλοφόρησε ευρύτατα στην Ευρώπη με την επιγραφή: "Πέτρος Πρώτος Ρωσογραικών Αυτοκράτωρ". Έκτοτε τους περιμένουν με αδημονία οι Έλληνες τους Ρώσους από άνοιξη σε άνοιξη....

Ακόμα τούτη την άνοιξη

Ραγιάδες, ραγιάδες,

Τούτο το καλοκαίρι

Καημένη Ρούμελη,

Όσο να ’ρθή ο Μόσκοβος

Ραγιάδες, ραγιάδες

Να φέρει το σεφέρι

Μωρηά και Ρούμελη.»

Η Μεγάλη Αικατερίνη αναζωπυρώνει τις ελπίδες των υπόδουλων. Στα τέλη του 18ού αιώνα σχεδιάζει την ίδρυση "γραικικής" αυτοκρατορίας. « Η Αικατερίνη σε επιστολή της από 10 Σεπτεμβρίου 1782 (πρός τον αυτοκράτορα της Αυστρίας Ιωσήφ Β’), γράφει: "Πέποιθα ... ότι, ... η Υ.Μ. δεν θα μοί αρνηθή την συνδρομήν Αυτής, προς ανίδρυσιν της αρχαίας γραικικής μοναρχίας επί των ερειπίων της βαρβάρου οθωμανικής κυβερνήσεως, υπό τον ρητόν εκ μέρους μου όρον να διατηρώ την μοναρχίαν ταύτην όλως ανεξάρτητον της εμής, ... Σύνορα του νέου ελληνικού κράτους έσονται προς την Ρωσσίαν ο Εύξεινος, προς την Αυστρίαν αι κτήσεις, ας θα προσλάβη η Υ.Μ. δια της πτώσεως της βαρβάρου κυβερνήσεως, και προς την Δακίαν ο Δούναβις. Αι νήσοι του Αρχιπελάγους θα τεθώσιν επίσης υπό την εξουσίαν του ανεγερθησομένου κράτους." ... Ο αυτοκράτωρ Ιωσήφ στην απάντησή του από 13 Νοεμβρίου 1782, αποδέχεται την πρόταση της αλλά ζητά: "Η Πελοπόννησος, η Κρήτη, η Κύπρος και αι λοιπαί νήσοι του Αρχιπελάγους δύνανται να παράσχωσι πλουσίαν αποζημίωσιν εις τους Ενετούς ..." Γι’ αυτό το ζήτημα του ανταπαντά η Μ. Αικατερίνη: "Αλλ’ είναι επάναγκες να μη αφαιρεθή παρ’ αυτού (τού νέου ελληνικού κράτους) η Πελοπόννησος και το Αρχιπέλαγος"

Από τις επιστολές αυτές προκύπτει ότι τα προς Β. και ΒΔ. Σύνορα της "γραικικής μοναρχίας" ή του "νέου ελληνικού κράτους", όπως γράφει η Αικατερίνη, της "γραικικής αυτοκρατορίας" ή του "κράτους της Ελλάδος", όπως γράφει ο Ιωσήφ, θα ήταν ο Δούναβις από τις εκβολές του ώς το Βελιγράδι και από εκεί μια γραμμή ώς τον κόλπο του Δρίνα, στο βόρειο τμήμα της σημερινής Αλβανίας.»

Οι δεκαετίες όμως περνούν και η ρωσική εξωτερική πολιτική ταλαντεύεται μεταξύ του οράματος της Μ. Αικατερίνης και της άποψης ότι δεν συμφέρει στη Ρωσία η ίδρυση μεγάλου ελληνικού κράτους στα Βαλκάνια. « Η Ρωσία, γράφει ο Τουργκένιεφ, δεν είχε στο νού της, τον τελευταίο καιρό, να ελευθερώσει τους ομόθρησκους Έλληνες από τον οθωμανικό ζυγό. Περιοριζόταν μονάχα να τους προστατεύει. Παράλληλα, όμως, φρόντιζε "γιά τη διάδοση των φώτων ανάμεσα στους Έλληνες, προϋπόθεση για κάθε κοινωνική βελτίωση, καθώς και την οικονομική ενίσχυση για τα φιλανθρωπικά και θρησκευτικά τους ιδρύματα". ... έτσι η Ρωσία θα είχε το δικαίωμα να αναγνωρίσει και να υποστηρίξει την ανεξαρτησία των Ελλήνων, ... Έπρεπε, όμως, να το κάνει; Δεν υπάρχει φόβος, μέσα στο κύλισμα των αιώνων, να ζημιώσει τη Ρωσία η υποκατάσταση των Τούρκων από τους Έλληνες;"» Και σχεδόν προφητικά συνεχίζει: « Αδύνατο αλλά και επικίνδυνο θα ήταν να δημιουργηθεί μια αυτοκρατορία από όλες τις χώρες τις υποταγμένες σήμερα στην Πύλη. Πιό επιθυμητό θα φαινόταν ο σχηματισμός χωριστών κρατών, μικρών ή μεγάλων, λιγώτερο ή περισσότερο ανεξάρτητων, που θα κάλυπταν ολόκληρο το ευρωπαϊκό τμήμα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και θα χρησιμοποιόνταν στην προετοιμασία του τέλους της ...»

Με τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1829 και τη συνθήκη της Αδριανουπόλεως στις 14 Σεπτεμβρίου εκπληρώθηκε η προφητεία για το ξανθό γένος. « Ενώ στις 27 Ιουλίου 1829 η Πύλη απέρριπτε υπεροπτικά "τήν φιλικήν μεσιτείαν των ξένων Αυλών" και δεν δεχόταν "μηδέ και την υποτελή αυτονομίαν των εν Πελοποννήσω Ελλήνων", ύστερα από 18 ημέρες, όταν οι Ρώσοι είχαν διαβή τον Αίμο και πλησίαζαν προς την Αδριανούπολη, έσπευσε η οθωμανική Πύλη, ... να δηλώση ότι "υπό αισθημάτων καλοκαγαθίας ορμωμένη συγκατατίθεται ... και δέχεται ... αλλά υπό όρους". Ύστερα από 25 ημέρες, στις 9 Σεπτεμβρίου 1829, όταν είχε γνωσθή στην Κωνσταντινούπολι η προέλαση του ρωσικού στρατού πέρα από την Αδριανούπολη, δήλωσε η οθωμανική Πύλη ότι αποδέχεται άνευ όρων ... Πέντε ημέρες αργότερα, στο στρατηγείο του Ρώσου αρχιστρατήγου Δεΐβιτς, στην Αδριανούπολη, οι εκπρόσωποι της οθωμανικής Πύλης υπέγραφαν το κείμενο της συνθήκης της Αδριανουπόλεως και αποδέχονταν με το άρθρο 10 ... κατ’ απαίτηση του Ρώσου αρχιστρατήγου ... τον καθορισμό της συνοριακής γραμμής κόλπου Βόλου - κόλπου Άρτης. ... Η συνθήκη της Αδριανουπόλεως, όπως ήταν φυσικό προκάλεσε ταραχή και δυσφορία στην αγγλική κυβέρνηση και ποικίλες αντιδράσεις ... Η συνθήκη με το άρθρο 10 ... δημιουργούσε αυξημένο γόητρο της ρωσικής αυτοκρατορίας στην Ελλάδα και αντίστοιχη μείωση του γοήτρου, αν όχι ταπείνωση της Αγγλίας. ... Ο πρωθυπουργός Ουέλλιγκτον θεωρεί μάλλον επικείμενη την κατάρρευση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δεν πιστεύει όμως στη δυνατότητα για υποκατάστασή της με ισχυρό ελληνικό κράτος, και αναζητεί λύση του Ελληνικού ζητήματος που να περισώζη την "τιμήν" της Αγγλίας και να μη διακινδυνεύη την ασφάλεια των Ιονίων νήσων. ... Οι διαθέσεις και η κατάσταση, όπως είχαν διαμορφωθή τους τελευταίους μήνες του 1829, έδειχναν ότι ωρίμασαν οι προϋποθέσεις για τη διευθέτηση του Ελληνικού ζητήματος ριζικά. Ο Ουέλλιγκτον απότομα στράφηκε προς την προοπτική για ίδρυση ελληνικού κράτους ολωσδιόλου ανεξάρτητου.» Κατά τη συνεδρίαση της 14ης Ιουνίου 1854, ο Λόρδος Aberdeen μιλώντας στη Βουλή των Λόρδων είπε: "Τόσον φόβον διήγειρε παρ’ ημίν η συνθήκη της Αδριανουπόλεως, δι’ ούς υπεθέσαμεν κινδύνους ως προς την ύπαρξιν του τουρκικού κράτους, ώστε όλη η πολιτική της κυβερνήσεως μετεβλήθη ... Ανέφερα άλλοτε, ότι αρξαμένου και προκόπτοντος του ελληνικού αγώνος, ουδέποτε έβαλε κατά νουν ο Κάννιγκ την ανέγερσιν της Ελλάδος εις ανεξάρτητον βασίλειον. Ούτε εγώ, ούτε ο Δούξ του Ουελλιγκτώνος ανεξάρτητον εθεωρήσαμεν την ανεγειρομένην ελληνικήν πολιτείαν, αλλ’ υποτελή ... Αλλ’ υπογραφείσης της συνθήκης ... τοιουτοτρόπως η ύπαρξις της Ελλάδος ως ανεξαρτήτου πολιτείας, οφείλεται εις ήν μας επροξένησαν εντύπωσιν οι όροι της εν Αδριανουπόλει συνθήκης".

Βέβαια οι εν Ελλάδι αγγλόφιλοι, γαλλόφιλοι και λοιποί ακραίοι "εκσυγχρονιστές" επιθυμούσαν πάσι θυσία, με "οποιοδήποτε κόστος", την βίαιη αποκοπή των πολιτών του υπό σύστασιν κρατιδίου από την ρωμαίϊκη παράδοση που από την άλλη μεριά ήταν το "χαρτί" που έπαιζε η ρωσική εξωτερική πολιτική για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά της στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.

Η εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ" της Κυριακής 2-7-2000 παρουσιάζει δύο έρευνες που έκανε η Κάπα Research μία για λογαριασμό της κυβέρνησης και μία για λογαριασμό του "ΒΗΜΑΤΟΣ". Παραθέτει μεταξύ των άλλων 13 "πίτες" και 12 διαγράμματα. Στην σελίδα Α8 φιλοξενεί ένα σημαντικότατο διάγραμμα. Στην ερώτηση:

"Εσείς προσωπικά στην Ελλάδα θα προτιμούσατε να είναι κυρίαρχη:

Η ελληνορθόδοξη παράδοση, η ευρωπαϊκή πολιτισμική επιρροή, ή ένας συνδυασμός και των δύο;"

Απάντησαν: το 41,4% "η ελληνορθόδοξη παράδοση", το 9% "η ευρωπαϊκή πολιτισμική επιρροή" και το 45,3% "ένας συδυασμός και των δύο". Από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους παρατηρείται το εξής φαινόμενο: ένα πολύ μικρό ποσοστό (σήμερα το 9%) επιδιώκει έναν "γενιτσαρέ" εκσυγχρονισμό στύλ δεκαετίας 50. Επιδιώκει τη ρήξη με τη ρωμαίϊκη παράδοση, προσπαθεί πάσι θυσία να "καπελώσει" την πλειοψηφία (σήμερα 45%) η οποία προτιμάει συνδυασμό της ελληνορθόδοξης -ρωμαίϊκης- παράδοσης και της ευρωπαϊκής πολιτισμικής επιρροής. Οι τάχα εκσυγχρονιστές ξέρουν καλά ότι αποτελούν μια μικρή μειοψηφία και με χίλιες δύο σοφιστίες και "δημοκρατικές" ακροβασίες προσπαθούν να παρασύρουν τον κοσμάκι. Κύριο μέλημα τους να κατασυκοφαντούν τη παράδοση, να την παρουσιάζουν σαν μια στείρα συντήρηση. Προσωπικότητες σαν τον Καποδίστρια ή τον Ρήγα Φερραίο (πού αγάπησαν την παράδοση και ταυτόχρονα κινούνται στον σύγχρονο κόσμο με ρεαλισμό και έμπνευση) είναι για τους ευρωστενόκαρδους αυτούς οι πιο επικίνδυνοι εχρθροί γιατί τους χαλάν το παραμύθι ότι κάθε παραδοσιακός ωφείλει να είναι συντηρητικός, μονόχνωτος αρτηριοσκληρωτικός και αντιευρωπαϊστής.

Το Φανάρι ήξερε πολύ καλά με ποιούς είχε να κάνει και εντός του χώρου των ορθοδόξων και εκτός αυτών· τους ήξερε τους ημέτερους και τους άλλους και από την καλή και από την ανάποδη. Φυσιολογική λοιπόν και δικαιολογημένη η επιφυλακτική στάση του στο θέμα του Αγώνα. Η Μητέρα Εκκλησία ήξερε πολύ καλά ότι πολλοί ήταν έτοιμοι αντί πινακίου φακής -σήμερα το προσφερόμενο μενού έχει εμπλουτιστεί εκπληκτικά- να πουλήσουν ότι τους είχε παραδοθεί από τους προγόνους. Ή μάλλον γνώριζε ότι τα είχαν πουλήσει ήδη τα "πατροπαράδοτα" και πλέον ήταν έτοιμοι να εργαστούν "φιλότιμα" ώστε "μέ οποιοδήποτε κόστος" να πάψει αυτός ο ταλαίπωρος λαός να τρέφεται από τις ρίζες του.

Οι πρόγονοι μας τον 15ο αιώνα είχαν προτιμήσει "τού τουρκαλά το φέσι" γιατί ήξεραν εκ πείρας ότι η ένδοξη Τιάρα (η παπική) φοριόταν ως τη μέση. Γνώριζαν από πρώτο χέρι το "χάδι" του φράγκου κατακτητή-εκπολιτιστή. Πόσο συστηματικά και αποτελεσματικά γνώριζε να κάμνει τη δουλειά του. Σήμερα, μισή χιλιετία μετά, έχει αποδειχθεί το ρεαλιστικόν της επιλογής τους. Πουθενά στη Δύση δεν διασώθηκε η Ρωμηοσύνη. Δια πυρός (Ιερά Εξέταση) και σιδήρου (τών τυπογραφικών στοιχείων), πλαστογραφόντας και κατασυκοφαντόντας (Βυζάντιο-Γραικοί-Βαλκάνια-βυζαντινισμός...) έσβησαν τη φλόγα· η μεγαλύτερη προσπάθεια πολιτισμοκάθαρσης μοιάζει να πέτυχε πλήρως· τα καρβουνάκια όμως κάτω από τη στάχτη ακόμα σιγοκαίνε και με το παραμικρό φύσημα του "ανέμου" πύρινες γλώσσες τη χέρσα γη χαϊδεύουν.

Τελικά η προφητεία επαληθεύτηκε, το ελληνικό κρατίδιο αναγνωρίστηκε ως ανεξάρτητο κράτος χάρη στη δύναμη των ρωσικών όπλων. Το ξανθόν γένος, ο Μόσκοβος, έγινε αιτία να ανακηρυχτεί ανεξάρτητο κράτος η Ελλάς. Αλλά εκείνη η στιγμή σήμανε και το τέλος του ειδυλλίου. Η Ρωσία συνειδητοποιεί ότι δεν πρόκειται να κατευβεί στη Μεσόγειο μέσω της αγγλοφιλοκυριαρχούμενης Ελλάδος. Η προφητεία εκπληρώθηκε αλλά μας προέκειψε μια καινούργια "κάποιου τούρκου γέροντα Δερβίση την οποίαν εξεμυστηρεύθη εκείνος προς τον Δημήτριον Υψηλάντη κάποιο βράδυ του Σεπτεμβρίου 1829, όταν ο Στρατάρχης επέστρεφε στη Θήβα, μετά τη νίκη του στην τελευταία του Αγώνος μάχη της Πέτρας μεταξύ Θηβών και Λειβαδιάς. Εις ερώτησιν του Υψηλάντη προς τον γνωστόν για τις προβλέψεις του Δερβίση, πώς έβλεπε τα μέλλοντα κατόπιν του τερματισμού του απελευθερωτικού Αγώνος εκείνος εχρησμοδότησε: "Η Ελλάς θ’ απελευθερωθεί κάποιαν ημέρα από τους Τούρκους. Ποτέ όμως δεν θα ελευθερωθεί από τις Μεγάλες Χριστιανικές Δυνάμεις.". Ίσως όμως αυτό να αποδειχθεί και το μεγάλο της ατού.

 

Γ. ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟ, ΕΞΑΡΧΙΑ και ΡΩΣΙΑ

Ο μοναχός Παΐσιος στην "Ιστορία των Σλάβων Βουλγάρων ... " που έγραψε λίγο μετά το 1758 δεν παύει να φανερώνει κάθε τόσο την πικρία του για τον χλευασμό των Βουλγάρων από τους ξένους. Καυτηριάζει τους βουλγαρόφωνους που ξεχνούν τη γλώσσα τους, που μιλούν και γράφουν ελληνικά και που ντρέπονται να χρησιμοποιούν το όνομα Βούλγαρος. Ήταν όμως, για έναν αιώνα περίπου, μια μικρή παραφωνία. Οι χριστιανοί των Βαλκανίων ελληνόφωνοι, σλαβόφωνοι, βλαχόφωνοι, αρβανιτόφωνοι ήταν ενωμένοι με κοινό εκκλησιαστικό αρχηγό, Εθνάρχη, τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Όποιος ήθελε και μπορούσε να σπουδάσει φοιτούσε στα ελληνικά σχολεία, που συχνά ιδρύονταν με τα ρούβλια των ρώσων πρακτόρων. Συνεχιζόταν η από αιώνων ρωμαίϊκη διγλωσσία. « Πλούσιοι βουλγαρόφωνοι πατριώτες χρηματοδοτούσαν και παρακινούσαν τους νέους που είχαν όρεξη για μάθηση να φοιτούν στα ελληνικά σχολεία. Μεταξύ των βουλγαρόφωνων από το 1762 μέχρι το 1829 οι ανθελληνικές ιδέες δεν βρίσκουν ακόμη τη σοβαρή απήχηση που είχαν αργότερα, ούτε στις λαϊκές μάζες ούτε στους πιο μορφωμένους.»

Η κατάσταση, όμως, άλλαξε εντελώς μετά την τρίτη δεκαετία του 19ού αιώνα. Η ρωσική εξωτερική πολιτική αντιλαμβάνεται, κυρίως μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και την πραξικοπηματική ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Ελλαδικής Εκκλησίας (23 Ιουλίου 1833), ότι "χάνει το παιχνίδι" στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, όπου πλέον κυριαρχούν οι αγγλόφιλοι και γαλλόφιλοι οι οποίοι εμφορούνται από έναν "ακραιφνή και άκρατο εκσυγχρονισμό" στύλ Κοραή. Εγκαταλείπονται οριστικά τα σχέδια της Μ. Αικατερίνης για ανασύσταση της "γραικικής" αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια. Μέχρι την τρίτη δεκταετία του 19ού αιώνα η ρωσική πολιτική αποσκοπούσε στη διατήρηση της ενότητας της Ρωμηοσύνης και στην μέσω αυτής προώθηση των ρωσικών συμφερόντων στην περιοχή. Χρηματοδοτούσε την ίδρυση ελληνικών σχολείων, εργαζόταν για τη διατήρηση της ενότητας των ορθοδόξων της Ρούμελης (Βαλκανίων) υπό το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οραματιζόταν την ανασύσταση της ρωμαίϊκης (βυζαντινής) αυτοκρατορίας. Μετά όμως τη δολοφονία του Καποδίστρια και την πραξικοπηματική ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου της Ελλαδικής Εκκλησίας διαπίστωσε ότι η επιρροή της στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος υποχωρούσε δραματικά. Ο δεσμός των ήδη απελευθερωμένων Ελλήνων με την Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης είχε κοπεί και ήταν ανοικτός ο δρόμος για την επικράτηση της ιδεολογικής προοπτικής (ακραίος "εκσυγχρονισμός") που εξυπηρετούσε τις σκοπιμότητες των λεγομένων Μεγάλων Δυνάμεων της Δύσης και κυρίως της Αγγλίας. Επειδή όμως, η Ρωσία, θεωρούσε τη βαλκανική χερσόνησο, χώρο ζωτικών της συμφερόντων (έλεγχος των Στενών, κάθοδος στη Μεσόγειο) δημιούργησε, εμπεόμενη και από τον Πανσλαβισμό, το βουλγαρικό ζήτημα. Ήταν φανερό ότι δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει πραγματικότητα το όραμα της ανασύστασης της ρωμαίϊκης (βυζαντινής) αυτοκρατορίας από το Δούναβη μέχρι την Κρήτη και την Κύπρο. Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος είχε επιλέξει τη ρήξη με τη Ρωμηοσύνη και εμφανιζόταν σαν ιστορική συνέχεια όχι της Ρωμανίας (Βυζαντίου) αλλά της αρχαίας Ελλάδας. Μια και "είχε σπάσει το ποτήρι" η ρωσική πολιτική διάλεγε πλέον τα κομμάτια που μπορούσε να αξιοποιήσει. Από την τέταρτη δεκαετία του 19ού αιώνα και στο εξής όλος ο ρωσικός μηχανισμός στα Βαλκάνια (πράκτορες, πρεσβείες, χρηματοδοτήσεις) που τόσο βοήθησε τα προηγούμενα χρόνια τους ελληνόφωνους ρωμηούς θα τεθεί πλέον στην υπηρεσία του όψιμου Πανσλαβιστικού σχεδίου για δημιουργία Βουλγαρικού κράτους.

Από το 1829 μέχρι το 1844 αρχίζουν τα έντονα κηρύγματα για την απόσπαση των (δίγλωσσων) βουλγαρόφωνων Ρωμηών από τον Ελληνισμό. Το 1835 ο γνωστός ελληνιστής Απρίλωφ και ο επίσης ελληνοσπουδαγμένος Παλαούζωφ ιδρύουν το πρώτο βουλγαρικό σχολείο στη βιομηχανική πόλη Γκάρμποβο. Μετά το 1844 η προπαγάνδα κατά της ελληνικής παιδείας γίνεται πιο έντονη. Βέβαια εκείνη την εποχή "όλοι σχεδόν οι αξιόλογοι "Βούλγαροι", που στάθηκαν πρωτοπόροι στην εθνική και πνευματική αναγέννηση της χώρας τους, είχαν σπουδάσει σε ελληνικά σχολεία".

Οι προπαγανδιστές της βουλγαρικής "Εξαρχίας", προς τα τέλη του 19ού αιώνα, διαμαρτύρονται ότι τα κηρύγματά τους, συχνά, δεν έχουν την απήχηση που θα περίμεναν μεταξύ των σλαβόφωνων γιατί οι τελευταίοι δεν θέλουν να δεχτούν για εθνικό τους όνομα το "Βούλγαρος" επειδή το απεχθάνονται ως υποτιμητικό. Έτσι προέκειψε σαν παρακλάδι του βουλγαρικού, το "μακεδονικό" ζήτημα. Για να ξεπεραστεί η απέχθεια των σλαβόφωνων κατοίκων των νοτίων Βαλκανίων προς το "Βούλγαρος" μπήκε στο παιχνίδι, σαν εναλλακτική λύση, το ένδοξο στη συνείδηση όλων των κατοίκων της Ρούμελης (Βαλκανίων) όνομα Μακεδόνας. Έπρεπε να βρεθεί τρόπος να "σλαβοποιηθούν" όσο το δυνατόν περισσότεροι. Έτσι παράλληλα με τη φιλοβουλγαρική κίνηση καλλιεργήθηκε και μια αυτονομιστική "μακεδονική".

Αν δεν επενέβαιναν οι Μεγάλες Δυνάμεις στη Ρωμυλία (Βαλκάνια) θα γινόταν, με πολύ φυσικό τρόπο, πραγματικότητα το όραμα του Ρήγα. Ένα ενιαίο ελληνόφωνο κράτος με ενωμένους τους δίγλωσσους Ρωμηούς (αρβανιτόφωνους, βλαχόφωνους, σλαβόφωνους) μέσω της ελληνικής γλώσσας, παιδείας και της Μητέρας Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Μέχρι τις αρχές του 19ού αιώνα στη Ρωμυλία (Βαλκάνια-Ρούμελη) οι υπόδουλοι χριστιανοί ήξεραν ότι ο εθνάρχης τους βρίσκεται στη Κωνσταντινούπολη, και όταν αποφάσιζαν να σπουδάσουν σπούδαζαν φυσικά σε ελληνικά σχολεία. Τελικά τα Βαλκάνια κατάντησαν από Ρούμελη πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης και σε αυτή τη μεταβολή συνέβαλλε και το Ελληνικό Κράτος. Στις αρχές του 19ού αιώνα, με τις άστοχες πολιτικοεκκλησιαστικές επιλογές που έκανε, καταφέρε, αντί να συμβεί ο αναμενόμενος διαμελισμός του Μεγάλου Ασθενούς (τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), να συμβάλλει στον κατατεμαχισμό του μαρτυρικού σώματος της Ρωμηοσύνης. Πάντως ουδέν κακόν αμιγές καλού! Και δόξα τω Θεώ ...

 

Δ. "ΕΠΙΧΩΡΙΟΙ"

Εδώ και καιρό χρησιμοποιείται ο όρος "Σλαβομακεδόνες" για τους δίγλωσσους γηγενείς κατοίκους της Μακεδονίας. Για παράδειγμα ο δημοσιογράφος Τάσος Κωστόπουλος στο βιβλίο του "Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΓΛΩΣΣΑ" (κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία) εκδ. "Μαύρη Λίστα" γράφει: « Λιγότερο εύκολα αποδεικνύονται τα πράγματα όσον αφορά την ορολογία με την οποία υποδηλώνει κανείς την επίμαχη πληθυσμιακή ομάδα που ζει στο εσωτερικό της ελληνικής Μακεδονίας, έχει ως μητρική της γλώσσα τα σλαβικά και οι εθνικοί προσανατολισμοί των μελών της παρουσιάζουν μιαν απίστευτη ποικιλία, από την ταύτιση με κάποιο γειτονικό έθνος (συνήθης την πλειοψηφούσα εθνότητα της ΠΓΔΜ, παλιότερα το βουλγαρικό έθνος) ώς την ένθερμη προσκόλληση στις πιο ακραίες εκδοχές της ελληνικής εθνικοφροσύνης. Είναι σχεδόν αδύνατο να βρει κανείς έναν όρο που να ικανοποιεί ταυτόχρονα όλους αυτούς τους ανθρώπους, που συνήθως αυτοπροσδιορίζονται με μια ποικιλία αποκλινουσών ονομασιών: Μακεδόνες, εθνικά Μακεδόνες, Σλαβομακεδόνες, σλαβόφωνοι Μακεδόνες, δίγλωσσοι Μακεδόνες, ντόπιοι Μακεδόνες, Έλληνες Μακεδόνες, Ελληνομακεδόνες, "δικοί μας" κ.ο.κ. Η επίσημη και ημιεπίσημη πολιτική φιλολογία του ελληνικού κράτους έχει κι αυτή μέσα στα τελευταία 150 χρόνια αλλάξει επανειλημμένα θέσεις σχετικά με την προτιμητέα - ή τη μόνη εθνικά αποδεκτή - κάθε φορά ορολογία. Ορισμένες από αυτές τις ονομασίες, όπως το "Ελληνοβούλγαροι" του περασμένου αιώνα, θα ξένιζαν σήμερα τόσο τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους όσο και τον μέσο πολίτη. Ύστερα από κάποιον προβληματισμό, προσωπικά κατέληξα στη (συμβατική) χρήση δύο - σχεδόν ταυτόσημων - όρων για την περιγραφή του συνόλου της πληθυσμιακής αυτής ομάδας: Σλαβομακεδόνες και σλαβόφωνοι Μακεδόνες. ... είναι νομίζω οι μόνοι που επιτρέπουν μια διαχρονική αφήγηση χωρίς περιττές εννοιολογικές συγχύσεις. ... ούτε θα πρέπει να εκληφθεί σαν απόπειρα παραβίασης του δικαιώματος των ελλήνων αυτών πολιτών στον (όποιο) ατομικό αυτοπροσδιορισμό τους.» (σελ. 20-21)

Η επιλογή των όρων "Σλαβομακεδόνες" ή "σλαβόφωνοι Μακεδόνες" είναι άστοχη γιατί:

1. Οι όροι αυτοί είναι ανακριβείς. Οι γηγενείς πληθυσμοί της Μακεδονίας ήταν και είναι δίγλωσσοι· και σλαβόφωνοι και ελληνόφωνοι. Αυτό που ποικίλει, ανάλογα με τις ιστορικές συγκυρίες είναι τό, ποιά από τις τρεις παρακάτω κατηγορίες πλειοψηφεί: α) οι αμιγώς σλαβόφωνοι, β) οι αμιγώς ελληνόφωνοι ή γ) οι ενεργά δίγλωσσοι.

2. Το "Σλαβομακεδόνες" εξυπηρετεί την πανσλαβιστική ρατσιστική προπαγάνδα. Ετεροπροσδιορίζει εθνικά τους "ντόπιους" Μακεδόνες παρουσιάζοντάς τους στην ελληνική και διεθνή κοινή γνώμη ως μία ακόμη μειονότητα της Ελλάδος. Για ποιό λόγο ένας ελληνόφωνος δημοσιογράφος (καί πολλοί άλλοι επώνυμοι και ανώνυμοι εν Ελλάδι) να κουβαλάει νερό σε ξένο μύλο; Οι ελληνόφωνοι είμαστε πλέον μια μικρή μειοψηφία στα Βαλκάνια. Η χρήση του όρου "Σλαβομακεδόνες" ή "σλαβόφωνοι Μακεδόνες" αλλιώνει εντελώς την εικόνα και δημιουργεί τετελεσμένα "αυτονόητα" υπέρ αλλοτρίων συμφερόντων. Σαν να λέει κανείς τους τουρκόφωνους πρόσφυγες από τη Γαλατία της Μ. Ασίας, "Τουρκογαλάτες" ή "τουρκόφωνους Γαλάτες".

Αυτό που έχει επικρατήσει και είναι αποδεκτό από όλους - ασχέτως εθνικού προσανατολισμού - είναι ο όρος "ντόπιος" Μακεδόνας. Διαχωρίζει επαρκώς το φορέα του από τον προσφυγικής ή βλάχικης καταγωγής Μακεδόνα, δεν χρωματίζει "εθνικά" και "είναι ο μόνος που επιτρέπει μια διαχρονική αφήγηση χωρίς περιττές εννοιολογικές συγχύσεις".

 

Ε. ΣΚΟΠΙΑ

Ίσως τώρα είναι η καλύτερη στιγμή για μια οριστική λύση του προβλήματος που έχουμε με τα Σκόπια, γιατί, μετά το πάθημα των Σέρβων και των Κοσσοβάρων, όλοι βλέπουν που μπορούν να οδηγήσουν οι επιπόλαιοι μεγαλοϊδεατισμοί, οι εθνικιστικές εμμονές, οι ανόητοι αλυτρωτισμοί και η αφελής ελπίδα στη "φιλάνθρωπη προστασία" των ισχυρών.

Το κράτος των Σκοπίων σχεδόν από όλους έχει γίνει αποδεκτό ως "Macedonia". Η κατάληξη -ia φυσικά είναι ελληνική. Η αντίστοιχη σλαβική, αν δεν κάνω λάθος, είναι -ska. Αν διαπραγματευτικά υπάρχει ακόμα η δυνατότητα, ίσως θα ήταν χρήσιμο να το αναγνωρίζαμε ως "Makedonska". Υπέρ αυτής της άποψης μπορούμε να επικαλεστούμε το σεβασμό της πολιτιστικής του ταυτότητας. Δηλαδή, αν οι πολίτες αυτού του κράτους θέλουν να έχουν ως επίσημη γλώσσα τα ελληνικά, τότε βεβαίως μπορούμε να τους αναγνωρίσουμε ως "Macedonia". Εφόσον, όμως, επιλέγουν να έχουν ως επίσημη γλώσσα τη σλαβική τους διάλεκτο, τότε από σεβασμό σε αυτή τους την επιλογή πρέπει η διεθνής κοινότητα να τους αναγνωρίσει ως "Makedonska". Στα σλαβικά η Πολωνία λέγεται Πόλσκα, η Κροατία (καί από τους ίδιους τους Κροάτες) Χρβάτσκα, η Βουλγαρία Μπουγκάρσκα, η Γαλλία Φραντσούσκα κ.τ.λ. Στα ελληνικά να λέμε τη Π.Γ.Δ.Μ. "Μακεντόνσκα", με προφορά και στα ελληνικά του "δ" ως "ντ", όπως δηλαδή το προφέρουν αυτοί. Επίσης σχετικά με το όνομα των πολιτών αυτής της χώρας πάλι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα σλαβικά. Στη γλώσσα τους ο Μακεδόνας ονομάζεται Makedonats (Μακεντόνατς), και στο πληθυντικό οι Μακεδόνες Makedontsi (Μακεντόντσι). Ήδη αυτοαποκαλούνται Μακεντόνατς και Μακεντόντσι. Το μόνο που πρέπει να αλλάξει είναι το Macedonia σε Makedonska. ..........

Το σημερινό κράτος των Σκοπίων περιλαμβάνει προς βορράν και περιοχές εκτός των γεωγραφικών ορίων της ιστορικής Μακεδονίας, επειδή ο αρχιτέκτονάς του (ο Τίτο) όταν χώρισε την τότε Γιουγκοσλαβία σε επαρχίες δεν ακολούθησε εθνολογικά κριτήρια. Κύριο μέλημά του ήταν να αποδυναμώσει την κυρίαρχη εθνότητα της Γιουγκοσλαβίας που ήταν οι Σέρβοι. Έτσι, η τότε επαρχία της Σερβίας κατείχε πολύ λιγότερες περιοχές από αυτές που δημογραφικά της ανήκαν. Λές και ήξερε τί θα ακολουθούσε μετά το θάνατό του.

Το κράτος των Σκοπίων χρωστάει την ύπαρξή του στον Τίτο και στην Ελλάδα. Μετά το 1919 (Συνθήκη του Νεϊγύ) έγινε ανταλλαγή πληθυσμών και με τη Βουλγαρία. Όσοι από τους εν Ελλάδι αισθάνονταν αρκούντως σλαβόφιλοι έφυγαν. Έτσι λύθηκε το Μακεδονικό ζήτημα. Μέχρι όμως το 1940 το ελληνικό κράτος, κυρίως την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά, έκανε ό,τι μπορούσε ώστε να δημιουργήσει δυσφορία στο ντόπιο πληθυσμό της Μακεδονίας. ... Όσοι μιλούσαν το τοπικό ιδίωμα, τα "ντόπικα", κέρδιζαν μία δόση θρεπτικότατου ρετσινόλαδου. Έπρεπε και οι γέροντες και τα υποζύγια εν μια νυκτί να μάθουν ελληνικά.

Με το ΕΑΜ πολλοί από αυτούς τους δυσαρεστημένους βγήκαν στο βουνό και μετά τη λήξη του Εμφύλιου βρέθηκαν στα Σκόπια, στην Αυστραλία, τον Καναδά και όπου αλλού. Αρκετοί αναγκάστηκαν να φύγουν εξ αιτίας κάποιων πατριδοκάπηλων οικοπεδοφάγων. Όποιος είχε "προσβάσεις" στην "Ασφάλεια" κατηγορούσε όποιον ήθελε ως "βουλγαρόφιλο" και άντε να αποδείξει ο ταλαίπωρος ότι δεν ήταν ελέφαντας ... πάν’ τα σπίτια, πάνε και τα κτήματα, πρόσφυγας στο "Παραπέτασμα" το θύμα. Κάπως έτσι γέμισαν και τότε πρόσφυγες τα Σκόπια. Ο Τίτο θέλοντας να ξαποστείλει μερικούς διέδωσε τη φήμη ότι τάχα είχε πετύχει συμφωνία με την Ελλάδα για επαναπατρισμό τους. Όσοι τον πίστεψαν και εκδήλωσαν την επιθυμία να γυρίσουν βρέθηκαν στη Πολωνία, και ακόμη παραπέρα. Πάντως, πολλοί από αυτούς που παρέμειναν στα Σκόπια ή βρέθηκαν αλλού, δούλεψαν με ζήλο για τη δημιουργία αυτού του κράτους. Πολλοί, ίσως η πλειοψηφία, από αυτούς που συμμετέχουν σήμερα στο δημόσιο βίο αυτής της χώρας (πολιτική και πολιτισμό) είναι απόγονοι εκείνων των δυσαρεστημένων προσφύγων. ..........

Ο ρατσισμός που προϋποτίθεται και καλλιεργείται από κάθε εθνικιστική προπαγάνδα είναι ένα σημαντικό εμπόδιο που δεν αφήνει τους "λαούς των Βαλκανίων να προωθήσουν ιδέες και λύσεις που θα νοικοκυρέψουν τα πολιτικά, θρησκευτικά και εθνολογικά χαρακτηριστικά τους σε μια νέα Βαλκανική Ομοσπονδία κρατών. Κατά πώς το ζήτησε ο Ρήγας". Ίσως το πάθημα των Σέρβων που παρασυρμένοι από τα ρατσιστικά ιδεολογήματα του Πανσλαβισμού βρέθηκαν στις μέρες μας αντιμέτωποι με το ΝΑΤΟ χρησιμεύσει στους υπόλοιπους για να απεγκλωβιστούν από τις μηχανορραφίες της ρώσικης διπλωματίας - και αυτής των αγγλογάλλων - του 19ού και 20ού αιώνα που τόσα δεινά σώρευσαν στους κατοίκους της χερσονήσου του Αίμου. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης ακόμα έχει την έδρα του στο Τσάριγκραντ (Βασιλεύουσα) -τή Νέα Ρώμη- και στην δυτική όχθη της χερσονήσου κάποια "αγύριστα κεφάλια" επιμένουν να ονομάζουν τη χώρα τους, "Χώρα του αετού" και να έχουν για σημαντικότερο εθνικό τους ήρωα τον Γεώργιο Καστριώτη ή Σκεντέρμπεη.

 

 

 

 

 

ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΩΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΩΝ

ΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙΣΑΡΟΣ ... Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΤΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΚΑΙ Η Ο.Ν.Ε. *

ΚΑΠΟΙΑ ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ *

ΑΓΓΕΛΟΙ και ΣΑΤΑΝΑΔΕΣ *

 

ΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙΣΑΡΟΣ ... Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΤΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΚΑΙ Η Ο.Ν.Ε.

"Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι". Ο Καίσαρ διακήρυξε ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν προτεραιότητα ακόμη και έναντι της εθνικής κυριαρχίας των κρατών. Απέναντι στο Θεό μου παραιτούμαι παντός δικαιώματος και λέω "δίδαξόν με τα δικαιώματά Σου". Απέναντι στο κράτος διεκδικώ τα πάντα. Και μια και έχουμε Δημοκρατία, το κράτος να εξασφαλίζει την ισονομία, αλλά τις αποφάσεις τις παίρνει η πλειοψηφία. Όσο αυτονόητο είναι ότι κυρίαρχη γλώσσα στη χώρα μας είναι τα Ελληνικά άλλο τόσο ότι κυρίαρχη παράδοση (που το Κράτος ωφείλει να φροντίζει να παραδίδεται από γενιά σε γενιά) η Ορθοδοξία.

Στο Συλλαλητήριο δεν πάω ως πιστός, ως χριστιανός, αλλά ως Έλληνας πολίτης. Το Συλλαλητήριο δεν είν’ της Εκκλησίας, ούτε του Χριστόδουλου, ή της Ιεραρχίας. Είναι των Ελλήνων πολιτών που θέλουν στις γιορτές τους το "ράσο" να ’ναι παρόν. Των Ελλήνων πολιτών που ζητάν οι κληρικοί να είναι παρόντες στις κοινωνικές και εθνικές, κρατικές τους εκδηλώσεις. Δεν πρόκειται για θεοκρατία. Δεν ζήτησε κανείς αντί για τον Νομάρχη να έχουμε τον Δεσπότη. Αλλά δίπλα στο Νομάρχη να βρίσκεται ο Δεσπότης. Δίπλα στον Νομάρχη όχι συγκυβερνώντας αλλά ευλογώντας το λαό και τις αρχές του. Όχι ο Δεσπότης να βρίσκεται πάνω στο βουνό και άμα θέλω να πάω να τον βρώ. Οι πολίτες και όχι οι πιστοί αγωνίζονται ώστε το "Φαρμακείο" να βρίσκεται στην πλατεία για δικιά τους διευκόλυνση. Η Εκκλησία δεν θα χάσει τίποτα αν βρεθεί στο "βουνό" και ακόμη παραπέρα. Οι πολίτες θα χάσουν την ενεργό παρουσία Της στα κοινά, στη γιορτή και το πένθος, τη χαρά και το δάκρυ τους.

Το βασικό ερώτημα που τίθεται, ειδικά τώρα με την είσοδό μας στην Ο.Ν.Ε. είναι το, "πώς επιλέγουμε να οργανώσουμε την κοινωνία μας;" Προτιμάμε τη λογική του “να μη φαίνεται το "διαφορετικό" για να μη καταπιέζεται”; Ή επιλέγουμε να φαίνεται το "διαφορετικό" και εξασφαλίζουμε την ισονομία με την ψήφιση κατάλληλων νόμων, ικανών να διασφαλίζουν τα δικαιώματα του όποιου "διαφορετικού"; Αν περάσει η πρώτη λογική του "γιούνιφορμ" όποιος θα επιλέγει να "ομολογεί" το πιστεύω του, την όποια "διαφορετικότητά" του, θα καταπιέζεται και με τη βούλα του κράτους. Θα φταίει που "προκαλεί"! Αν μπούμε στην Ο.Ν.Ε. με τη λογική του "γιούνιφορμ" υπογράφουμε το διωγμό μας, ως ελληνόφωνοι και ως Ορθόδοξοι.

Από ένα πρόχειρο ερωτηματολόγιο, με επτά ερωτήσεις, που μοιράστηκε σε φίλους και γνωστούς προέκειψε το αναμενόμενο. Οι περισσότεροι από όσους προτιμάνε, στην δεύτερη ερώτηση, να μην αναγράφεται το θρήσκευμα στις ταυτότητες επέλεξαν, στην έκτη ερώτηση, το "διαφορετικό" να είναι ορατό και οι νόμοι του κράτους να εξασφαλίζουν τη μη καταπίεσή του. Δηλαδή παρατηρείται μια αντίφαση. Ενώ γενικά και αυθόρμητα είναι υπέρ της φανέρωσης της "διαφορετικότητας" στην συγκεκριμένη περίπτωση -του θρησκεύματος- έχουν πεισθεί να συνηγορήσουν υπέρ του "γιούνιφορμ".

Ίσως είναι σημειολογικά σημαντικό το ότι η πλήρης ένταξη της χώρας μας στην Ο.Ν.Ε. σημαδεύτηκε από τον παραμερισμό του ελληνικού Κοινοβουλίου στην περίπτωση του νόμου περί αναγραφής του θρησκεύματος στις αστ. ταυτότητες. Ίσως το μήνυμα να είναι ότι και το εθνικό μας Κοινοβούλιο θα γίνει κάτι σαν το "Βασιλέα" της Μεγάλης Βρετανίας. Ένα γραφικό έθιμο, περίπου "φολκλόρ". Περίπου τέτοιος δεν είναι άλλωστε και ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου; Δημοκρατικότατα ψηφίζει ότι θέλει, και το Διευθυντήριο της Ο.Ν.Ε. αυτόνομα καθορίζει τις τύχες των λαών της Ευρώπης; Η Δημοκρατία είναι άθλος και άθλημα. Ο άνθρωπος υπόκειται σε ένα συνεχές γίγνεσθαι. Το ίδιο και η κοινωνική και πολιτική του ζωή. Το πολίτευμά μας είναι δημοκρατικό αλλά μεγαλύτερη σημασία έχει όχι το "τί είναι" αλλά το "τί γίνεται", το "προς τα που πάνε τα πράγματα". Αν κάνουμε ένα διάγραμμα του οποίου ο οριζόντιος άξονας είναι ο χρόνος και ο κάθετος η "δημοκρατικότητα" θα παρατηρήσουμε ότι εδώ και κάποια χρόνια η καμπύλη έχει πάρει την κατηφόρα απομακρυνόμενη από την όποια μέγιστη τιμή είχε λάβει στο παρελθόν.

Φυσικά ακόμη δεν έχει φτάσει και τα υπό το μηδέν επίπεδα άλλων εποχών. Γενικά δημιουργείται η αίσθηση ότι "κάποιοι" βάλθηκαν να ανατρέψουν ότι κατέκτησαν οι πολίτες της Ευρώπης από την Γαλλική Επανάσταση και μετά. Λες και τα φαντάσματα της Φεουδαρχίας παίρνουν την ρεβάνς.

Επιχειρηματολογώντας υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προτείνουν ως μόνη διέξοδο την ομογενοποίηση των "υποκειμένων". Κρίνοντας εξ ιδίων τα αλλότρια θεωρούν δεδομένο ότι ο μόνος τρόπος να περιοριστεί κάπως ο ρατσισμός είναι το "διαφορετικό" να πάψει να είναι ορατό. Σου λέει ο ειλικρινής ρατσιστής: "αν δω δίπλα μου το "διαφορετικό" θα το κάνω ... σαπούνι!" Άρα δεν πρέπει να είναι όρατο κάθε ταλαίπωρο "διαφορετικό". Για το καλό του! Με αυτή τη λογική θα φτάσουμε και στο όνομα. Πώς λέγεσαι; Πόποβιτς ά! είσαι Σέρβος "σφαγέας" των Βαλκανίων κ.λπ. Η λύση; να μην φαίνεται το όνομά σου. Να είσαι το 515636817 "υποκείμενο". Μηδέν διάκριση μηδέν διακρίσεις! Όπως λέμε ορατότης μηδέν.

Ο αγώνας για την αναγραφή του θρησκεύματος είναι αγώνας για την ελευθερία. Μπερδεύει όμως τους "αριστερούς" το ότι αυτού του αγώνος ηγείται η "Εκκλησία" (ο κλήρος). Βέβαια δεν είναι δουλειά της Εκκλησίας να αγωνίζεται υπέρ της μιας ή της άλλης μορφής πολιτεύματος. Αυτά είναι επιλογές του "Καίσαρος" που η Εκκλησία γνωρίζει να σέβεται. Αυτό που παρέχει η Εκκλησία είναι η ελευθερία του προσώπου. Ο πιστός δεν δουλεύει για την Επανάσταση αλλά φιλότιμα εργάζεται για την Ανάσταση, αυτού τε και ημών των πεπτοκότων και θνητών. Κοπιάζει, ασκείται ώστε να "καταποθεί το θνητόν υπό της ζωής" (Κορ. Β’, ε’,4).

Ο αγώνας υπέρ της αναγραφής του θρησκεύματος δεν είναι των πιστών ούτε της Ιεραρχίας, είναι των Ελλήνων πολιτών που θέλουν να ζήσουν σε μια Ο.Ν.Ε. όπου η καμπύλη της "δημοκρατικότητας" θα βρίσκεται συνεχώς κοντά στο limit up. Βέβαια αν κάποιοι από τους Έλληνες και Ευρωπαίους "δημοκράτες" αποφάσισαν ότι: "όταν τρώμε δεν μιλάμε", δικό τους πρόβλημα. Να θυμώμαστε όμως ότι η Δημοκρατία ποτέ δεν είναι δεδομένη. Κάθε πολιτική πράξη ή συμβάλλει στην εδραίωσή της ή συντελλεί στο ξήλωμα και τη συρρίκνωσή της. Μπορεί κάποτε να αγωνίστηκα για τη ελευθερία. Αυτό δεν με εξασφαλίζει από το φαρισαϊσμό, την υποκρισία. Οι χίλιες φορές δεν προεξοφλούν την επόμενη. Κάλλιστα ο όποιος αγωνιστής μπορεί να καταντήσει φερέφωνο "της ντόπιας και ξένης ολιγαρχίας". Κάθε άνθρωπος έχει το παρελθόν του και είναι πάντα ελεύθερος -μια δημοκρατική κοινωνία ωφείλει να του εξασφαλίζει αυτή τη δυνατότητα- να επιλέγει το μέλλον του. Δεν παρελθον-καθοριζόμαστε, χρειάζεται όμως αγώνας για να μπορέσει ο θνητός να απελευθερωθεί από το όποιο παρελθόν του.

Το ζήτημα του ρατσισμού και των "διακρίσεων" είναι πολύ σοβαρό για να ελπίζει κανείς ότι θα το λύσει δια της μεθόδου του συμπαθούς αφρικανικού πτηνού (της στρουθοκαμήλου). Χρειάζεται καλλιέργεια των πολιτών και κατάλληλο νομικό πλαίσιο. Αυθόρμητα η πλειοψηφία των ερωτηθέντων -ιδιαίτερα εκείνοι που δεν συμφωνούν με την "αναγραφή"- απάντησε ότι το "διαφορετικό" πρέπει να είναι ορατό και οι νόμοι του κράτους και η αγωγή να εξασφαλίζουν τη μη καταπίεσή του. Πιστεύουν οι άνθρωποι, εξ ιδίων και αυτοί κρίνοντας ότι μπορεί να νικηθεί ο ρατσισμός. Μπορεί να έρθει εποχή που το "διαφορετικό" θα ζει ισόνομα με αξιοπρέπεια χωρίς να χρειάζεται να κρύβεται δίπλα στο κάθε "άλλο". Με την κατάλληλη αγωγή, άσκηση και παιδεία είναι εφικτό το "ουκ ένι Έλλην ή Ιουδαίος" του απ. Παύλου. Κάτι που κάποτε επιτεύχθηκε, σίγουρα μπορεί να ξανακερδιθεί.

Μπορεί η Εκκλησία του Χριστού να μην κατάφερε να φέρει την τελειότητα στις ανθρώπινες κοινωνίες που δέχτηκαν να τις εμπνεύει, λόγω της ραθυμίας ημών των μελωδούντων, αλλά τουλάχιστον στο θέμα της εθνικής εταιρότητας πέτυχε να εμπνεύσει ισονομία και την πλήρη ενσωμάτωση των όποιων διαφορετικής καταγωγής θνητών. “Εν τω κόσμω τούτω η ζώσα πείρα της υποστάσεως σπανίως δίδεται εις τους ανθρώπους: Έρχεται δια της χριστομιμήτου προσευχής υπέρ του σύμπαντος κόσμου ... Εν τοιαύτη προσευχή βιούται το ομοούσιον του ανθρωπίνου γένους. Δι’ αυτής αποκαλύπτεται εις ημάς το οντολογικόν νόημα της "δευτέρας εντολής". Όλος ο Αδάμ γίνεται είς Άνθρωπος-Ανθρωπότης. Πάν ότι είναι κατώτερον τούτου, είναι κατώτερον και της ευαγγελικής εντολής. Ευλόγως θα ηδυνάμεθα να είπωμεν ότι η εν ταις εντολαίς του Χριστού ενυπάρχουσα πραγματικότης δεν εξεπληρώθη εν τω ιστορικώ Χριστιανισμώ εις τας αληθινάς αυτής διαστάσεις. Εν τη οντολογική αυτού αξία ο Χριστιανισμός υπερβαίνει αμέτρως την σύνεσιν εκείνων, οίτινες εκ ραθυμίας δεν θέλουν να αποκτήσουν την αγίαν θεογνωσίαν, ήτις και είναι η αιώνιος ζωή. Οι άνθρωποι αναζητούν την αλήθειαν. Πολλοί αγαπούν τον Χριστόν, αλλά συχνάκις επιχειρούν να υποβιβάσουν το Ευαγγέλιον εις το επίπεδον της ηθικής διδασκαλίας”.

Ο άγιος Αφραάτης (γιορτάζει στις 29 Ιανουαρίου) ήταν Πέρσης. Έζησε τον 4ο με 5ο αιώνα μ.Χ.. Ασκήτεψε κοντά στην Έδεσσα της Συρίας και αργότερα στα περίχωρα της Αντιόχειας. Ελληνικά έμαθε λίγα. Απέκτησε μεγάλη φήμη και πολύς κόσμος πήγαινε να τον επισκευθεί. Κάποτε πήγε και ο ρωμαίος τοπάρχης της περιοχής που τον εκτιμούσε πολύ. Για δώρο του έφερε ένα περσικό χιτώνα. Είχε συμμετάσχει σε μια πρεσβεία των Ρωμαίων προς τους Πέρσες και στο ταξίδι του θυμήθηκε τον Πέρση ασκητή. Όταν επέστρεψε από το ταξίδι του πήγε να βρει τον Αφραάτη. "Πατέρα μου, ξέρω πως για κάθε άνθρωπο η ιδιαίτερη πατρίδα του είναι γλυκειά κι οι καρποί που φυτρώνουν σ’ αυτή είναι οι πιο γλυκείς. Σε παρακαλώ λοιπόν να τον δεχτείς και να μου δώσεις την ευλογία σου". Ο γέροντας είπε: "προτίμησα να έχω ένα μόνο σύντροφο κάτω από την ίδια στέγη και όχι περισσότερους. Ένδεκα χρόνια το τήρησα αυτό. Κάποτε ήλθε ένας από την ίδια με μένα φυλή, θέλοντας να μείνει μαζί μου. Αγαπώ τον ομόφυλό μου σαν κάποιον από την ίδια με μένα φυλή, αλλά θεωρώ λυπηρό και άδικο να διώξω τον άλλο που επίσης τον αγαπώ και που με τόση αφοσίωση με υπηρέτησε ένδεκα χρόνια". Τότε ο ρωμαίος τοπάρχης, Ανθέμιος, είπε: "πράγματι δεν είναι δίκαιο να διώξεις αυτόν που σε υπηρέτησε ένδεκα χρόνια και έχει αποδείξει ότι σου είναι χρήσιμος μόνο και μόνο για να δεχτείς κάποιον συμπατριώτη σου που δεν ξέρεις στο κάτω κάτω αν θα είναι καλός συνασκητής". Τότε και ο Αφραάτης είπε: "λοιπόν, αρχοντά μου, όπως με συμβούλευσες δεν θα κρατήσω τον καινούργιο περσικό χιτώνα που μου έφερες, γιατί έχω τον παλιό που με εξυπηρετεί θαυμάσια". Σε αυτόν τον Πέρση ασκητή, εκεί κοντά στη μεθόριο με την περσική αυτοκρατορία τον θανάσιμο εχθρό των Ρωμαίων, έτρεχαν "άρχοντες και διοικητές κι αξιωματικοί από κάθε βαθμό και επαγγελματίες και μ’ ένα λόγο ιδιώτες και στρατιωτικοί, μορφωμένοι κι αμόρφωτοι, πάμφτωχοι και πάμπλουτοι". Αυτό θα πει "ελληνοτουρκική" φιλία.

Ως γνήσιοι απόγονοι ενδόξων προγόνων ωφείλουμε τουλάχιστον να θυμώμαστε τους καημούς τους, "πάλιν με χρόνους με καιρούς πάλιν δικά μας θα ’ναι", πότε θα συνεχιστεί η διακοπήσα θεία Λειτουργία της 29ης Μαΐου 1453. Και σήμερα πλέον είναι ορατό το πώς και μάλιστα ειρηνικά και αναίμακτα. Μπαίνει η Γείτων στην Ο.Ν.Ε. και ‘κει χορεύουμ’ όλοι. Τη Πόλη θα πάρουμε μέσω της Ο.Ν.Ε. στην ένταξη της Γείτονος πρώτοι λέμε ναι. Πολύ πριν τους πολιτικάντηδες κομματαρχαίους ο λαός είχε την πολιτική στο πετσί του. Το περίφημο καραγκιοζλήκι. Αλλά ήρθαν οι εισαγώμενοι ιδεολογάροι υβρίζοντες τούτη τη τέχνη των προγόνων μας, την τέχνη του εφικτού, που βοήθησε το Γένος να επιβιώσει επί αιώνες. Επιτέλους όμως όλες οι ιδέες απορροφήθηκαν από το Μαμωνά και προσγειωνόμαστε πάλι στην αναζήτηση του εφικτού έχοντας όμως δυστυχώς πολύ ξεμάθει εκείνη την πατρώα τέχνη της μακρυάς χειρός του Μαυρομάτη (Καραγκιόζης = Μαυρομάτης).

Ο Καίσαρ φανερά και "κάθετα" ετάχθει κατά της Τρομοκρατίας (της ιδιωτικής, της εξωθεσμικής). Ωφείλουμε λοιπόν να συντονιστούμε. Ιερός πόλεμος; Ναι! αλλά ενάντια στη λεγόμενη "17 Νοέμβρη". Αν ήμουν Πάπας θα υπέγραφα εν λευκώ συγχωροχάρτι σε όποιον συλλάβει τους δράστες, ή έστω συντελέσει στη σύλληψή τους. Αν ήμουνα Χομεϊνί θα έταζα πιλάφια και ουρί. Από τους προγόνους μας όμως μάθαμε να αγωνιζόμαστε για την ελευθερία, μέχρι θανάτου. Ελευθερία ή θάνατος! Θάνατος δικός μου όχι εκτέλεση του άλλου! Αυτή μας η παράδοση χτυπιέται από τους κάπηλους εκτελεστές. Γενική επιστράτευση να γίνει των πιστών και κάθε πατριώτη, για να συλληφθούν οι δράστες που κάνουν το τεράστιο αυτό κακό στην πατρίδα μας. Δίνουν αφορμή στα διάφορα κέντρα εξουσίας, λόγω της Τρομοκρατίας, να πριονίζουνε το δένδρο της Δημοκρατίας, και στιγματίζεται έντεχνα όλη μας η παράδοση. Πάση θυσία να φύγει από πάνω μας αυτή η ταμπέλα: της χώρας που τάχα υποθάλπτει την Τρομοκρατία. Μιλάνε για κρατικές υποθέσεις αλλά ακόμα και ο Στάλιν όταν ζορίστηκε από τους Γερμανούς ζήτησε τη βοήθεια της Εκκλησίας για να πετύχει την συστράτευση του λαού.

Στην εποχή μας τό: "τα του Καίσαρος τω Καίσαρι" έχει γίνει λίγο πιο πολύπλοκο. Έχουμε διασπορά εξουσιών οπότε μοιάζει να πάει να γίνει: "τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, τα του "Νομάρχη" τω "Νομάρjχjηjgg¤ ", τα των "ΜΜΕ" τοις "ΜΜΕ", τα του λαού τω λαώ, και τέλος τα του Θεού τω Θεώ". Κάποτε η εξουσία ήταν ο Βεζύρης και ο Καραγκιόζης είχε σχετικά εύκολη δουλειά. Σήμερα με τη διασπορά των εξουσιών μας χρειάζεται πολυκαραγκιόζης, super, "καρά-" εις το τετράγωνο, με μαύρο κατάμαυρο το μάτι. Της "κόρης" του ματιού ο φακός, από όπου διέρχονται οι δέσμες των ακτίνων του ορατού φωτός, να είναι απαλλαγμένος παντός φάσματος, χωρίς "καταρράκτη", θολούρα και αλλιώσεις που προκαλούν οι προλήψεις, οι προκαταλήψεις, ιδεοληψίες το τάχα "είναι". Εντελώς μαύρος, πεντακάθαρος, διάφανος, σπινθηροβόλο κρύβοντας κενό σκοτάδι.

Ιούνιος 2000

 

ΚΑΠΟΙΑ ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ

ΟΤΑΝ ΨΗΦΙΖΕΙ Ο ΛΑΟΣ, ΞΑΝΑ ΤΟ ΣΥΖΗΤΑΕΙ Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΤΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΔΕΝ ΕΙΝ’ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΟΥΤΕ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ

ΕΙΝΑΙ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ

ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΣΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΤΟΥΣ

ΤΟ ΡΑΣΟ ΝΑ ‘Ν’ ΠΑΡΟΝ

ΕΙΜ’ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΚΔΙΚΩ

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΟΥ ΝΑ ’ΧΕΙ ΤΗ ΒΟΥΛΑ ΜΕ ΤΟ Χ.Ο.

ΨΗΦΙΣΑ ΣΗΜΙΤΗ ΝΟΙΚΟΚΥΡΗ

ΚΙ’ ΟΧΙ ΕΡΜΑΙΟ ΑΓΝΏΣΤΟΥ ΚΥΡΗ.

ΨΗΦΙΣΑ ΣΗΜΙΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ

ΚΑΙ ΟΧΙ ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΗ ΜΑΣΤΡΟΧΑΛΑΣΤΗ.

ΨΗΦΙΣΑ ΣΗΜΙΤΗ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΤΗ

ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΡΩΜΑΙΪΚΟ ΚΙ’ Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΖΕΙ.

ΚΩΣΤΑ ΘΥΜΗΣΟΥ "ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ"

ΒΓΕΣ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΑΡΕΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΟ ΣΟΥ ΚΟΙΤΑ

ΝΑ Σ’ ΕΧΟΥΜΕ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ ΓΙΑ ΟΛΗ ΣΟΥ ΤΗ ΖΗΣΗ

ΜΑΖΙ ΣΟΥ ΝΑ ΧΟΡΕΥΟΥΜΕ Σ’ ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΥΣΗ.

ΤΟΥΣ ΛΑΟΥΣ ΔΙΑΙΡΕΙ ΠΑΝΤΑ Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ

ΜΑ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΑΥΡΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΡΘ’ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ

ΑΓΑΠΑ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΣΟΥ ΣΑΝ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ

ΝΑ ΖΕΙ ΑΥΤΟΣ ΣΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΟΥ ΚΙ ΕΣΥ ΜΕ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΟΥ

ΑΥΤΑ ΧΤΥΠΙΟΥΝΤΑΙ ΣΕ ΔΥΣΗ ΚΑΙ ΑΣΙΑ

ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΟΛΟ ΦΩΝΑΖΟΥΜΕ ΓΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.

ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΧΟΜΕΪΝΙ ΟΥΤΕ ΘΕΟΚΡΑΤΙΑ

ΖΟΥΜΕ ΣΤΟ ΡΩΜΑΙΪΚΟ ΜΕ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΜΕ ΔΗΜΑΡΧΟ, ΝΟΜΑΡΧΗ ΚΑΙ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ

ΚΑΙ ΔΙΠΛΑ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΠΟΥ ΦΕΡΕΙ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ.

Η ΥΒΡΙΣ, ΑΔΕΛΦΙΑ, ΧΡΗΖΕΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

ΓΙΑΤ‘ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΝΕΜΕΣΙΣ ΤΗΣ ΕΣΧΑΤΗΣ ΠΕΝΙΑΣ.

ΠΡΩΤΑ ΑΠ’ ΟΛΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ

ΜΑ ΔΟΥΛΟΙ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΣΤΑ ΦΕΟΥΔΑ ΤΩΝ ΓΚΕΪ.

ΤΟ ΕΙΠΕ ΤΟ ΕΙΠΕ Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ,

ΠΡΩΤΑ ΑΠ’ ΟΛΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ,

ΒΕΒΑΙΩΣ ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΓΝΗΣΙΟΙ ΡΩΜΑΙΟΙ.

ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΜΑΣ ΔΙΑΛΕΞΑΝ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΑΛΑ ΤΟ ΦΕΣΙ

ΓΙΑΤ’ Η ΣΧΙΣΤΗ ΤΙΑΡΑ ΦΟΡΙΩΤΑΝ ΩΣ ΤΗ ΜΕΣΗ.

ΟΙ ΕΥΓΕΝΕΙΣ ΚΑΤΑΚΤΗΤΕΣ ΣΤΗ ΔΥΣΗ ΩΣ ΓΝΩΣΤΟΝ

ΚΑΘΑΡΙΣΑΝ ΜΕ ΣΥΣΤΗΜΑ ΟΤΙ ΡΩΜΑΪΚΟΝ.

ΜΑ ΤΩΡΑ ΗΡΘΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΗ

ΜΠΑΙΝΕΙ Η ΓΕΙΤΩΝ ΣΤΗΝ Ο.Ν.Ε. ΚΑΙ ‘ΚΕΙ ΧΟΡΕΥΟΥΜ’ ΟΛΟΙ.

ΤΗ ΠΟΛΗ ΘΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΑΣΛΑΝΗ

ΚΑΙ ΑΣ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΟ ΑΛΑΝΙ

ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΘΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΜΕΣΩ ΤΗΣ Ο.Ν.Ε.

ΣΤΗΝ ΕΝΤΑΞΗ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΟΣ ΠΡΩΤΟΙ ΛΕΜΕ ΝΑΙ.

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΜΑΣ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΑΚΟΜΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΝΑΟ

ΠΟΡΦΥΡΑ, ΧΡΥΣΑΦΙ, ΜΟΥΣΙΚΗ,

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑ ΕΚΕΙ ΕΧΟΥΝ ΣΩΘΕΙ.

ΤΑ ΕΙΠΑΝΕ ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΝΑ ΜΟΙΑΖΟΥΝ ΞΕΚΟΜΜΕΝΑ

ΠΡΟΓΟΝΟ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΟΥΝΕ ΑΠΟΓΟΝΟ ΚΑΝΕΝΑ.

ΜΑ ΝΑ ‘Ν’ ΚΑΛΑ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΕΧΑΣΕ ΟΥΤΕ ΕΝΑ

ΚΡΑΤΗΣΕ ΤΑ ΡΩΜΑΙΪΚΑ ΚΑΙ ΖΟΥΝ ΜΕΣ’ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑ.

ΜΑΣ ΕΙΠΑΝΕ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΤΗ ΡΩΜΥΛΙΑ

ΟΠΩΣ ΤΟΥ ΛΑΜΠΡΑΚΗ ΤΟ ΛΕΝΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΝΤΟ ΑΡΧΙΖΕ ΤΟΤΕ Η ΡΩΜΑΝΙΑ

ΚΑΙ ΕΦΕΡΝΕ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ.

ΤΗΝ ΕΚΡΥΒΑΝ ΤΗ ΓΝΩΣΗ ΟΙ ΤΑΧΑ ΦΩΤΙΣΤΕΣ

ΟΠΩΣ ΤΟΥΣ ΕΙΧΑΝ ΜΑΘΕΙ ΟΙ ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΕΣ.

Ο ΓΚΜΟΧ ΤΟ ΕΙΠΕ ΓΙΑ ΤΗ ΜΠΑΛΛΑ

Η ΠΛΕΟΝ ΟΜΩΣ “ΝΟΝ” ΚΥΡΙΑ ...

ΕΙΝΑΙ ΩΣ ΓΝΩΣΤΟΝ Η ΙΣΤΟΡΙΑ.

ΠΑΡΕΧΕΤΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΙΔΕΙΑ

ΜΑ ΟΛΑ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑ ΣΩΖΕΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΤΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ ΜΗ ΤΗ ΚΛΑΙΣ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΑ ΝΑ ΣΒΗΣΕΙ

ΤΗ ΓΗΡΑΙΑ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ, ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΘΑ ΦΩΤΙΣΕΙ.

ΕΙΜΑΣΤΕ ΒΑΛΚΑΝΙΟΙ ΔΗΛΑΔΗ ΡΩΜΑΙΟΙ

ΤΟΥΤΕΣΤΙ ΑΡΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΓΝΗΣΙΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ

ΕΙΠΑΝΕ ΒΛΑΧΙΑ ΤΗΝ ΒΑΛΑΧΙΑ

ΝΑ ΞΕΧΑΣΤΕΙ ΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕ ΡΩΜΑΝΙΑ

ΒΛΑΧΟΙ ΒΑΛΛΩΝΟΙ ΚΑΙ ΟΥΑΛΛΟΙ

ΕΙΝΑΙ ΣΤΑ ΛΑΤΙΝΙΚΑ ΟΙ “ΔΥΝΑΤΟΙ”

ΟΙ ΠΟΝΤΙΟΙ ΤΟ ΛΕΓΑΝΕ ΜΑ ΠΑΕΙ ΝΑ ΞΕΧΑΣΤΕΙ

Η ΡΩΜΑΝΙΑ ΚΙ ΑΝ ΕΠΕΣΕ ΦΕΡΕΙ ΚΙ ΑΛΛΟ ΚΙ ΑΝΘΕΙ

ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΕΓΟΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΡΩΜΗΟΙ

ΤΟ ΣΒΗΣΑΝΕ ΟΙ “ΦΩΤΙΣΤΕΣ” ΤΟ “ΔΥΝΑΤΟΙ”

ΤΟ ΘΑΨΑΝΕ ΟΙ ΓΚΕΜΠΕΛΣ ΟΙ ΠΟΝΗΡΟΙ

ΝΑ ΜΗ ΤΟΛΜΑ ΚΑΝΕΝΑΣ ΜΑΣ ΝΑ ΤΟ ΠΕΙ.

ΜΑΣ ΛΕΝΕ ΠΩΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΗΜΑΣΙΑ

ΜΑ ΟΛΟΙ ΚΑΤΙ ΞΕΡΟΥΜΕ ΓΙΑ “ΤΖΑΚΙΑ” ΚΙ ΕΞΟΥΣΙΑ

ΝΑ ΠΟΥΝΕ ΤΟ “ΘΡΥΛΟ” (ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ) ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ

ΝΑ ΔΙΩΞΟΥΝ ΤΟ ΤΡΙΦΥΛΛΙ (ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ) ΝΑ ΒΑΛΟΥΝ ΒΙΟΛΕΤΙΤΣΑ

ΝΑ ‘ΛΛΑΞΟΥΝ ΤΟ ΔΙΚΕΦΑΛΟ (ΑΕΚ) ΜΕ ΠΑΣΧΑΛΙΤΣΑ

ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΚΙ Η ΑΘΗΝΑ ΚΩΛΟΠΕΤΕΙΝΙΤΣΑ

ΤΟ ΟΝΟΜΑ, ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΣΗΜΑΣΙΑ

ΣΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΜΑΣ ΛΕΝΕ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΣΙΑ

ΤΑ "ΜΑΝΕΫ" ΤΑ "ΜΑΝΕΫ" ΜΑΖΕΥΟΥΝΕ ΣΑΝ “ΜΑΝΑ”

ΚΑΙ ΤΟΝ ΛΑΟ ΤΑΪΖΟΥΝΕ ΜΠΟΜΠΟΤΑ ΚΟΥΡΑΜΑΝΑ

ΚΡΙΜΑ ΔΑΜΑΝΑΚΗ ΠΟΥ ΣΕ ΛΕΝ ΜΑΡΙΑ

ΩΣ ΓΝΩΣΤΟΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΕΣΠΟΙΝΑ, ΚΥΡΙΑ

ΑΛΛΑΞΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΣΕ ΣΟΥΛΤΑΝΑ

ΝΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΠΩΣ ΟΛΟΙ ΣΑΣ ΠΕΘΑΙΝΕΤΕ ΓΙΑ “ΜΑΝΑ”

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΕ ΑΦΟΡΙΣΕ ΤΗ ΔΑΜΑΝΑΚΗ

ΓΙΑ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΛΕΥΤΕΡΗ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΓΙΟΥΣΟΥΦΑΚΙ

ΑΔΕΛΦΙΑ ΜΗ ΒΑΡΑΤΕ ΤΟ ΕΙΠΑ ΓΙΑ ΑΣΤΕΙΟ

ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΑΡΧΕΙΟ

ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΤΟ ΜΑΡΙΑ ΣΕ ΣΟΥΛΤΑΝΑ

ΝΑ ΠΑΨΕΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΜΑΝΑ

ΑΓΑΛΜΑ ΣΟΥ ΚΑΝΑΜΕ ΔΑΜΑΝΑΚΗ

ΜΑ ΣΥ ΜΑΣ ΤΟ ΚΑΤΑΝΤΗΣΕΣ ΣΑΝ ΤΗΣ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ

ΕΔΩ ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

ΕΖΗΣΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΗ

ΕΔΩ ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

ΝΑ ΤΟ ΕΡΧΕΤΑΙ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ

ΕΔΩ ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

ΠΑΡΤΟ ΡΕ ΜΑΡΙΑ ΤΟ ΣΤΑΧΤΟΔΟΧΕΙΟ

ΕΔΩ ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

ΠΑΡΕ ΔΑΜΑΝΑΚΗ ΚΑΙ ΣΚΙΣΕ ΤΟ ΠΤΥΧΕΙΟ

ΕΔΩ ΕΙΝ’ Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ

ΠΟΥ ΠΑ’ ΝΑ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΤΩΝ “ΜΕΣΩΝ” Η ΟΥΝΙΑ

ΕΛΑ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΣΤΗ ΠΛΑΤΕΙΑ

ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΠΩΣ ΠΑΛΕΥΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

ΕΛΑ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΛΑΟ

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ

ΝΑ ΓΡΑΨΟΥΜΕ ΤΟ Χ.Ο.

ΠΩΣ ΘΑ ΣΕΒΑΣΤΟΥΜΕ ΤΟ “ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ” ,

ΑΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΠΑΨΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΟΡΑΤΟ ;

ΕΙΜ’ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟ ΣΥΖΗΤΩ,

ΤΙΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΜΟΥ ΘΑ ΨΑΛΛΩ ΣΤΟ ΝΑΟ,

ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ.

ΕΙΜ’ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟ ΣΥΖΗΤΩ,

Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΟΥ ΕΠΑΝΩ ΤΗΣ ΘΑ ΕΧΕΙ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ.

ΕΙΜ’ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟ ΣΥΖΗΤΩ,

ΤΟ ΓΑΜΟ, ΤΙΣ ΚΗΔΕΙΕΣ ΜΟΥ ΘΑ ΨΑΛΛΩ ΣΤΟ ΝΑΟ.

ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΕ, ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΕ ή ΠΑΡΑΙΤΗΣΟΥ

ή ΑΣ’ ΤΙΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΣΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΤΟΝΙΣΟΥ.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΚΑΙ Ο ΡΩΜΗΟΣ ΝΑ ΖΕΙ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ.

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΣ

Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ ΔΙΠΛΑ Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ

ΜΑΣ ΕΙΠΑΝ ΔΥΣΚΥΒΕΡΝΗΤΟ ΛΑΟ

ΚΑΙ ΑΡΧΙΣΑΝ ΤΟ ΞΗΛΩΜΑ ΑΠ’ ΤΟ ΔΕΣΠΟΤΙΚΟ

ΑΛΛΑΞΑΝ ΤΗ ΣΗΜΑΙΑ ΜΙΚΡΑΙΝΑΝ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ

ΤΟΝ ΠΕΤΑΞΑΝ ΕΠΑΝΩ ΑΠ’ ΤΟ ΚΟΝΤΟ

ΠΕΤΑΞΑΝΕ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΦΤΩΧΥΝΑΝΕ ΤΟΥΣ ΤΟΝΟΥΣ

ΝΑ ΧΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΓΟΝΟΥΣ

ΤΑΧΑΜΟΥ ΗΤΑΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΜΠΙΟΥΤΕΡΑΚΙΑ

ΜΑ ΗΡΘΕ ΠΙΑ ΤΟ “ΓΙΟΥΝΙΚΟΝΤ” ΚΑΙ ΤΕΡΜΑ ΤΑ ΚΟΛΠΑΚΙΑ

ΦΘΗΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝΕ ΠΛΕΟΝ

ΝΑ ΜΗΝ ΕΠΑΝΑΦΕΡΟΥΝΕ ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΩΝ ΝΕΩΝ

ΝΑ ΕΧΕΙ Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΠΟΙΚΙΛΙΑ ΤΟΝΩΝ ...

ΝΑ ΧΟΥΜΕ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ... ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΤΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ

Ο ΛΑΟΣ ΔΕΝ ΞΕΧΝΑ ΟΣΑ ΕΧΕΙ ΣΤΗ ΚΑΡΔΙΑ

ΨΑΧΝΕΙ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΤΑ ΖΗΤΑ

Ο ΧΕΝΡΥ ΜΑΣ ΕΙΠΕ ΔΥΣΚΥΒΕΡΝΗΤΟ ΛΑΟ

ΚΑΙ ΒΑΛΘΗΚΕ ΝΑ ΔΙΩΞΕΙ ΜΑΚΡΥΑ ΜΑΣ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ

ΚΑΠΟΙΟΙ ΤΟ ΠΑΙΖΟΥΝ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΤΕΣ

ΚΑΙ ΕΧΟΥΝ ΓΙΝΕΙ ΤΟΥ ΓΚΕΜΠΕΛΣ ΜΑΘΗΤΕΣ

ΠΑΝΤΑΓΙΑΣ, ΤΣΟΥΚΑΤΟΣ ΚΑΙ ΔΥΟ ΤΡΕΙΣ ΤΟΥ “ΣΥΝ”

ΤΟ ΠΑΙΖΟΥΝΕ ΤΡΟΜΑΡΑ ΤΟΥΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΚΑΙ “ΙΝ”

Ο ΓΚΕΜΠΕΛΣ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑ

ΝΟΜΙΖΕΙ ΟΤΙ ΡΥΘΜΙΖΕΙ ΜΟΝΆΧΟΣ ΤΑ ΜΥΑΛΑ

ΕΙΠΑΜΕ ΝΑ ΜΠΟΥΜΕ ΣΤΗΝ Ο.Ν.Ε.

ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΚΑΤΑΛΑΒΑΝ ΣΕ ΟΛΑ ΛΕΜΕ ΝΑΙ

ΔΕΝ ΕΙΣ’ Ο ΔΙΑΟΛΟΣ ΤΣΟΥΚΑΤΟ

ΕΙΣΑΙ ΚΟΜΠΙΟΥΤΕΡ ΔΙΧΩΣ “ΠΙΑΤΟ”

ΣΤΕΙΛΑΝΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΤΟΝ ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗ

ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΣΗΚΩΣΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΑΚΗ.

ΒΓΑΛΛΑΝ ΤΟΥΣ ΦΕΥΓΑΤΟΥΣ ΣΤΗ ΤΙ.ΒΙ.

ΝΑ ΕΧΟΥΝΕ ΝΑ ΛΕΝΕ ΟΡΙΣΤΕ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ.

ΧΤΥΠΗΣΕ ΜΕΤΑ ΚΑΙ Η “ΔΕΚΑΕΦΤΑ”

ΚΙ ΕΞΥΠΝΟΙ ΦΩΝΑΞΑΝ ΑΦΗΣΤΕ ΤΩΡΑ ΑΥΤΑ.

ΕΛΑ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗ

ΑΪΝΤΕ ΝΑ ΠΙΟΥΜΕ ΚΑΙ ΚΑΝΑ ΠΟΤΗΡΑΚΙ

ΝΑ ΠΙΕΙΣ ΑΠ’ ΤΟ ΑΘΑΝΑΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ

ΝΑ ΝΟΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑΤΙ ΠΕΘΑΝΑΝ ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΜΑ ΒΡΕ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙ

ΣΤΗ ΔΙΨΑ ΝΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΡΥΑΚΙ

ΕΙΝΑΙ ΛΕΕΙ ΘΕΜΑ ΚΡΑΤΙΚΟ

ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΜΑΜΟΥΧΑΛΟ ΣΚΥΦΤΟ

ΝΑ ΝΤΡΕΠΕΤΑΙ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙ ΡΑΣΟ ΚΑΙ ΠΑΠΑ

ΓΙΑ “ΦΑΡΜΑΚΑ” ΝΑ ΤΡΕΧΕΙ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗ “ΑΓΟΡΑ”

ΝΑ ΞΕΡΕΙ ΠΩΣ ΑΛΛΟΥ ΕΙΝ’ Ο “ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ”

ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΓΙ’ ΑΥΤΟ Ο “ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ”

ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΚΑΙ ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ

ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΞΕΧΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΠΟΥ ΤΟΥΣ ΔΕΡΝΕΙ

ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΚΑΙ ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ

ΣΑΝ ΤΟ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ ΠΟΥ ΠΑΝΤΑ ΤΟΥΣ ΤΗ ΦΕΡΝΕΙ

ΤΟ ΕΙΠΕ Ο ΠΑΪΣΙΟΣ ΤΟ ΛΕΕΙ Ο ΧΡΗΣΜΟΣ

ΟΡΓΩΝΕΙ Ο ΔΙΑΟΛΟΣ ΚΑΙ ΣΠΕΡΝΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ

ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΙΕΡΟΣ

ΤΗ “ΔΕΚΑΕΦΤΑ” ΘΑ ΣΒΗΣΕΙ Ο ΛΑΟΣ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΆ Η ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΙΩΜΑ ΜΑΣ

ΚΑΙ ΜΑΣ ΠΛΗΤΤΕΙ Η “ΔΕΚΑΕΦΤΑ” ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ

ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΝ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙ ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΟΥΝ

ΟΙ ΓΙΟΙ ΜΑΣ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΟΥΝ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΆ Η ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΜΟΝΟ ΝΑ ΠΕΙ

ΟΠΟΙΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΕΧΕΙ ΛΕΥΤΕΡΩΘΕΙ

ΠΟΥ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΟΥΝ ΟΙ ΕΞΥΠΝΟΙ ΓΡΑΦΙΑΔΕΣ

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΠΟΥ ΖΟΥΝΕ ΟΙ ΓΙΑΓΙΑΔΕΣ

ΑΝΕΣΤΗ ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΙ ΕΣΒΗΣΕ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ.

ΣΤΟ Χ.Ο. ΜΑΖΙ ΚΑΙ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗ ΓΗ

ΦΩΤΙΖΕΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ, ΔΥΣΗ ΚΙ’ ΑΝΑΤΟΛΗ.

ΜΕΘ’ ΗΜΩΝ Ο ΘΕΟΣ ΓΝΩΤΕ ΕΘΝΗ ΚΑΙ ΗΤΤΑΣΘΕ·

ΕΠΑΚΟΥΣΑΤΕ ΕΩΣ ΕΣΧΑΤΟΥ ΤΗΣ ΓΗΣ·

ΙΣΧΥΚΟΤΕΣ ΗΤΤΑΣΘΕ.

ΕΑΝ ΓΑΡ ΠΑΛΙΝ ΙΣΧΥΣΗΤΕ, ΚΑΙ ΠΑΛΙΝ ΗΤΤΗΘΗΣΕΣΘΕ.

ΚΑΙ ΗΝ ΑΝ ΒΟΥΛΗΝ ΒΟΥΛΕΥΣΗΣΘΕ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΕΙ ΚΥΡΙΟΣ·

ΚΑΙ ΛΟΓΟΝ ΟΝ ΕΑΝ ΛΑΛΗΣΗΤΕ, ΟΥ ΜΗ ΕΜΜΕΙΝΗ ΕΝ ΥΜΙΝ,

ΟΤΙ ΜΕΘ’ ΗΜΩΝ Ο ΘΕΟΣ

Ιούνιος 2000

 

 

 

ΑΓΓΕΛΟΙ και ΣΑΤΑΝΑΔΕΣ

 

 

« Το πρόβλημα με την Ελλάδα, σύμφωνα με τη Σμιθ, είναι ότι στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο Ελλάδες. Η μία είναι δυτική, σύγχρονη, ανοικτή, αναδιαρθρωμένη, ανταγωνιστική και διεθνής, η άλλη Ελλάδα είναι ανατολική, παραδοσιακή, παρωχημένη, έχει φοβίες, είναι απαίδευτη και είναι εσωστρεφής.

"Ευτυχώς που η χώρα βρίσκεται στα χέρια των πρώτων", λέει η Σμιθ, αλλά δυστυχώς πρόκειται "για μία μειοψηφία αγγέλων σε μια θάλασσα σατανάδων", ενώ "το πολιτικό φάσμα αποτελείται από μέλη της άλλης Ελλάδας".»

Η εν λόγω δημοσιογράφος επίσης σχολιάζει: « Γράφω το κομμάτι με βαριά καρδιά. Δεν είμαι ανθέλληνας αλλά γνωρίζω ότι ως τέτοια θα θεωρηθώ μόλις δημοσιευθεί. Έχω ζήσει και εργαστεί ως δημοσιογράφος 14 χρόνια στην Ελλάδα και ξέρω ότι είναι μαγικός τόπος με μαγικούς ανθρώπους. Όμως, αυτά που συμβαίνουν με τις ταυτότητες θα έκαναν τα κόκκαλα του Περικλή να τρίζουν στο μνήμα του.»

Η επίκληση του τριγμού των οστών του Περικλή μάλλον γίνεται, για να ενεργοποιηθούν τα "δημοκρατικά" αντανακλαστικά των αναγνωστών. Αλλά τα όποια υπολείμματα του σώματος του ενδόξου αρχαίου ημών προγόνου όντως τρίζουν από την καπηλεία και το καπέλωμα της έννοιας "Δημοκρατία" που γίνεται από τους εν Εσπερία δικαιωματοκάπηλους, και τα καθ’ ημάς παπαγαλάκια τους, τους κατά Σμίθ "αγγέλους".

Η κυρία Σμίθ ομολογεί ότι οι κατ’ αυτήν "άγγελοι" εν Ελλάδι είναι μια μικρή μειοψηφία -σύμφωνα με τα κυβερνητικά γκάλοπ το 9% (το 9% προτιμάει να είναι κυρίαρχη η ευρωπαϊκή πολιτισμική επιρροή, το 41,4% η ελληνορθόδοξη παράδοση και το 45,3% ένας συνδυασμός και των δύο· εφ. "ΤΟ ΒΗΜΑ", 2 Ιουλίου 2000)- η οποία, όμως, "ευτυχώς" έχει τη χώρα στα χέρια της αν και "το πολιτικό φάσμα αποτελείται από μέλη της άλλης Ελλάδας" τους κατά Σμίθ "σατανάδες". Και με το δίκαιο τους, λοιπόν, να "ζορίζονται" τα οστά του Περικλέους, όταν βλέπει στην πατρίδα του οι ελάχιστοι ΜΜΕσοπρόβλητοι να σέρνουν απ’ τη μύτη -ή μάλλον από την τσέπη- τους πολλούς.

Στην Ευρώπη και την Αμερική τείνει να κυριαρχήσει η λογική του uniform: "αν δεν δηλώνεις την ιδαιτερότητά σου, τότε και μόνο τότε μπορείς να τη διασώζεις". Αν δεν αντισταθεί στην ισοπεδωτική αυτή λογική η ευαίσθητη περί την ελευθερία Ελλάς ποιός θα φωνάξει; Τόσο μελάνι κι έρμο αίμα έχει χυθεί για αυτήν την περιβόητη ελευθερία της έκφρασης και τώρα θα πρέπει να κρυβόμαστε οι όποιοι διαφορετικοί, για να εξασφαλίζουμε την μη καταπίεσή μας; Μη ξεχνάμε ότι σαν ορθόδοξοι στην ΟΝΕ και, ακόμη περισσότερο, στο μεγάλο παγκόσμιο χωριό είμαστε μειοψηφία.

Οι "άγγελοι", μετά τα συλλαλητήρια του Ιουνίου του 2000, δήλωναν ότι συμμετείχαν σε αυτά 75.000 και 140.0000 "σατανάδες" τύπου religiosus antiAndroulakious ενώ η φιλάγγελος κυρία Σμίθ αποκαλύπτει ότι: « Τον Ιούνιο περισσότεροι από 1 εκατομ. άνθρωποι συγκεντρώθηκαν ως κοπάδι πρόβατα να ακούσουν τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο ...» (εδώ έχουμε μετάλλαξη των "σατανάδων" σε πρόβατα -ύβρις να ’ναι κι ό,τι να ’ναι).

Κατεξοχήν παράδειγμα "αγαθού" αγγέλου ο κύριος Πανταγιάς -σύμβουλος Τύπου του κ. Σημίτη- σε συνέντευξή του στο ΕΨΙΛΟΝ της "ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗΣ" μεταξύ των άλλων λέει για τον Πρωθυπουργό: "Ο Κώστας Σημίτης δεν είναι γόης, δεν είναι ρήτορας, δεν είναι χειμαρρώδης, εκρηκτικός. Δεν συνεπαίρνει με το πάθος του. ...". Σε άλλο σημείο απαντώντας στην ερώτηση: "Και τι είχε ο Ανδρέας που δεν έχει ο Σημίτης;" Απαντά: "Πάθη, με όλη τη σημασία της λέξης." Αναφερόμενος δε στον εαυτό του ομολογεί με "αγγελική" "αγαθότητα": "Τέλος, ναι, είμαι συγκρουσιακός. Πολλές φορές συνειδητοποιώ ότι βάζω παραπάνω πάθος στις απόψεις μου. Ομως, αν λείψει το πάθος, τι μένει; Ο ξενέρωτος κυνισμός! Είμαι συγκρουσιακός, λοιπόν, γιατί δεν είμαι ουδέτερος. ...".

Επίσης υποστηρίζει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν είναι καθεστώς επειδή η κυβέρνηση τόλμησε τη σύγκρουση για τις ταυτότητες. "Η πρόσφατη σύγκρουση για τις ταυτότητες έδειξε ποιοι εκπροσωπούν κατεστημένες λογικές και ποιοι έχουν το θάρρος της ρήξης. Αντίθετα, ένα καθεστώς δεν ασπάζεται το νέο, αναπαράγει απλώς το υπάρχον". Δηλαδή, δεν είναι ο Αρχιεπίσκοπος που προκάλεσε τη ρήξη -με τις όποιες επικίνδυνες διχαστικές συνέπειες- αλλά κάποιοι "άγγελοι" από το ΠΑΣΟΚ ή μάλλον κάποιοι "άγγελοι" περί τον Πρωθυπουργό· πιθανόν για να αποδείξουν ότι το κόμμα που ελέγχουν, αυτό τον καιρό, είναι ακόμη αριστερό, δεν εκπροσωπεί κατεστημένες λογικές, δεν αναπαράγει απλώς το υπάρχον, και άρα δεν είναι καθεστώς αφού "τολμάει" να τα βάλει με τον Αρχιεπίσκοπο, του οποίου παρεμπιπτόντως τους εκνεύριζε η δημοτικότητα. Ο κύριος "σύμβουλος Τύπου" λοιπόν σαν πλέον αρμόδιος μας εξηγεί λακωνικά γιατί επήλθε η ρήξη καί, μάλιστα, γιατί πήρε τέτοιο έντονα συγκρουσιακό χαρακτήρα.

Έχει κάποιο δίκιο η κυρία Σμίθ να μιλάει για δύο Ελλάδες, αλλά συνήθως τα πράγματα δεν είναι τόσο καθαρά. Μάλλον πιο κοντά στη νεοελληνική πραγματικότητα είναι η άποψη του Λουί ντε Μπερνιέ ο οποίος δεν μιλάει για δύο Ελλάδες αλλά για δύο χαρακτήρες που κουβαλάει μέσα του κάθε Έλληνας. Και σε αυτήν όμως την περίπτωση είναι εντυπωσιακή η κατασυκοφάντηση, η σατανοποίηση του Ρωμηού. Το μόνο που κατάλαβε σωστά είναι ότι στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια λογικοκρατούμενη προσωπικότητα ενώ στην περίπτωση του Ρωμηού κυρίαρχη θέση κατέχει η καρδιά. Γράφει για μας τους Έλληνες, λοιπόν, ο συγγραφέας του βιβλίου, "Το Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι": « Πρώτα, λοιπόν, θα σου πω για τον Έλληνα. Ο Έλληνας έχει μια αρετή που τη λέμε "σωφροσύνη". Αποφεύγει τις υπερβολές, ξέρει τα όριά του, καταπνίγει τη βιαιότητα μέσα του, αναζητά την αρμονία και καλλιεργεί την αίσθηση του μέτρου. Πιστεύει στη λογική κι είναι ο πνευματικός κληρονόμος του Πλάτωνα και του Πυθαγόρα. Οι Έλληνες αυτοί τρέφουν μια καχυποψία απέναντι στον ίδιο τους τον αυθορμητισμό και στην αγάπη τους για τις αλλαγές που γίνονται απλά και μόνο για χάρη των αλλαγών. Γι’ αυτό κι ασκούνται στην αυτοπειθαρχία, έτσι ώστε ν’ αποφύγουν τα παρορμητικά παραστρατήματα και την απώλεια του ελέγχου. Αγαπούν τη μόρφωση αυτή καθαυτή, δεν υπολογίζουν τη δύναμη και το χρήμα ως μέτρο της αξίας ενός ανθρώπου, τηρούν ευσυνείδητα τους νόμους, έχουν την υποψία ότι η Αθήνα είναι το μόνο σπουδαίο μέρος στον κόσμο, αντιπαθούν τους ατιμωτικούς συμβιβασμούς και θεωρούν τους εαυτούς τους ουσιαστικά Ευρωπαίους. Αυτά όλα οφείλονται στο αίμα των αρχαίων προγόνων μας που εξακολουθεί να κυλάει στις φλέβες μας". Ο γιατρός σταμάτησε, τράβηξε μια ρουφηξιά καπνό από την πίπα του κι ύστερα συνέχισε: "Χέρι χέρι, ωστόσο, με τον Έλληνα βαδίζει κι ο Ρωμιός. Θα μου επιτρέψεις να σου υπογραμμίσω, λοχαγέ, ότι αυτή η λέξη σήμαινε καταρχήν "Ρωμαίος" και αντιπροσωπεύει τις ιδιότητες εκείνες που μας μπόλιασαν οι δικοί σας πρόγονοι οι οποίοι δεν πραγματοποίησαν καμιά απολύτως τεχνολογική πρόοδο κατά τη διάρκεια των αιώνων της κυριαρχίας τους και σκλάβωσαν έθνη ολόκληρα, αδιαφορώντας εντελώς για τα ήθη και την ηθική τους. Οι Ρωμιοί είναι άνθρωποι που μοιάζουν με τους δικούς σας φασίστες, κι έτσι μάλλον θα πρέπει να νοιώθεις οικειότητα μαζί τους, αν και μου φαίνεται ότι εσύ ειδικά δε συμμερίζεσαι καμιά από τις κακίες και τις διαστροφές τους.

Οι Ρωμιοί είναι τυχοδιώκτες, κυνηγούν τη δύναμη και το χρήμα, δεν διαθέτουν λογική, μια και στηρίζουν τις αποφάσεις τους στην παρόρμηση και στο ένστικτο, κι έτσι τα κάνουν όλα θάλασσα. Δεν πληρώνουν φόρους και υπακούουν τους νόμους μόνο όταν δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Αντιμετωπίζουν τη μόρφωση σαν έναν τρόπο κοινωνικής ανόδου, συμβιβάζονται πάντοτε για το συμφέρον τους ξεπουλώντας τα ιδανικά τους, τους αρέσει να μεθάνε, να χορεύουν, να τραγουδάνε και να σπάνε μπουκάλια ο ένας στο κεφάλι του άλλου. Είναι τόσο αδίστακτοι, τόσο βάναυσοι, που δεν μπορώ να σου τους περιγράψω παρά μονάχα παρομοιάζοντάς τους με τους δικούς σας που έριξαν πολεμικά δηλητηριώδη αέρια στους ιθαγενείς της Αιθιοπίας και βομβάρδισαν τις παράγκες του Ερυθρού Σταυρού σε εμπόλεμη περιοχή. Το μοναδικό κοινό σημείο ανάμεσα στους Ρωμιούς και τους Έλληνες είναι ο "πατριωτισμός" τους. Δίνουν και οι δυο με χαρά τη ζωή τους για την Ελλάδα. Οι Έλληνες, όμως, θα πολεμήσουν τίμια κι ανθρώπινα ενώ οι Ρωμιοί θα καταφύγουν σε κάθε δόλιο μέσο και σε κάθε βαρβαρότητα, θυσιάζοντας δίχως δεύτερη σκέψη τις ζωές των αντρών τους, όπως κάνει κι ο δικός σας ο Μουσολίνι. Στην ουσία λογαριάζουν τη δόξα τους μετρώντας πόσους έχουν ξαποστείλει στο θάνατο. Και μια νίκη αναίμακτη είναι γι αυτούς απογοήτευση".

... Ο γιατρός έσκυψε μπροστά και κούνησε μ’ επιμονή και σιγουριά το δάχτυλό του. "... την ίδια σκοτεινή πλευρά την έχω κι εγώ. Δεν την είδες ποτέ σου, αλλά την έχω".» Πολύ σωστά επισημαίνει ο Άγγλος αυτός με το γαλλικό όνομα που έζησε και στην Κολομβία, ότι στην Ελλάδα είναι πολύ "ανεβασμένος" ο δείκτης της κατά κεφαλήν "μαγκιάς". Κάθε ελληνοπαιδευμένος θνητός κουβαλάει μέσα του τον Οδυσσέα, τον Αχιλλέα, το Λεωνίδα, τον Εφιάλτη, και μύριους άλλους ... Η ανάγκη του, όμως, να στριμώξει κάτω από την ετικέτα του "Έλληνα" όλα τα κατ’ αυτόν αγαθά στοιχεία της προσωπικότητας και κάτω από το "Ρωμιός" όλα τα σιχαμερά και τιποτένια δείχνει απλώς ότι όντας γνήσιο πνευματικό τέκνο του αγράμματου πρωτόγονου προγόνου του, του Καρλομάγνου των Φράγκων, συνεχίζει το έργο εκείνου που ξεκίνησε τη μεγαλύτερη επιχείρηση πολιτισμοκάθαρσης που γνώρισε η Ευρώπη. Ο Κάρολος και το επιτελείο του εργάστηκαν φιλότιμα, για να θέσουν τις βάσεις μιας αντιρωμαίϊκης κουλτούρας. Το μόνο που ήξερε ήταν να μισεί και να κατασυκοφαντεί οτιδήποτε ρωμαίΐκο και αυτό του το χαρακτηριστικό το κληρονόμησε στους ντόπιους και ξένους "κλώνους" του. Μπορεί οι αντίπαλοι να αλλάζουν -ο ένας μετά τον άλλο γονατίζουν- αλλά μέχρι σήμερα αυτός ο αντιπολιτισμός διατηρεί ακόμη αυτό το πρωταρχικό του χαρακτηριστικό, χρειάζεται οπωσδήποτε κάποιον αντίπαλο.

Γεμάτη λοιπόν Ρωμηούς - σατανάδες η ευρωπαία Ελλάς! Θεοσκότεινη εικόνα ικανή να τρομάξει και τον πιο ψύχραιμο Ευρωπαίο. Ας δούμε, όμως, τί λέει επί του θέματος και ο Φαλμεράγιερ, ο "ψυχρός" εκείνος, "ανθέλλην", Βαυαρός "προπαγανδιστής". Γράφει ο σλαβολόγος θεσσαλονικιός καθηγητής Φαίδων Μαλιγκούδης: « Η παραμονή του (Φαλμεράγιερ) στην Αθήνα του Όθωνα παρακίνησε όμως τον παρεξηγημένο αυτόν ταξιδιώτη από τη χώρα των Τευτόνων και σε μία παρατήρηση, η οποία συμπυκνώνει με μοναδικό τρόπο την ουσιώδη διαφορά της καθ’ ημάς Ανατολής -που τη χαρακτηρίζει το πνεύμα της Ορθόδοξης Οικονομίας ακόμη και στις κοσμικές της εκφάνσεις, της ανεκτικότητας αλλά και της ελευθερίας από ιδεολογικά δεσμά- από τη ρωμαϊκή-τευτονική Εσπερία της αυστηρής προσήλωσης στο δόγμα και στην ιδεολογία. Είναι η παρατήρηση εκείνη του Φαλμεράγιερ ότι, τελικά, ο θερμόαιμος Νεοέλληνας είναι έτοιμος να ακούσει το συνομιλητή του και, σε αντίθεση με το διανοούμενο από τον ψυχρό Βορρά, να βάλει νερό στο κρασί του και, γιατί όχι, να προσχωρήσει στη γνώμη του συνομιλητή του.

Παρατήρηση, η οποία -για να χρησιμοποιήσουμε μόνον ένα ιστορικό παράδειγμα- μας θυμίζει το πνεύμα του αμοιβαίου σεβασμού που χαρακτηρίζει τους θεολογικούς διαλόγους των Βυζαντινών μας προγόνων με τους σοφούς του Ισλάμ, πριν προλάβει η Δύση να μεταφυτεύσει, δια πυρός και σιδήρου, με τις Σταυροφορίες τη θρησκευτική μισαλλοδοξία και το φανατισμό στο χώρο της καθ’ ημάς Ανατολής ...

Θα υπογραμμίσουμε την ευστοχία που χαρακτηρίζει την περιγραφή του Φαλμεράγιερ, όταν αναφέρεται στο spiritus loci, το επιχώριο πνεύμα που χαρακτηρίζει τη νοοτροπία των κατοίκων της γενέθλιας πόλης μας (Θεσσαλονίκης). Είναι το πνεύμα της αρμονικής συμβίωσης των διαφορετικών, γλωσσικών και θρησκευτικών, κοινοτήτων που θα χαρακτηρίζει την πόλη του Αγίου Δημητρίου για μια σειρά από αιώνες, από τους μέσους βυζαντινούς χρόνους μέχρι τη γενιά των πατέρων μας, μέχρι το Φεβρουάριο του 1943, όταν θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν βίαια τη Θεσσαλονίκη οι Εβραίοι συμπολίτες μας.»

Τελικά, το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν δύο Ελλάδες, αλλά ότι πολλοί ευρωπαιοδίαιτοι διανοούμενοι σαν την κυρία Σμίθ δεν μπορούν να καταλάβουν αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα. Κάτι άλλο υπάρχει εδώ, κάτι μυστικό που επιτρέπει στον Έλληνα να είναι το συναμφότερον. Κάτι που δεν μας αφήνει να "προσγειωθούμε" στην σκληρή, ψυχρή, ξενέρωτη πραγματικότητα του "μη μύθου", του "μη ονείρου". « ... Όταν λες σε μια ολόκληρη κοινωνία "κάνε θυσίες για να μπεις στην ΟΝΕ και να γίνεις Ευρωπαίος", πώς να το εκλάβει; Ότι θα κουραστεί για να γίνει ... γερμανός υπάλληλος που πηγαίνει για ύπνο στις 9.30 αφού δει την καθημερινή ταινία των 7.30, όπως συμβαίνει στην υπόλοιπη και μίζερη Ευρώπη; Οχι βέβαια! Η φαντασίωση κάθε υγιώς σκεπτόμενου συμπατριώτη μας είναι ότι η Ελλάδα θα γίνει κάτι σαν Καραϊβική ή Μαϊάμι της Μεσογείου (και βάλε) και ότι θα βρίσκεται τρεις μήνες το καλοκαίρι σε μια πισίνα κάνοντας μαγκιές και μπίζνες απ’ το Internet! Ενώ συγχρόνως θα αναφωνεί "μπράβο Χριστόδουλε, καλά τα λες, εμείς δεν θα ξεπουληθούμε ποτέ!".

Ναι, είναι αλήθεια ότι ως λαό δεν θα μας πιάσουν ποτέ οι κοινοτικές "προδιαγραφές". Είμαστε θεότρελλοι, αλλά τουλάχιστον όχι βαρετοί.» . Είμαστε ταυτόχρονα και άγγελοι και σατανάδες. Δυνάμει άγγελοι, δυνάμει σατανάδες, ή καλύτερα, δυνάμει θεοί! Εκσυγχρονιζόμενοι, όμως, υπέρ το μέτρον και άγαρμπα « κατασκευάζουμε έναν κόσμο αφηρημένο, απάνθρωπο, με τις στάχτες ενός απατηλού υλισμού ... Αν οι άνθρωποι πάψουν να πιστεύουν πως κάποια μέρα θα γίνουν θεοί, τότε, δεν θα ξεπεράσουν ποτέ το στάδιο του σκουληκιού ...

Η Ελλάδα δεν είναι μια μικρή χώρα, έχει μια εντυπωσιακή απεραντοσύνη. Κανείς τόπος, από όσους επισκέφθηκα, δεν μου έδωσε μια παρόμοια εντύπωση μεγαλείου ... Η Ελλάδα είναι ατέλειωτα ευρύτερη από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Θα μπορούσε να καταβροχθίσει χωρίς κόπο τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη μαζί ... Στην Ελλάδα, έχει κανείς την πεποίθηση πως η μεγαλοφυΐα κι όχι η μετριότητα είναι ο κανόνας ... Το έργο της μεγαλοφυΐας είναι να εμποδίσει τον θάνατο του θαύματος να ζει συνεχώς μέσα στο θαύμα, να το κάνει το θαύμα όλο και πιο θαυματουργό, να μη δηλώνει υποταγή σε τίποτε, παρά να ζει θαυματουργά, να σκέφτεται, να πεθαίνει μέσα στο θαύμα ... Απ’ όπου κι αν την είδα, η Ελλάδα παρουσιάστηκε σ’ εμένα, ως το κέντρο του σύμπαντος, ο τόπος της ιδανικής συνάντησης του ανθρώπου με τον άνθρωπο, με τον Θεό παρόντα ... Αυτό που η Ελλάδα είχε κάνει για μένα, η Νέα Υόρκη, τι λέω, ολόκληρη η Αμερική, δεν θα μπορούσε ποτέ να καταστρέψει. Η Ελλάδα με είχε μετατρέψει σε ένα ον ελεύθερο και ακέραιο ... Αγαπώ αυτούς τους ανθρώπους, τους λατρεύω όλους, γιατί μου αποκάλυψαν τις αληθινές διαστάσεις του ανθρωπίνου όντος...»

Εν ολίγοις, οι εκσυγχρονιστές του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, από τον 19ο αιώνα, προκειμένου να καταλάβουν και να διατηρήσουν την εξουσία έθαψαν το Ρωμηός και το Ρούμελη, με αποτέλεσμα να αφήσουν τους εκτός Πελλοπονήσου και Στερεάς Ελλάδος, Ρωμηούς (δίγλωσσους) εκτεθιμένους στις ορέξεις κάθε ξένης προπαγάνδας. Έπρεπε να βρεθεί τρόπος η μικρή μειοψηφία των εκσυγχρονιστών να κυβερνάει το μεγάλο πλήθος των παραδοσιακών και καταλυτικό ρόλο έπαιξε το αρχαιοελληνικό ιδεολόγημα.

Διονύσης Παπαχριστοδούλου

ΔΙΑΦΟΡΑ …

ΚΟΙΝΩΣ "ΛΑΤΡΕΙΑ ΜΟΥ"

Λατρεία του τύπου ή προτεραιότητα της ουσίας; Ο "τύπος" διακηρύττει με κάθε ευκαιρία: "δέν με ενδιαφέρει ο τύπος, η ουσία είναι που μετράει".

Έστω ότι κάποιος μεγαλομεγιστάνας, επιχώριος ή αλλοεθνής, θέλει να κάνει και κάποιους άλλους κοινωνούς των αγαθών του. Λέει λοιπόν ο "χ", "ψ", άρχων της διαπλοκής στους τυχαίους τυχερούς παρευρισκόμενους: "όποιος περπατήσει πέντε μέτρα με τα χέρια θα πάρει ένα δίς ...". Τί θα πει ο μικροεπενδυτής; "μέ προσβάλλουν οι όροι ... θίγεται η προσωπικότης μου". "Και πέντε και δεκαπέντε μέτρα άμα θέλεις", "καί με το ένα χέρι, και με τα δάκτυλα, αν προτιμάς, εκεί θα κολλήσουμε ... ένα δίς είναι αυτό". Η ουσία λοιπόν είναι ο "παράς", το όφελος, το κέρδος. Το κέρδος, όμως, που εξαρτάται από τις βουλές "κάποιου". Την ουσία τη διαχειρίζεται "τίς". Δεν είναι ζήτημα απρόσωπων νόμων. Αν "αυτός" θελήσει, πλουτίζεις εφόσον, όμως, παίξεις σύμφωνα με τους όρους που θέτει "αυτός". Αν κάποιος τρίτος ακούσει την παραπάνω συζήτηση και περπατήσει είκοσι μέτρα με το ένα χέρι, με δικιά του πρωτοβουλία, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του "έχοντος", τσάμπα γυμναστική κάνει. Η πράξη του από μόνη της δεν είναι ικανή να του εξασφαλίσει ούτε μίαν μεταλλικήν δραχμήν.

Η ουσία είναι ότι εγώ θέλω να πετάξω. Μπορείς; Δεν μπορείς. Δεν διαθέτει το θνητό σαρκίον μας φτερά. Αδύνατη η πτήση. Αν όμως αγοράσεις ένα εισιτήριο της Ολυμπιακής ή όποιου άλλου διεθνούς αερομεταφορέα, η πτήση στα κάμποσες χιλιάδες πόδια είναι γεγονός. Πετάς επειδή κρατούσες στα χέρια σου ένα χαρτί. "Παρακαλούνται οι επιβάτες της πτήσεως τάδε για εκεί να προσέλθουν στον έλεγχο των εισιτηρίων". Πετάς σε δέκα λεπτά χάρη σε ένα χαρτάκι. Πάρε όσα χαρτάκια θέλεις, αρίστης ποιότητος, δεν πρόκειται να απογειωθείς. Μόνο αν χρησιμοποιήσεις τον τύπο στο σωστό τόπο, με τον κατάλληλο τρόπο, μόνο δηλαδή αν ενταχθείς στο συγκεκριμένο σύστημα, θα δείς αποτέλεσμα.

Έχεις ένα βιβλιάριο τραπεζικού λογαριασμού ταμιευτηρίου ή όψεως που αναγράφει κεφάλαιον ένα δίς. Είσαι πλούσιος αλλά μπορεί να πεθάνεις από πείνα. Είσαι πλούσιος μόνο αν τηρήσεις τους όρους του συστήματος. Αν πάς σε Τράπεζα και κάνεις ανάληψη. Μόνο τότε θα γεμίσουν οι τσέπες σου λεφτά. "Μά μου φαίνεται παράλογο". "Να κάθομαι στην ουρά, δεν θέλω. "Με ποιό δικαίωμα ο ταμίας μου ζητά να πιστοποιήσω ότι είμαι ο δικαιούχος;" "Δεν πρόκειται να μπώ σε τέτοια διαδικασία. Με θίγει. Το θεωρώ παράλογο. Ανόητο. Δεν καταλαβαίνω το νόημα. Με ενδιαφέρει η ουσία. Είμαι πλούσιος. Έχω ένα δίς". "Θα μου πει εμένα δείξε μου ταυτότητα; Ποτέ!" Ποτέ δεν πρόκειται να δείς το δίς. Πάμπλουτος θα πεθάνεις της πείνας. Το βιβλιάριο θα γράφει ότι κατέχεις ένα δίς, αλλά η τσέπη σου θα παραμένει άδεια, εφόσον δεν δέχεσαι να υπακούσεις στους όρους που θέτει το τραπεζικό σύστημα.

Λατρεία του τύπου ή προτεραιότητα της ουσίας; Ο Θεός είναι άκτιστος. Όλα τα άλλα είναι κτίσματα. Χάσμα μέγα. Ουδεμία δυνατότης σχέσεως. Τα κτίσματα "τούμπες να κάνουν" δεν πρόκειται να φτάσουν στον Κτίστη τους. Εκτός και αν τους το ζητήσει Αυτός. Ο Ών, ο Έχων. Σού λέει, κάνε αυτό και εκείνο και θα σού δώσω Χάρισμα. Τη θεία Χάρη. Θα σού δώσω "τηλεόραση" και τότε "εν τω φωτί όντας θα δείς φώς". Το μάτι δεν μπορεί να δει από μόνο του όσο αετήσιο και αν είναι. Χρειάζονται τα φωτόνια για να διεγερθούν τα ραβδία και τα κωνία του αμφιβληστροειδή. Εν τω φωτί ευρισκόμενοι ορώμεν. Δεν μπορεί το κτίσμα να φτάσει τον Κτίστη του, εκτός αν υπακούσει στους όρους που θέτει Αυτός.

Τύπος και ουσία. Η ουσία είναι ότι αν δεν υπακούσεις στον τύπο που ορίζει ο Έχων θα ζείς φτωχός και θα πεθάνεις. Η Ζωή της Εκκλησίας περνάει στους θνητούς με μια αντίστοιχη διαδικασία. Πολλά αυτά που ξενίζουν τον καθημερινό επενδυτή του βίου. Μετάνοια, νηστείες, αγρυπνίες, προσευχές, Μυστήρια, ταπείνωση, υπακοή, κάνε αυτό, μη κάνεις τ’ άλλο, άλλου κόσμου λογική. Ανοιχτομάτης, ευρεθής σε νησί που όλοι οι κάτοικοί του ήσαν εκ γενετής τυφλοί, χαρακτηρίστηκε "τρελός" από τους γηγενείς όταν προσπάθησε να τους πείσει ότι, αν ακολουθήσουν τη σωστή αγωγή δύνανται να ξεστραβωθούν υπακούοντας στον Γιατρό-Σωτήρα, αρνούμενοι τα "εγώ" της τύφλας τους. "Εγώ θέλω να νηστεύω κάθε Τρίτη και Πέμπτη". "Εγώ προτιμώ να εξομολογούμαι στην εικόνα". "Εγώ πιστεύω στο Χριστό αλλά δεν θεωρώ απαραίτητο να κάνω αυτά που λέει η Εκκλησία". "Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει" από την κενή φιάλη του υπερφίαλου "εγώ".

Ο τύπος υπάρχει επειδή έτσι θέλησε "Εκείνος". Ο τύπος που όρισε Εκείνος που είναι το Αρχέτυπο, γίνεται φορέας ζωής. Η ουσία είναι ότι όλα εξαρτώνται από "Εκείνον" που διαθέτει και ουσία και ενέργεια, και ζωογονεί τον κόσμο όλο. Τήρηση του τύπου και λατρεία Εκείνου. Προτεραιότητα Εκείνου που όρισε τον τύπο ως φορέα της ουσίας, δηλαδή, της άκτιστης ενέργειας Του. Η υπακοή στο θέλημά Του εξασφαλίζει την απόκτηση του Χαρίσματος. Αυτός έχει, Αυτός ορίζει, Αυτός καθορίζει τους όρους. Μόνο μέσα στον κατάλληλο χώρο (Εκκλησία) η συγκεκριμένη πράξη, η τήρηση του όποιου τύπου είναι δυνατό να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα (τή θεία Χάρη, τη θεραπεία). Μόνο επειδή κάνω ότι κάνω επειδή έτσι το θέλησε Εκείνος που δίνει το Δώρο. Όσα μέτρα και να περπατάω με τα χέρια, αν δεν υπάρχει ο Έχων να το θέσει ως όρο πλουτισμού, μηδέν το κέρδος μου θα είναι. Όσα χαρτάκια και αν έχω, αν δεν είναι εισιτήρια αεροπορικής εταιρίας και δεν πάω στον κατάλληλο χώρο (αεροδρόμιο) προσγειωμένος θα ’μαι. Γεμάτο βιβλιάριο καταθέσεων χωρίς ταμία και μία Μπάνκα, money ποτέ δεν θα μου δώσει. Τήρηση του τύπου μέν, λατρεία δε του Αρχέτυπου που είναι ο Χριστός.

Λατρεία. Αν ανοίξουμε τα ετυμολογικά μας λεξικά θα ξαφνιαστούμε. "Λατρεία, η εργασία επί μισθώ". Η δουλειά που γίνεται προκειμένου να κερδίσει κάποιος τον μισθό του. Στο χώρο τον θρησκευτικό απλώς αλλάζει ο μισθωτής. Εκτελώ τα θρησκευτικά μου καθήκοντα και περιμένω από κάποιον δίκαιο κριτή μισθό. Λατρεία, λοιπόν, οι θρησκευτικές τελετές δευτερογενώς. Η Εκκλησία του Χριστού καταδέχτηκε να χρησιμοποιήσει τις μεθόδους των θρησκειών από φιλανθρωπία. Βάση όλων των θρησκειών ο φόβος του θανάτου. Ο Χριστός ήρθε, για να καταργήσει το θάνατο. "Θανάτω θάνατον πατήσας", απάλλαξε τους θνητούς από την ανάγκη του "θρησκεύειν". Ήρθε ο καιρός που υποσχέθηκε στην Σαμαρείτισσα, όταν εκείνη Τον ρώτησε που είναι σωστό να λατρεύεται ο Θεός, στο Ναό του Σολομώντα ή στο όρος Γαριζείν όπως συνήθιζαν οι Σαμαρείτες· "αλλά έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσιν τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία· και γαρ ο πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν. Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν". Η Εκκλησία Του αποτελούμενη από "δούλους", "μισθωτούς" και "υιούς" φιλάνθρωπα υιοθέτησε και τις μεθόδους της "χοντροειδούς και υλικής" λατρείας για τις δύο πρώτες κατηγορίες των πιστών Της. Για τους "υιούς" η νοερά λατρεία, η αδιάλειπτη καρδιακή προσευχή, μέσα στο Ναό του Αγίου Πνεύματος που είναι το σώμα το θνητό· και για όσους δεν διαθέτουν καρδιακή αίσθηση, "δούλους" και "μισθωτούς", η υλωδεστέρα λατρεία των ακολουθιών εν τω Ναώ. Υιοθέτησε της μεθόδους της θρησκείας η Εκκλησία και με τη Λατρεία της κόβει ώρες από το εικοσιτετράωρο και μπολιάζει το χρόνο με αιωνιότητα. Ποτέ, όμως, δεν ξεχάστηκε η κραυγή του προφήτη Ωσηέ: "έλεος θέλω και ου θυσίαν και επίγνωσιν Θεού ή ολοκαυτώματα". Δηλαδή, καλές οι θυσίες, αλλά να καταλήξουν, να στοχεύουν στο έλεος, στην αγάπη, στην επίγνωση του Θεού. Καλός ο "δούλος" και ο "μισθωτός", αλλά να αγωνίζεται να γίνει "υιός" εν τη αγάπη του Πατρός ζών. Ο ορθόδοξος λαός αιώνες ποτίζεται από αυτά τα λόγια, "έλεος θέλω και ου θυσίαν"· αγωνιζόμενος ως "δούλος" ή ως "μισθωτός" προσμένει, εν υπομονή, το της υιοθεσίας χάρισμα. Η όποια λατρεία οφείλει να καταλήξει στην αγάπη. Κάπως έτσι αλλοιώθηκε και αυτό ακόμη το νόημα της λέξης λατρεία. Προχώρησε από το στάδιο του "μισθωτού" σ’ εκείνο του "υιού". Από έμμισθος υπηρεσία, η λέξη λατρεία εξελίχθηκε μέσα στην ελληνορθόδοξη, τη ρωμαίϊκη παράδοση και κατέληξε να σημαίνει την αγάπη· κοινώς "λατρεία μου".

 

ΕΡΓΑΤΙΚΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Το Εργατικό κόμμα της Μ. Βρεταννίας (σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις παίρνει το 50%, ενώ οι Τόρις το 29% και οι Φιλελεύθεροι 17%) εν όψει των βουλευτικών εκλογών του Μαΐου απέκτησε καινούριο έμβλημα: ένα παιδικό σχεδιάκι· μια καρδούλα με δύο ποδαράκια και μέσα της μια κοντόχοντρη γραμμούλα· παιδικό σχεδιάκι αποτελούμενο από τέσσερα κομματάκια εμφανώς διακρινόμενα μεταξύ τους και σχεδιαστικά και χρωματικά.

Πριν ασχοληθούμε περισσότερο με το καλλιτεχνικό αυτό δημιούργημα ας δούμε τί λέει ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης για τους Ελύτη, Βαφόπουλο, Ρίτσο, Βρεττάκο: "Ποιητές διαθέσεων. Ποιητές που αδικούνε τα πράγματα εν ονόματι της φαντασίας του ατομικού αισθήματος". Απλουστεύοντας για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε θα λέγαμε: "Πρωΐ, ο ήλιος ανατέλλει εξ Εώας κόκκινος κεχριμπαρένιος· φοράει φώς· κο-κο-κό, κο-κο-κό κάν‘ η κότα το αυγό· αυγό της αυγής το φώς". Ο λόγος χρησιμοποιεί "πράγματα", δεν διαφαίνεται καημός για έκφραση προσωπικών συναισθημάτων. Ενώ: "Πρωΐ, ήλιος κόκκινος ζεστός κι αναγάλλιασ’ η καρδιά μου, κοτούλα νόστιμο ετοίμασέ μου πρωϊνό, φρέσκο, θρεπτικό, ζεστό αυγό". Okay ... αλλά εγώ, 1) έχω χοληστερίνη και δεν κάνει να τρώω αυγά, 2) μικρός όταν ήμουν με ζόριζαν για να τρώω το αυγουλάκι μου και μούρχεται αναγούλα όταν τα βλέπω, 3) από ενός μέχρι εικοσιενός χρονών με ξυπνούσαν το πρωΐ με έβαζαν να βλέπω την ανατολή και με έδερναν 4) σιχαίνομαι τις κότες κ.λπ. Δηλαδή δεν με αφορούν τα ατομικά σου συναισθήματα, το ωραίο σου πρωϊνό μου χάλασε τη μέρα, κράτα τα για σένα, δε "μεταφέρες" τίποτα.

Μιλώντας, γύρω στο -80, "περί Μεταφοράς", ο Ν. Γ. Πεντζίκης μεταξύ των άλλων είχε πεί: "πρέπει να μεταμορφωθεί το άμεσο ερωτικό συναίσθημα σε ερωτικό αίσθημα". Νεαρά τις ερωτά: "πώς μπορεί να επιτευχθεί τούτο;" και ο ερωτηθής απαντά: "σ’ αρέσουν οι χυλόπιττες; έ, τρώγοντας χυλόπιττες". Σύναισθημα και αίσθημα· η διαφορά ένα σύν-· δηλαδή το συναίσθημα δεν είναι αίσθημα γενικό, καθολικό, κοινό των ανθρώπων, ο ήλιος, το φεγγάρι, αλλά είναι το δικό μου αίσθημα, έχει μέσα το "εγώ" για αρχή και τέλος του. Μικρός όταν ήμουν με έδερναν με κόκκινη βέργα και τώρα δεν χωνεύω το κόκκινο κ.λπ. Το συναίσθημα δεν είναι πράγμα για τους άλλους είναι μόνο για μένα. Έτσι δημιουργείται η Βαβέλ. Δεν με νοιώθουν, δεν με καταλαβαίνουν. Τις πταίει εγώ που μιλάω εγκλωβισμένος στο δικό μου λεξιλόγιο, στα δικά μου φαντάσματα· οι άλλοι που παθαίνουν το αυτό. Η "χυλόπιττα" (η άρνηση, η αποκοπή του ιδίου θελήματος, η υπακοή) βοηθάει τα μέγιστα στο χτύπημα, το γκρέμισμα του υπερφίαλου "εγώ" και των φαντασμάτων των φαντασμένων του. Αρκεί να μην βαρυστομαχιάσει κανείς και τα "βάψει μαύρα" και αφήσει την κατάθλιψη να κυριαρχήσει. Τη κατάθλιψη που σκοτώνει την ανθρώπινη ενέργεια την απαραίτητη για να ενεργήσει επί του θνητού ο Παράκλητος (Στάρετς Ζαχαρίας). Ο μυλωνάς πρέπει να φροντίζει, να συντηρεί τον μύλο, να "προπονείται" καθημερινά, και τότε, "ο καλός ο μύλος όλα τα αλέθει".

Λίγο παρακάτω γράφει ο προαναφερθής Θεσσαλονικιός: "Οι Γερμανοί αντικαθιστώντας τους μύθους, που ’ναι γεγονότα πραγματικά, μ’ έννοιες a priori, έδωκαν μια Ιδέα που η ενότητά της διχάζεται σε υποκείμενο και αντικείμενο". Τώρα μάλλον τον πιάσαμε. Καλά τον λέγανε οι κοσμικοί ότι είναι φευγάτος ο κυρ-Νίκος. Άκου "οι μύθοι είναι γεγονότα πραγματικά" ... σιγά μη γυρνούσε ο Δίας με το Διόνυσο στο μηρό σαν φαντάρος ή δεϊτζής με τα κατσαβίδια στο επιμήριο τσεπάκι της φόρμας. Γεγονότα θα πει "αυτά που έχουν γίνει". Πραγματικά σήμερα σημαίνει αληθινά· αληθινά σήμερα σημαίνει "όχι ψεύτικα". Αληθινά αρχικά σήμαινε: ή α + λήθη = αυτό που δεν ξεχνιέται, το "εγώ". Γεγονότα πραγματικά δηλαδή γεγονότα που έχουν γίνει με "πράγματα"· όχι αληθινές ιστορίες, αλλά ιστορίες που εξιστορούνται με "πράγματα", κοινές πανανθρώπινες εμπειρίες, και όχι με "φαντασίες του ατομικού αισθήματος" που δεν μπορούν να μεταφέρουν τίποτα, συντηρούν τον πύργο της Βαβέλ και τη ψευδαίσθηση της αυτονομίας του εγωτικού υποκειμένου. Το εγωτικό υποκείμενο 1) δεν μπορεί να "μεταφέρει" γιατί μιλάει τη "δικιά" του γλώσσα 2) δεν θέλει, δεν αισθάνεται την ανάγκη να μεταφέρει γιατί νομίζει ότι μπορεί να "είναι" αυτόνομα. "Τί με νοιάζει εμένανε τί θα γίνουνε οι άλλοι και ... τα άλλα· να πάνε να πνιγούνε. Εγώ να περνάω καλά ...". Ναί, αλλά για να περνάς καλά, για να χορεύεις, χρειάζεσαι τους άλλους (έστω για να σε βλέπουν) και το χώρο. Τελικά καταντάει Μίδας που ότι πιάνει γίνεται χρυσός (γιατί το χρήμα του ενισχύει αυτή τη ψευδαίσθηση της αυτονομίας) και πεθαίνει της πείνας επειδή αδίκησε τα "πράγματα".

Ο, της Νίκης φερώνυμος και σύζυγος γράφει αλλού: "Για τη μορφή, ομορφιά, στο καθαρτήριο πυρ του λόγου, κατακαίει ο ποιητής τη σάρκα του, μυθοποιός, μυθοπλάστης". Ποιητής, στα ελληνικά, σημαίνει, "αυτός που ποιεί", αυτός που κάμνει και όχι αυτός που "τήν κάμνει" ... Επειδή πολλοί μπαίνουν στο "δάσος" της μή-λεκτικής σκέψης, του μύθου χωρίς κατάλληλη προετοιμασία, χωρίς διάθεση να απολέσουν το "εγώ", τις "φαντασίες του ατομικού αισθήματος", τους καταβροχθίζει η Χάρυβδη, χάνονται στο χάος των ατομικών εγωτικών τους φαντασιώσεων, φευγάτοι, κουλτουριάρηδες, εκκεντρικοί. Η φαντασία γάρ, "γέφυρα των δαιμόνων", κατά τόν, της Κλίμακος. Ή μπαίνεις για πλάκα στο "δάσος" και θα σε σκεπάσει η πλάκα· ή μπαίνεις πρώτα κάτω από την πλάκα και είσαι ελεύθερος εν καιρώ να σπάζεις πλάκα και όχι τα μούτρα σου ή αυτά των άλλων. Ή μπαίνεις για να παίξεις και καταντάς νεκρό σαρκίο· ή δέχεσαι να νεκρώσεις τα του σαρκίου σου και δύνασαι να παίζεις με-τά του χάους. Ποίηση, λοιπόν, η δημιουργία που χτίζει με "πράγματα", η τέχνη που σέβεται τις λέξεις και τα γράμματα, τα κόμματα και τις τελείες, και εκπληρώνει το αίτημα του καθολικού. Κατ’ εξοχήν ποιητής, ο Όμηρος. Και η θείτσα, και το παιδί (προπαντώς αυτό) και ο κουλτουριάρης, και ο αγροίκος και ο διανοητικά καλλιεργημένος και το κούτσουρο και το σπύρτο και η γάτα και ο μπούφος κάτι θα καταλάβουν.

Το κόμμα του κυρ Μπλέρ απέκτησε καινούργιο έμβλημα κι αυτό είναι μια καρδούλα με ποδαράκια σε παιδικό σχέδιο. Μια σχηματοποιημένη καρδιά που εάν τη σπάσουμε στα συστατικά της θα βρεθούμε με τέσσερα γράμματα στο χέρι. I, E. L, V. Στα αγγλικά μπορούμε να φτιάξουμε με αυτά τρεις χαριτωμένες λεξούλες: EVIL, LIVE και VEIL ή καλύτερα LIVE EVIL! and for you VEIL. Σε μετάφραση "ζωντανός πονηρός, φορέστε λοιπόν πλερέζα, βέλο πένθιμο". Γράφει ο ΙΩ.Ν. (αναφέρεται μόνο τη λέξη EVIL) στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ: "Τη σύμπτωση παρατήρησε όλος ο κόσμος και γράμματα αναγνωστών που αποκαλύπτουν το κρυφό νόημα του λογότυπου των Εργατικών φθάνουν το ένα μετά το άλλο στις εφημερίδες. Ο Μπλέρ πάντως δήλωσε έκπληκτος με την ερμηνεία και σχολίασε: "Μόνο διαβολικά μυαλά θα μπορούσαν να προβούν σε τέτοια σύνδεση"." Ο συντάκτης του άρθρου ειρωνεύεται τις ανησυχίες των Βρετανών συμπληρώνοντας: "θέλει πραγματικά "διαβολική" φαντασία για να διαβάσει κανείς το "evil" (διαβολικός)". Η παιδική καρδούλα λοιπόν "πάει περίπατο ..." (μέ τα ποδαράκια της). Πάει περίπατο καθότι ενώ από μακρόθεν ορώμενη, δημιουργεί την αίσθηση ότι πρόκειται περί παιδικής καρδούλας, πλήρους αθωότητος, εκ του σύνεγκης αποκαλύπτεται ότι κρύβει την υπερφίαλον κραυγή του θανατωθέντος υπό του Σταυρικού θανάτου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τουτέστιν του και Πονηρού καλουμένου. Πονηρός, ο αρνούμενος τον πόνο, τον πόνο της μετάνοιας που σώζει. Ο κύριος Μπλέρ σχολίασε. Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγώνια. 1) Στους χριστιανόπληκτους λέει: "εσείς έχεται σατανική φαντασία και φαντάζεστε τέτοια πράγματα". 2) Στους δικούς του λέει: "είδατε ρέ, ομολόγησα και το δέχτηκαν τα χαϊβάνια".

Αυτό ο τρόπος έκφρασης είναι Ελληνισμός. Μη πάει ο νούς σε τίποτα νεοπαγανιστές, νεοσατανιστές κ.λπ. Άλλο είναι το νόημα. Αυτό είναι Ελληνισμός, αυτός ο τρόπος. Να παίζεις με τις λέξεις, τα γράμματα και τα πράγματα, να εκφράζεσαι με εικόνες που τις καταλαβαίνει ο καθείς, και να εννοείς ταυτόχρονα πολλά. Να σέβεσαι τα πράγματα και όχι να τα αδικείς και να τα βιάζεις. Να χρησιμοποιείς και τη λεκτική σκέψη και τη μη-λεκτική σκέψη, τη σκέψη με εικόνες, "μυθοποιός μυθοπλάστης", όχι παραμυθάς. Γαντζωμένος ο ταλαίπωρος Οδυσσέας στα απομεινάρια του πλοίου του ξέφυγε, απ’ τη Σκύλλα των λόγων (τίς σκέψεις που ζώνουν σαν τα φίδια και βασανίζουν το θνητό) και από τη Χάρυβδη, το χάος των λογισμών και των εικόνων, το δάσος· γλύτωσε από τους "λόγους και τους λογισμούς της πονηρίας". Αυτή η καλλιέργεια αιώνες τώρα διασώζεται στο "Κρυφό Σχολειό" μέσα στον Ναό. Όλα τα "πατερικά" είναι γεμάτα από τα λογοπαίγνια αυτών που αγωνίστηκαν να γίνουνε παιδιά. Μιμούμενοι το Παιδίον το Νέον "τόν Αμήτορα εκ Πατρός και Απάτορα εκ Μητρός" και ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμά Του: "εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών", έζησαν την ζωή τους ως πραγματικά εργατικοί ποιητές.

23-2-2001

 

 

 

 

"ANALOGIA ENTIS και ANALOGIA FIDEI"

 

ΕΝ ΑΡΧΗ

"Εν αρχή ήν ο λόγος, και ο λόγος ήν προς τον θεόν, και θεός ήν ο λόγος. ούτος ήν εν αρχή προς τον θεόν". Εσχάτως όμως κατάντησε λογισμικό κλεισμένο σε PC. Η πίστη σε "αναλογία όντος" προκάλεσε την "πνευματικοποίηση" των εγκεφαλικών λειτουργιών της σκέψης και όλων των άλλων ανωτέρων ή και κατωτέρων επί του νευρικού συστήματος εδραζομένων λειτουργιών. Έτσι μιλάμε για ψυχή, ψυχολογία, ψυχοπάθεια, ψυχολογία του βάθους, και κατά βάθος εννοούμε τα σχετικά με τις νορμάλ ή φευγάτες λειτουργίες των συνάξεων των νευρικών μας κυττάρων και όποιες άλλες. Το σώμα θεωρήθηκε κατώτερο. Με την πρόοδο της επιστήμης όμως, ιδίως τελευταία της neuroscience (νευροεπιστήμης) αποδείχθηκε ανεπιστρεπτί ότι όλα αυτά τα "πνευματικά" είναι σάρκα και πηλός, κοινώς ύλη. Κατέρευσε το οικοδόμημα του τάχα πνευματικού ανθρώπου.

Λόγω της "αναλογίας πίστεως", η πίστη θεωρήθηκε ότι προηγείται της γνώσης. Πάλι λόγω της προόδου των επιστημών έγινε κοινός τόπος κάθε "ξύπνιου" θνητού ότι αν κάτι δεν αποδειχθεί μόνο ως αφελής μπορείς να το αποδέχεσαι. Η μόνη καταρχήν θεμιτή στάση είναι "ίσως", μπορεί, θα δούμε. -"Τί είπες; Αυτό; καλά ... Θα το ελέγξουμε και αν "δουλεύει" το δεχόμαστε. Γουρούνι στο σακκί θα πάρουμε;" -"Σού ’χω ένα αμάξι, και το πρώτο. Πέντε εκατομμύρια. Και το πρώτο σού λέω". -"Κάτσε, ρέ, άνθρωπε, έτσι; Λεφτά είναι αυτά. Κάτσε να ρωτήσουμε, να ελέγξουμε και μετά βλέπουμε". Ή μήπως κανείς αγοράζει, σοβαρά πράγματα, δια της πίστεως; Αν υπάρχει κανείς τούχω κάτι απίθανο, πρώτο πράγμα. Μου δίνει τρία εκατομύρια και έκλεισε η δουλειά ... θα πάθει πλάκα. Στο σύγχρονο λοιπόν άνθρωπο, τον εθισμένο στο επιστημονικό στυλάκι, δικαίως φάνηκε λιγάκι αφελές το να του λές: "Πίστεψε πρώτα και μετά, αφού φάς τα νειάτα σου στα σκοτάδια, θα δείς". Με δεδομένο, μάλιστα, ότι αποδεδειγμένα το "σύστημα" στα περί "πνευματικών" λειτουργιών έκανε φάουλ.

Υπάρχει Θεός; Δεν ξέρω! Το Ναι ή το Όχι είναι δουλειά του Λεωνίδα ή του Εφιάλτη. Λεωνίδας, λέων ως προς το είδος, λέων, βασιλιάς, βασιλιάς ως προς το είδος, βασιλιάς κατά χάρη, Θεός κατά χάρη εν τη θεώσει. Αν υπάρχει Θεός, και αν υπήρχε δυνατότητα ο άνθρωπος να Τον πλησιάσει με κτιστά μέσα, θα μπορούσαμε όποτε θέλουμε να Τον βλέπουμε. Τέτοια δυνατότητα όμως δεν υπάρχει. Άρα ή δεν υπάρχει Θεός ή δεν υπάρχει δυνατότητα το κτιστό να φτάσει το άκτιστο. Ο Λεωνίδας, λοιπόν, μόνο μπορεί να πει το Ναι (άν υπάρχει Θεός). Λεωνίδας αυτός που τόχει πάρει απόφαση να πεθάνει, που έχει νικήσει το φόβο του θανάτου, αυτός που τελικά έχει δει το Λεοντάρι, τον Βασιλέα. Και του Εφιάλτη δουλειά είναι το Όχι. Που το ξέρει; Το είδε; Είδε τα πάντα όπως είναι και είδε ότι δεν υπάρχει Θεός; Πιστεύει ότι δεν υπάρχει Θεός. Πιστεύει· αυθαίρετα, αφελώς κάτι εμπιστεύεται, και αν ψάξει θα βρει ... τί θα βρεί; Θα βρει σε τί τον βολεύει αυτή η πίστη, αυτή η διακήρυξη, αυτό το Όχι. Γιατί πουλήθηκε στους Μήδους και τους Πέρσες.

Δεν ξέρω αν υπάρχει Θεός. Αυτό που ξέρω, αυτό που ξέρει το σώμα μου, τα νευρικά και τ’ άλλα κύτταρά μου είναι ότι η ασκητική της Εκκλησίας "δουλεύει" και δε μας δουλεύει κατ’ αναλογίαν της αφέλειάς μας. Ξέρω ότι βοηθάει το θνητό σαρκίο. Ότι είναι μια καλή προπόνηση για να ρυθμιστεί το ταλαίπωρο σαρκίο μας στην κατάσταση που θα ονομάσουμε ροή-πνοή-φώς.

Δεν ξέρω αν υπάρχει Θεός, αλλά η Εκκλησία του Χριστού έχει χαριέστατη θεολογία. Έχει ευμορφότατους μύθους, ωραία παραμύθια. Ποιός είμαι εγώ που θα πω Ναι ή Όχι; Εγώ απλώς βλέπω το ωραίο και παθαίνω, πεθαίνω, με πεθαίνει, that kills me, χωρίς πλάκα, προς το παρόν τουλάχιστον. Κι αν δεν υπάρχει ... αν υπήρχε, θα ήταν τέτοιος που μας τον παρουσιάζει αυτός ο σωσμένος και ντοπαρισμένος Ελληνισμός. Ο Ελληνισμός, που ήρθε ο Εβραίος Αυτός, ο Ιησούς, και από χρυσαλίδα τον έκανε πεταλούδα (όπως έλεγε ο Ν. Γ. Πεντζίκης) και αργότερα ο στιβαρός εκείνος, ο Κωνσταντίνος ο Μέγας, τον πρόσφερε στην ανθρωπότη ως αετό, δίνοντάς του κοινωνική ισχύ.

Στη βιαστική αυτή εργασία θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε τη τραγική μετάλλαξη που υπέστει ο ντοπαρισμένος αυτός Ελληνισμός και κατέληξε σακάτικο κομπιούτερ. Πειράχτηκε το DNA οι "τέτταρες συλλαβές" λόγω της απλοϊκής, της αφελούς, της αντιεπιστημονικής παραδοχής ότι υπάρχει αναλογία. Ο λόγος κατέληξε σάρκα, αλλά "ο σπείρων εις την σάρκα εαυτού εκ της σαρκός θερίσει φθοράν, ο δε σπείρων εις το πνεύμα εκ του πνεύματος θερίσει ζωήν αιώνιον". Αμήν.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για την αναλογία όντος και πίστεως στον ιερό Αυγουστίνο μαζέψαμε και παραθέτουμε κάποια αποσπάσματα ελπίζουμε στην σωστή αναλογία. Το θέμα είναι μείζον και σαν τέτοιο ξεπερνάει τις δυνάμεις μας. Παρακαλούμε τον αναγνώστη να κάνει υπομονή. Ελπίζουμε όταν ανακατευτούν καλά όλα τα συστατικά στην κατσαρόλα να προκύψει κάτι το ... περίπου αληθινό και το ... ας πούμε ωραίο. Καλή χώνεψει.

"Το μεν οργισθήναι παντός και ράδιον, ... το δ' ω και όσον και ότε και ου ένεκα και ώς, ουκέτι παντός ουδέ ράδιον·" (Αριστοτέλης) "Συναισθηματική νοημοσύνη" ή νοημοσύνη της καρδιάς ή εξυπνάδα της καρδιάς ή διάκριση. Έλεγχος των άλογων δυνάμεων του ανθρώπου, του θυμικού και του επιθυμητικού, αγάπη και εγκράτεια, διάκριση. "Η καρδιά και ο νούς κατά την ιερά ησυχία ζουν αποκλειστικά "επί τω ονόματι του Ιησού και τη εντολή Αυτού". Έχουν εντελώς ιδιαίτερη εσωτερική αίσθηση, που ελέγχει ακόμη και την περιοχή του υποσυνειδήτου."

Από το βιβλίο,

Η ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ.

"Κι εσύ βλέπεις τον εαυτό σου να βυθίζεται σε μια εκστατική κατάσταση, σε σημείο που νιώθεις ότι σχεδόν δεν υπάρχεις. Το χέρι μοιάζει να μην ακολουθεί το σώμα ... Απλώς κάθομαι εκεί, παρατηρητής ... Κι έτσι, απλά, όλα ξεχειλίζουν από μόνα τους."

Η περιγραφή του έχει εντυπωσιακές ομοιότητες με την περιγραφή που έδωσαν εκατοντάδες διαφορετικοί άνδρες και γυναίκες - ορειβάτες, πρωταθλητές σκακιού, χειρούργοι, μπασκετμπολίστες, μηχανικοί, διευθυντές, ακόμα και υπάλληλοι αρχείων - όταν αναφέρθηκαν στη στιγμή που ξεπέρασαν τον εαυτό τους σε κάποια αγαπημένη τους δραστηριότητα. Η κατάσταση που περιγράφουν ονομάστηκε "ροή" από τον Μιχάλι Τζικτζεντμιχάλι, ο οποίος συγκέντρωσε τέτοιες αναφορές σχετικά με εξαιρετικές επιδόσεις κατά τη διάρκεια μιας εικοσαετούς έρευνας. Οι αθλητές γνωρίζουν αυτή τη χαρισματική κατάσταση με τον όρο "ζώνη", όπου η τελειότητα έρχεται αβίαστα, θεατές και αντίπαλοι χάνονται στην ομίχλη της απόλυτης απορρόφησής τους εκείνης της στιγμής.

Η ροή αντιπροσωπεύει ίσως το ζενίθ στη χαλιναγώγηση των συναισθημάτων, υποτάσσοντάς τα στην υπηρεσία της επίδοσης και της μάθησης. ... Όταν εγκλωβίζεται κανείς στην ανία της κατάθλιψης ή στην αναστάτωση του άγχους, η ροή εμποδίζεται. ... Το χαρακτηριστικό σημάδι της ροής είναι μια αίσθηση αυθόρμητης χαράς, και αγαλλίασης. ... Η ροή ανακόπτεται αν συλλογίζεται κανείς πολύ έντονα τα όσα συμβαίνουν. Ακόμα και η ίδια η σκέψη "αυτό το κάνω καταπληκτικά" μπορεί να διασπάσει την αίσθηση της ροής. Η προσοχή συγκεντρώνεται τόσο πολύ, που οι άνθρωποι συνειδητοποιούν μόνο το στενό πλαίσιο της αντίληψης που συνδέεται με τον άμεσο στόχο, και χάνουν την αίσθηση του χρόνου και του χώρου. Ένας χειρούργος, για παράδειγμα, θυμάται μια πολύ δύσκολη εγχείρηση κατά την οποία βρέθηκε σε ροή. Όταν ολοκλήρωσε την επέμβαση, πρόσεξε μια στοίβα πέτρες και σοβάδες στο πάτωμα του χειρουργείου ... ενώ εκείνος ήταν αφοσιωμένος στην εγχείρηση, ένα μέρος από το ταβάνι είχε υποχωρήσει. ...

Οι άνθρωποι που βρίσκονται σε ροή είναι τόσο απορροφημένοι με το έργο που έχουν μπροστά τους, ώστε χάνουν την αίσθηση του (καθημερινού) εαυτού τους, εγκαταλείπουν τις μικρές (καθημερινές) ανησυχητικές σκέψεις, την υγεία, τους λογαριασμούς που τρέχουν, ακόμα και την ίδια την ευημερία της καθημερινής ζωής. Υπό την έννοια αυτή οι στιγμές της ροής είναι "εκτός Εγώ". ... άνθρωποι που βρίσκονται σε ροή επιδεικνύουν έναν δεξιοτεχνικό έλεγχο πάνω σε αυτό που επιτελούν και οι αντιδράσεις τους είναι απόλυτα εναρμονισμένες με τις εναλλασσόμενες απαιτήσεις της εργασίας τους. Και παρόλο που οι άνθρωποι έχουν τις καλύτερες επιδόσεις σε κατάσταση ροής, δεν ενδιαφέρονται για το πόσο καλά πηγαίνουν, ούτε απασχολούνται με σκέψεις επιτυχίας ή αποτυχίας - αυτό που τους παρακινεί είναι η ίδια η αγαλλίαση της εργασίας τους.

Η ποιότητα της προσοχής στη ροή είναι χαλαρή, αν και πολύ εστιασμένη. Στη ροή υπάρχει ένα συναίσθημα ήπιας έκστασης. Αυτή η έκσταση μοιάζει να είναι ένα υπο-προϊόν της εστίασης της προσοχής. Παρατηρώντας ένα άτομο σε ροή, έχουμε την εντύπωση ότι το δύσκολο είναι εύκολο. Η άριστη επίδοση μοιάζει φυσιολογική και συνηθισμένη. ... μέσα στο μυαλό επαναλαμβάνεται ένα παρόμοιο παράδοξο: οι πιο απαιτητικοί στόχοι επιτυγχάνονται με τη λιγότερη κατανάλωση νοητικής ενέργειας. Στη ροή ο εγκέφαλος βρίσκεται σε μια "ψύχραιμη" κατάσταση, ... "ηρεμεί", με την έννοια ότι παρουσιάζει μια ελάττωση της διέγερσης του φλοιού. ... Η ζώνη της ροής και της άριστης απόδοσης μοιάζει σαν όαση αποτελεσματικότητας του φλοιού με την ελάχιστη κατανάλωση νοητικής ενέργειας. ... Στην κατάσταση αυτή ακόμα και η σκληρή δουλειά μπορεί να είναι αναζωογονητική και ανανεωτική, και όχι εξαντλητική."

Ο νούς τους είναι απορροφημένος από την εργασία που επιτελούν, δεν σκέφτονται, δεν φαντάζονται, δεν αίσθάνονται τίποτε άλλο, ξεχνάνε τον "εαυτό" τους. Το σώμα τους βρίσκεται περίπου στην κατάσταση του ύπνου γιαυτό και σχεδόν δεν κουράζεται. Η ταραχή κουράζει όχι η εν ρυθμώ δουλειά, το παιχνίδι. Το αίμα κυκλοφορεί ήρεμα σε όλο το σώμα, τα άκρα, το μυαλό, το πρόσωπο, τρέφει τους μύς, ομορφαίνει. Δεν αιματώνονται έντονα κάποιες περιοχές (σκέψη, συναισθήματα, φαντασία, αισθητηριακά κέντρα, αυτιά, μάγουλα) εις βάρος των υπολοίπων που παγώνουν. ΡΟΗ - ΠΝΟΗ - ΦΩΣ.

Ροή, μετάδοση πληροφορίας στα ρευστά.

Πνοή, μετάδοση πληροφορίας στα αέρια.

Φώς, μετάδοση πληροφορίας στο χωροχρόνο.

"Η πληροφορία είναι αρνητική εντροπία"

ΧΑΡΑ - ΧΟΡΟΣ. ΖΩΗ. Σαν Παιδί που παίζει. "Παιζωγράφος". Πνοή, πνεύμα, πνευματική ζωή, πνευματικός θάνατος. "Η κατάθλιψη είναι ο δήμιος που σκοτώνει την ενέργεια, απαραίτητη για την υποδοχή του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά. Ένας καταθλιμμένος άνθρωπος χάνει την δυνατότητα να προσεύχεται και είναι νεκρός όσον αφορά τους πνευματικούς αγώνας." "Εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών". Πνοή, πνεύμα. Φώς, φωτισμός, καρδιακή, νοερά προσευχή.

Μια ακόμη αναφορά σχετικά με την ροή με αφορμή τα λεγόμενα ενός μαθηματικού σχετικά με τον τρόπο που χρησιμοποιεί για να λύνει τα μαθηματικά προβλήματα.

Από το βιβλίο,

ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ Ο ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ

"Από τη στιγμή που ξεπερνάμε το πρώτο στάδιο της προπαρασκευής, προσκρούουμε σ’ έναν τοίχο. Το σφάλμα που πρέπει να αποφεύγουμε είναι η άμεση και κατά μέτωπον επίθεση εναντίον αυτής της δυσκολίας. Πρέπει να προχωρούμε έμμεσα, από τα πλάγια. Αν αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα μετωπικά, θα εξαντλήσουμε αρκετά γρήγορα τα "εφόδια" ... Ο μαθηματικός οφείλει να ενεργεί με αρκετή αταραξία. Να περιέλθει σε μια κατάσταση έκστασης (από την καθημερινότητα). Το εντυπωσιακό στην περίπτωση των μη μετωπικών προσεγγίσεων είναι η σημασία της φαινομενικής απόστασης που υπάρχει ανάμεσα στο αρχικό πρόβλημα και στο πεδίο έρευνας της δεδομένης στιγμής.

Η πείρα μας διδάσκει ότι αν αντιμετωπίσουμε ένα πρόβλημα κατά μέτωπο, εξαντλούμε γρήγορα όλα τα αποθέματα του ορθολογικού, "άμεσου τρόπου σκέψης". Πολιορκούμε τη δυσκολία ... Μπορούμε να προχωρήσουμε μόνο αν διαθέτουμε μια στρατηγική, η οποία συνίσταται στο να στοχαζόμαστε για δευτερεύοντα ζητήματα, τα οποία a priori δεν σχετίζονται άμεσα με το πρόβλημα καθ’ εαυτό. ... Πρόκειται για μια διαδικασία "αποσιώπησης" της ορθολογικής σκέψης ... Η σκέψη μου έφτανε στη λύση του προβλήματος (μαθηματικού) χωρίς φαινομενικά να καθοδηγείται από αυτό. ... Έθετα ένα ερώτημα, φαινομενικά άσχετο με το αρχικό πρόβλημα, που αναπτυσσόταν μέσα μου και με οδηγούσε στη λύση του αρχικού προβλήματος. ... ενώ όταν ήμουν μέσα στο αυστηρό πλαίσιο του προβλήματος και "κολλημένος στον τοίχο", η σκέψη μου "μαρμάρωνε" παραλυμένη από τη δυσκολία.

Όταν οι εικόνες αρχίζουν να αναδύονται στον εγκέφαλο του μαθηματικού, σε ορισμένες περιπτώσεις μια αιφνίδια φώτιση καταλαμβάνει τον εγκέφαλο και τις αισθήσεις του. ... Τη στιγμή που συμβαίνει η φώτιση, εμπλέκεται και το συναίσθημα, έτσι ώστε μας είναι αδύνατο να παραμείνουμε απαθείς ή αδιάφοροι (εκτός και αν έχει κανείς ασκηθεί). Στις σπάνιες περιπτώσεις κατά τις οποίες μου συνέβη αυτό μου ήταν αδύνατον να συγκρατήσω τα δάκρυά μου.

Οι μαθηματικοί γνωρίζουν ότι "κατανοώ ένα θεώρημα" δεν σημαίνει καταλαβαίνω βήμα προς βήμα μια απόδειξη για την ανάγνωση της οποίας ίσως χρειαστούν πολλές ώρες. Αντίθετα, "κατανοώ ένα θεώρημα" σημαίνει βλέπω το σύνολο αυτής της απόδειξης σε ελάχιστο χρόνο. Ο εγκέφαλος πρέπει να είναι ικανός να επαληθεύει αυτή την απόδειξη σε ένα ή δύο δευτερόλεπτα. Τη στιγμή της φώτισης δημιουργείται ένας μηχανισμός που μας εγγυάται ότι το κλειδί μπορεί να ανοίξει την κλειδαριά. ... Ότι αυτό που ανακαλύψαμε λειτουργεί, έχει συνοχή, και είναι ικανοποιητικό από αισθητική άποψη. Είμαι βέβαιος ότι αυτή η ικανοποίηση είναι ανάλογη με εκείνη του ζωγράφου που βρίσκει μια λύση όταν διαπιστώνει ότι ο πίνακας έχει εξαιρετική συνοχή και αρμονία."

 

Από το βιβλίο,

ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΔΥΣΛΕΞΙΑΣ

Η λεκτική σκέψη ακολουθεί τη δομή της γλώσσας και τη γραμμικότητα του χρόνου. Το άτομο που τη χρησιμοποιεί συνθέτει στο μυαλό του τις προτάσεις λέξη προς λέξη. Η λεκτική σκέψη γίνεται περίπου με την ίδια ταχύτητα που έχει ο προφορικός λόγος. Ο συνηθισμένος λόγος έχει μια ταχύτητα περίπου 150 λέξεων το λεπτό ή 2,5 λέξεων το δευτερόλεπτο. Ένας έμπειρος εκφωνητής μπορεί να φτάσει την ταχύτητα των 200 λέξεων το λεπτό. Το ανώτατο όριο λεκτικής σκέψης είναι 250 λέξεις το λεπτό (προσεκτικός ακροατής). (σ. 41-42) {Δηλαδή περίπου 4 με 5 λέξεις το δευτερόλεπτο}

Η μη-λεκτική σκέψη είναι εξελικτική. Η εικόνα "αναπτύσσεται" καθώς η διαδικασία της σκέψης προσθέτει περισσότερες έννοιες. Η μη-λεκτική σκέψη είναι πολύ πιο γρήγορη, (400 με 2000 φορές πιο γρηγορότερη από την λεκτική). σ. 42 Μερικές φορές προσπαθεί να μιλήσει με την ταχύτητα της σκέψης του, αλλά η γλώσσα του δεν μπορεί να ακολουθήσει το μυαλό του. (σ. 134) ... η ομιλία του φαίνεται βασανιστικά αργή. (σ. 135)

Για να προλάβει η συνείδησή μας να καταγράψει ένα ερέθισμα, πρέπει αυτό να είναι παρόν τουλάχιστον 1/25 του δευτ. Αρκεί και λιγότερο από 1/25 αλλά περισσότερο από 1/36 για να προλάβει ο εγκέφαλος μας να καταγράψει κάποιο ερέθισμα, αλλά δεν αντιλαμβανόμαστε τι ήταν αυτό γιατί είναι στα όρια, ή όπως λέμε στο "κατώφλι της συνείδησης". ... Η μη-λεκτική σκέψη λοιπόν που τρέχει με ταχύτητα 32 ερεθισμάτων ανά δευτερόλεπτο υποπίπτει στην κατηγορία του ασυνείδητου, της οποίας το φάσμα κυμαίνεται ανάμεσα στο 1/25 και στο 1/36 του δευτερολέπτου. Ο εγκέφαλος του ατόμου συλλαμβάνει τη σκέψη, αλλά το ίδιο το άτομο δεν έχει συνείδηση του γεγονότος. ... Το άτομο αντιλαμβάνεται το αποτέλεσμα της διαδικασίας της σκέψης τη στιγμή που προκύπτει, αλλά όχι και την ίδια τη διαδικασία κατά την εξέλιξή της. Ξέρει την απάντηση χωρίς να ξέρει γιατί είναι η απάντηση. (σ. 160-161)

"Μία εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις" Με μία εικόνα μπορεί να δει κάτι για τη περιγραφή του οποίου θα χρειάζονταν εκατοντάδες ή χιλιάδες λέξεις. Η θεωρία της σχετικότητας του Άινστάϊν ήταν μια ιδέα που του ήρθε όταν κάποια στιγμή που ονειροπολούσε είδε ότι ταξίδευε δίπλα σε μια ακτίνα φωτός. ... Η σκέψη με εικόνες εκτιμάται ότι είναι 400 με 2000 φορές γρηγορότερη από τη λεκτική σκέψη. Η ταχύτητα όμως δεν είναι το μόνο προσόν της· είναι και λεπτομερέστερη, βαθύτερη και περιεκτικότερη ... είναι εξελικτική ... πολυδιάστατη χρησιμοποιεί εικόνες από όλες τις αισθήσεις (σ. 158-159)

...αναπτύσσουν μια εξαιρετικά δημιουργική μαθηματική σκέψη που τους βοηθάει να "κόβουν δρόμο". (σ. 171)

Από τη στιγμή που συμβαίνει ένας αποπροσανατολισμός, ο εγκέφαλος δεν βλέπει πια αυτό που κοιτάζουν τα μάτια αλλά τις σκέψεις του ανθρώπου, και μάλιστα με τρόπο τόσο ζωντανό σαν να τις έβλεπαν τα μάτια. Ο εγκέφαλος δεν ακούει πια αυτό που ακούν τα αυτιά αλλά αυτό που σκέφτεται το άτομο σαν να το ακούν τα αυτιά . Το σώμα δεν νιώθει αυτά που νιώθουν οι αισθήσεις του, αλλά αυτά που σκέφτεται ο εγκέφαλος ... (σ. 162-163)

Όταν κάποιος βιώνει κάτι, αποκτά τη γνώση της συγκεκριμένης εμπειρίας. Αν στη συνέχεια αυτό το άτομο θέλει να καταγράψει τη γνώση του σε κάποιο βιβλίο, πρέπει να μετατρέψει την εμπειρία σε δεδομένα. Όταν κάποιος διαβάζει το βιβλίο, δεν αποκτά τη γνώση αλλά μόνο τα δεδομένα, τα οποία, αν τα κατανοήσει, θα κατανοήσει την εμπειρία μόνο διανοητικά. Αν πραγματικά θέλει τη γνώση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να βιώσει μια αληθινή εμπειρία παρόμοια με αυτή του συγγραφέα. ... Όταν φτάσει στο σημείο να οδηγεί αυτόματα χωρίς να πειραματίζεται, να σκέφτεται και να θυμάται, τότε το άτομο έχει πια κυριαρχήσει στο ποδήλατο και στην οδήγησή του. (σ. 176) ... Η κυριαρχία είναι κάτι περισσότερο από μια γρήγορη εκμάθηση. Είναι ένα επίπεδο απόκτησης γνώσεων στο οποίο δεν χρειάζεται πια η συνειδητή σκέψη. Είναι η ικανότητα να μετατρέπει κανείς τα δεδομένα που μαθαίνει σε πραγματικές εμπειρίες. (σ. 177) ... Όταν κάποιος κυριαρχεί σε κάτι, αυτό γίνεται μέρος του εαυτού του. Γίνεται μέρος της σκέψης και της δημιουργικότητάς του και προστίθεται σε κάθε μεταγενέστερη σκέψη και δημιουργία του ατόμου. (σ. 178)

Παρατηρώντας τον τρόπο με τον οποίο έβλεπα τα πράγματα την ώρα της καλλιτεχντικής μου δημιουργίας, ανακάλυψα ότι κατά τη διάρκεια της δημιουργικής μου σκέψης άλλαζα τη θέση από την οποία έβλεπα τις νοητές μου εικόνες. ... Υιοθέτησα τον όρο "μάτι του νου", το οποίο στα λεξικά ορίζεται ως "φαντασία". ... ήταν το νοητό επίκεντρο και άλλων αισθήσεων, ... ο πιο σωστός όρος θα ήταν "νοητό επίκεντρο της αντίληψης". (σ. 193-194)

Καθώς τα δυσλεξικά άτομα αναπτύσσουν την ικανότητά τους να προσανατολίζονται, συνειδητοποιούν πως όταν το "μάτι του νου" μένει σταθερό, δεν γίνονται λάθη. Παρατηρούν ότι κάθε φορά που το "μάτι του νου" τους μετακινείται, αποπροσανατολίζονται ... Όταν οι μαθητές προσπαθήσουν να σταθεροποιήσουν το "μάτι του νου" τους το πιο συνηθισμένο αποτέλεσμα είναι ένας δυνατός πονοκέφαλος. ... Κάθε φορά που ο μαθητής νιώθει σύγχυση, προσπαθεί να μετακινήσει το "μάτι του νου" του και ταυτόχρονα να το κρατήσει ακίνητο - κυριολεκτικά κοντράρεται με τον εαυτό του. ... Δημιουργεί ένταση που καταλήγει σε πονοκέφαλο. (σ. 262-263)

Το πρόβλημα δεν το έχουν τα άτομα που εμφανίζουν προβλήματα δυσλεξίας αλλά το εκπαιδευτικό μας σύστημα που καλλιεργεί αποκλειστικά την λεκτική σκέψη. Η ελληνική παιδεία καλλιεργούσε ισομερώς το τριμερές του ανθρώπου. Ο γραμματιστής, ο παιδοτρίβης και ο κιθαριστής. Ο γραμματιστής καλλιεργούσε και τη λεκτική σκέψη και τη μη-λεκτική, και τη λογική και τη μυθική σκέψη. "Κάτω από την μπάρα κουμπάρα". Οι λέξεις συνδέονται όχι νοηματικά (εκ των υστέρων είναι δυνατόν να γίνει και αυτό ...) αλλά ως πράγματα· μπάρα - μπάρα. Βέβαια η συγκεκριμμένη φράση δεν είναι ποίημα γιατί δεν είναι όμορφη. Ενώ τό, "ο Αμήτωρ εκ Πατρός και Απάτωρ εκ Μητρός" και λεκτική σκέψη είναι και μη λεκτική. Καθολική έκφραση. Τα πατερικά κείμενα είναι γεμάτα από τέτοια παιχνίδια. Ο Πεντζίκης έλεγε: "τό επίγραμμα είναι η κουτσουλιά του πνεύματος". Στην αιρετικά ελληνική Δύση οι θνητοί πέφτουν από την Σκύλλα στην Χάρυβδη. Ή τους ζώνουν τα φαρμακερά φίδια των λόγων και καταντάνε ψυχρά κομπιουτεράκια, ή χάνονται στο χαώδες δάσος των λογισμών και των εικόνων (χάρυβδη εκ του χάος) γλυκύτατοι φευγάτοι "ποιητές". Στα ελληνικά όμως, στις Ώρες των Χριστουγέννων, ακούμε τον ιερέα να εύχεται: "Καθήλωσον εκ του φόβου σου τας σάρκας ημών, και μη εκκλίνης τας καρδίας ημών εις λόγους, ή εις λογισμούς πονηρίας· αλλά τω πόθω σου τρώσον ημών τας ψυχάς". Λόγος, η γραμμική λεκτική σκέψη· λογισμός, το τρισδιάστατο οικοδόμημα που διαθέτει διασυνδέσεις όχι μόνο στο επίπεδο αλλά στο χώρο (σχέση λογική, σχέση εικονική, σχέση λόγω διασυνδέσεων από την ακοή, όσφρηση κ.λπ.). Στα ελληνικά ποιητής σημαίνει, "αυτός που ποιεί", "αυτός που κάμνει" και όχι αυτός που την "κάμνει". Αντιμετωπίζει τις λέξεις και ως πράγματα και "γιά τη μορφή, ομορφιά, στο καθαρτήριο πυρ του λόγου, κατακαίει ο ποιητής τη σάρκα του, μυθοποιός, μυθοπλάστης". Το αποτέλεσμα ωφείλει να έχει καθολικότητα, απλότητα, να είναι σαφές και λακωνικόν.

Από το επίμετρο του Ν. Γ. Πεντζίκη στό,

Ο ΙΓΚΙΤΟΥΡ ή Η ΤΡΕΛΑ ΤΟΥ ΕΛΒΕΝΟΝ

Ο Μύθος, ενότητα, ταυτότητα του υποκειμενικού με το αντικείμενο, σχετικός πάντα με το προπατορικό αμάρτημα, καρδιά του και κέντρο, κοινός παραδομένων λόγων και κινήσεων χώρος, κοινωνικός, θρησκευτικός, εξηγεί την έκπτωση του θνητού, της περίπτωσης, συντηρεί τη μορφή και λυτρώνει.

Ο μύθος εκφεύγει του λόγου ακόμα και στα αφορώντα τον θεό λόγο.

Ο λόγος αναλύει, διαλύει το μύθο, κληρονομάει την απιστία, μηδενίζει την ύπαρξη, καταστρέφει τη μορφή.

Η μορφή, ατομική, θνητή, ζωή, αφήνει το γεγονός της απάνω στο λόγο, τον παραλλάζει σε μύθο, πέρα από το θάνατο.

Για τη μορφή, ομορφιά, στο καθαρτήριο πυρ του λόγου, κατακαίει ο ποιητής τη σάρκα του, μυθοποιός, μυθοπλάστης. (σ. 35)

η ουσία του μυστηρίου είναι στους τύπους, στους τύπους η αθανασία της καλλιέργειας του ανθρώπου, στους τύπους που συσκοτίζουν και διεγείρουν το πνεύμα. (σ. 40)

Θεωρίες σαν του Δαρβίνου και η επακόλουθή τους πρόοδος του επιστημονικού πνεύματος, που πήγαινε να γίνει θρησκεία στην εποχή, καθώς γκρέμιζε με τη θαυμαστή του ανάπτυξη χιλιόχρονα ταμπού που περιόριζαν και όριζαν την ανθρώπινη σκέψη και όραση, ... στους διάφορους τόπους, που δεν έχουν την μακρά παράδοση καλλιέργειας του γαλλικού πνεύματος, ούτε τη θαυμαστή και άτρομη, κλασικά απαθή, ισορροπία του, της δημοκρατίας και ισοπολιτείας των ιδεών, που επιτρέπει την άνθηση κάθε εξαίρεσης φιλοξενώντας την μ’ αγάπη, για τον σχηματισμό του μύθου του καινούριου ανθρώπου, ακούστηκαν σπάταλα έντονες φωνές ατομικές που γύρεψαν να υψώσουν, είτε εν ονόματι ενός άκρατου υποκειμενισμού, είτε με την πιο αυστηρή έννοια της αντικειμενικότητας, απόλυτα καθολικούς νόμους, αντιμετωπίζοντας έτσι τον μηδενισμό της γνώσης και την αγωνία που εμβάλλει στις ψυχές, δίχως ν’ αναλογιστούν πόσο μπορεί να είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο κάθε απόλυτο βγαλμένο μέσα από τον αναγκαστικό διχασμό της σκέψης που επιβάλλει η ιδεαλιστική διάκριση του υποκειμένου και αντικειμένου, που κάνει κάθε επιστροφή σε πρωτόγονους μύθους πίστης να καταλήγει υποχρεωτικά σ’ έννοιες υπερανθρώπων, (σ. 47)

 

Από το βιβλίο,

ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ, ΥΛΗ ΚΑΙ ΝΟΥΣ

Ότι παρατηρούμε με τα μάτια μας είναι μόνο μια εικόνα της πραγματικότητας. Αυτό οφείλεται στο ότι τα σήματα της πραγματικότητας που λαμβάνουμε μέσω των αισθητήριων οργάνων μας εξελίσσονται (ασυνείδητα) από τον εγκέφαλο, δίνοντας την αίσθηση του τι έχουμε άμεσα μπροστά μας, και είμαστε πλήρως πεπεισμένοι ότι αυτή η εντύπωση (εικόνα) είναι ταυτόσημη με την κατάσταση της πραγματικότητας. (σ. 19)

Η εικόνα της πραγματικότητας που σχεδιάστηκε από τα άτομα πρέπει να είναι σωστή (να βοηθάει στην επιβίωση) αλλά για λόγους οικονομίας να περιέχει μόνο τις απόλυτα απαραίτητες για την επιβίωση πληροφορίες. Π.χ. για να βρούμε τη θέση μας στον κινηματογράφο δεν είναι αναγκαίο να πάρουμε από το ταμείο ένα μικρό αληθινό πλάνο της αίθουσας, ακρεί ένα εισητήριο με τον αριθμό της θέσης μας. (σ. 77)

Η εικόνα περιέχει πλευρές της πραγματικότητας μόνο στη μορφή συμβόλων, δηλ. Τα στοιχεία στις εικόνες δεν είναι ταυτόσημα με τα αντίστοιχα στοιχεία στην πραγματικότητα. (σ. 101)

Ο "κόσμος", ο οποίος σχεδιάστηκε από τον εγκέφαλό μας είναι μια εφεύρεση του εγκεφάλου μας και εξαρτάται από το είδος (σ. 101-102)

Μέσα σε μια εικόνα δεν υπάρχουν ποτέ υλικά αντικείμενα αλλά μόνο σύμβολα (σ. 150)

Δεν υπάρχει καμία ιδέα που να μπορεί να γίνει αντιληπτή όντας ανεξάρτητη της εικόνας, δηλ. δεν υπάρχει καμία εξωτερική ιδέα η οποία θα καθιστούσε δυνατή μια άμεση παρατήρηση της βασικής πραγματικότητας. (σ. 151)

Δεν μπορούμε να διατυπώσουμε οποιαδήποτε άμεση πρόταση για την βασική πραγματικότητα. Μπορούμε όμως να κατασκευάσουμε εικόνες της βασικής πραγματικότητας σε διάφορα επίπεδα. 1. Οι εικόνες σχηματίζονται με ένα μη-συνειδητό τρόπο από τα αισθητήρια όργανά μας, χωρίς συνειδητή δράση του παρατηρητή. 2. Οι εικόνες κατασκευάζονται με την σκέψη, δηλ. οι εικόνες ενεργοποιούνται με την συνειδητή δράση του παρατηρητή. (σ. 153)

Όταν μεταβαίνουμε από το ένα στο άλλο πλαίσιο σκέψης, οι διαδοχικές δομές της σκέψης γίνονται δυσανάλογες. (σ. 169)

Λόγω της "μόνιμης επανεκκίνησης" από την γνωστική άποψη, δεν μπορούμε να υποθέσουμε ότι μόλις τώρα φθάσαμε σε ένα γνωστικό σημείο τερματισμού. Πρέπει μάλλον να υποθέσουμε ότι στο μέλλον ένα εντελώς νέο πλαίσιο σκέψης μπορεί να είναι απαραίτητο, το οποίο θα μας δίνει την δυνατότητα να δούμε τα πράγματα και την πραγματικότητα κάτω από ένα εντελώς διαφορετικό πρίσμα. (σ. 174)

Η εμπειρική ανακάλυψη (που προκύπτει από την ανάλυση των γεγονότων που παράγονται από την ιστορία της επιστήμης), ότι η επιστήμη προοδεύει βάσει μιας ακολουθίας δυσανάλογων σχημάτων της σκέψης (εικόνες), πρέπει να θεωρηθεί ισοδύναμη μ’ εκείνη του σχετικού πειράματος στο εργαστήριο. (σ. 176)

Η "πραγματικότητα καθεαυτή" δεν μπορεί άμεσα να καταγραφεί, αλλά μπορούμε να σχηματίσουμε εικόνες της κι αυτές οι εικόνες ή οι εκτιμήσεις της πραγματικότητας δεν ανακλούν την "πραγματικότητα καθεαυτή" με την μορφή μιας ακριβούς αναπαραγωγής, δηλ. Οι θεωρητικοί όροι (ηλεκτρόνια κλπ) μπορούν να εξαφανιστούν ενώ μπορούν να εμφανιστούν άλλοι, δηλ. Τα πράγματα πάνε και έρχονται. (σ. 176)

 

Από το περιοδικό QUANTUM

Σε κάθε μικροσκοπικό πυρήνα ανθρώπινου κυττάρου υπάρχει ένα νήμα DNA μήκους σχεδόν δύο μέτρων. ... Περιέχει ένα κουλουριασμένο σύρμα DNA μήκους 1.600 μέτρων! ... Το DNA όμως δεν περιλαμβάνει την περιγραφή της μύγας ή το σχέδιο της κότας ... Είναι πολύ χρησιμότερο να φανταζόμαστε ότι όλα τα γονίδια του DNA συνεισφέρουν σε κάθε χαρακτηριστικό και ότι κάθε γονίδιο συνεισφέρει σε όλα τα χαρακτηριστικά, παρά να θεωρούμε ότι κάθε χαρακτηριστικό διαθέτει μια δική του μικρή ομάδη γονιδίων που το "κατασκευάζουν". ... Περίπου το 60% του DNA που μεταφέρει πληροφορίες ... οι οποίες είναι ίδιες στη μύγα, στο κοτόπουλο και στον άνθρωπο. ... Οι διαφορές των οργανισμών, όσο μεγάλες και αν είναι, δεν οφείλονται απαραίτητα σε μεγάλες διαφορές του DNA. (Το DNA του χιμπαντζή και του ανθρώπου είναι κατά 99% ίδια) ... μια ελάχιστη διαφορά θα μπορούσε να αρκέσει για να στρέψει την ανάπτυξη προς νέα κατεύθυνση. Η μύγα και η κότα θα μπορούσαν να έχουν το ίδιο DNA , εκτός από αυτό τον μοναδικό αρχικό "διακόπτη", μέσω του οποίου οι κατευθύνσεις αποκλίνουν. ... το ίδιο DNA θα μπορούσε να αναπαράγει κοτόπουλα σε "χ" θερμοκρασία και μύγες όταν θα βρισκόταν σε "ψ" θερμόκρασία. (σ. 2-5)

Από το βιβλίο,

ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ

Ο λόγος του μυαλού αλλοίωση δεν κάνει στις ψυχές, γιατί είναι σάρκα. Ο λόγος του Θεού που γεννιέται από το Άγιο Πνεύμα έχει την θεία ενέργεια και αλλοιώνει τις ψυχές. Το Άγιο Πνεύμα δεν κατεβαίνει με μηχανές· γι’ αυτό η Θεολογία δεν έχει καμμιά δουλειά με το στείρο επιστημονικό πνεύμα. Το Άγιο Πνεύμα κατεβαίνει μόνο Του, όταν βρη τις πνευματικές προϋποθέσεις στον άνθρωπο. Πνευματική προϋπόθεση είναι να ξεσκουριάση ο άνθρωπος τα πνευματικά του καλώδια, να γίνη καλός αγωγός, για να δεχθή το πνευματικό ρεύμα του θείου φωτισμού, και έτσι γίνεται πνευματικός επιστήμων, θεολόγος. Όταν λέω θεολόγος, εννοώ αυτούς τους θεολόγους που έχουν αντίκρυσμα θεολογικό και το πτυχίο τους έχει αξία, και όχι αυτούς που έχουν μόνο χαρτί χωρίς αντίκρυσμα και το πτυχίο τους είναι όμοιο με τα χρήματα της Κατοχής. (σ. 213)

Μεγάλο κακό είναι όταν θεολογούμε ξερά με το μυαλό μας και το μυαλό μας το παρουσιάζουμε για Άγιο Πνεύμα. Αυτό λέγεται εγκεφαλολογία, η οποία γεννάει Βαβυλωνία, ενώ στην Θεολογία υπάρχουν μεν πολλές γλώσσες, πολλά χαρίσματα, αλλά όλες οι γλώσσες συμφωνούν, γιατί ένα είναι το Αφεντικό τους, το Άγιο Πνεύμα της Πεντηκοστής, και οι γλώσσες είναι πύρινες. (σ. 214)

Καλές είναι οι εγκεφαλικές δυνάμεις που ανεβάζουν τον άνθρωπο στην σελήνη, με δισεκατομμύρια έξοδα καυσίμων κ.λ.π., αλλά καλύτερες είναι οι πνευματικές δυνάμεις, που ανεβάζουν τον άνθρωπο στον Θεό, που είναι και ο προορισμός του, και με λίγα καύσιμα, με ένα παξιμάδι. .....(σ. 215)

Ο πατέρας του Αβραάμ ήταν ειδωλολάτρης· λάτρευε τα είδωλα. Ο Αβραάμ είδε το σύμπαν, προβληματίσθηκε που λάτρευαν τα άψυχα είδωλα και δούλεψε το μυαλό του: "Δεν μπορεί, είπε, αυτά τα είδωλα, αυτά τα ξύλα, να είναι θεοί, να δημιούργησαν αυτόν τον κόσμο. Ποιός έκανε τον ουρανό, τ’ αστέρια, τον ήλιο κ.λ.π.; Πρέπει να βρώ τον αληθινό Θεό κι Αυτόν θα πιστέψω και θα προσκυνήσω". Τότε λοιπόν ο Θεός του αποκαλύφθηκε και του είπε: "Έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου" και τον πήγε στην Χεβρώμ, και έγινε αγαπημένο παιδί του Θεού. Ο μορφωμένος, και ευλάβεια να μην έχη, επειδή μπορεί εύκολα να καταλάβη, με λίγη ταπείνωση και λίγο αγώνα θα προχωρήση. (σ. 221)

Σήμερα οι περισσότεροι κοιτάζουν τί γράφουν τα βιβλία, τί γράφουν οι σημειώσεις. Σ’ αυτά παραμένουν. ... Θέλω να τονίσω δηλαδή πώς ο άνθρωπος πρέπει να δουλεύη το μυαλό. Όλη η βάση εκεί είναι. Γιατί, αν δεν δουλεύη το μυαλό, μαθαίνει, ας υποθέσουμε, τώρα αυτό, θα μπερδευτή ύστερα στο άλλο. Γι’ αυτό σκοπός είναι να γεννάη το μυαλό του, να βρίσκη λύσεις. Αν δεν γεννάη, τότε είναι υπανάπτυκτο. (σ. 303)

Δυστυχώς στην εποχή μας έχουμε πολλούς που ταράσσουν την Μητέρα Εκκλησία. Όσοι από αύτούς είναι μορφωμένοι έπιασαν το δόγμα με το μυαλό και όχι με το πνεύμα των Αγίων Πατέρων. Όσοι πάλι είναι αγράμματοι έπιασαν και αυτοί το δόγμα μ.έ τα δόντια, γι’ αυτό και τρίζουν το δόντια, όταν συζητούν εκκλησιαστικά θέματα, και έτσι δημιουργείται μεγαλύτερη ζημία στην Εκκλησία από αυτούς παρά από τους πολέμιους της Ορθοδοξίας μας. Καλά είναι το ποτάμι να μην είναι πολύ ορμητικό, γιατί παίρνει σβάρνα κούτσουρα, πέτρες, ανθρώπους, αλλά ούτε βέβαια και πολύ ρηχό, γιατί θα κάθωνται κουνούπια ... (σ. 323)

 

 

ΓΕΝΙΚΑ

Ο ιερός Αυγουστίνος γεννήθηκε το 354 και πέθανε το 430. Σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του την έζησε στη ρωμαϊκή βόρεια Αφρική, εκτός από πέντε χρόνια στην Ιταλία, στη Ρώμη και το Μιλάνο.

Ο Αυγουστίνος έγραψε πάρα πολλά έργα. Ήταν πράγματι ένας χαρισματικός στοχαστής, "πολύπλευρο τάλαντο και πληθωρική προσωπικότητα". Αλλά ήταν ημιμαθής (δέν γνώριζε Ελληνικά), και επαρχιώτης, "η Αφρική ήταν μια καθυστερημένη και απομονωμένη επαρχία, και χρειάζονταν βιβλία και μεταφράσεις ελληνικών έργων στα λατινικά." Έζησε αποκομμένος σε μια ακριτική περιφέρεια και δεν είχε δυνατότητα επικοινωνίας με τα κέντρα της εποχής. Για παράδειγμα ενώ "στή Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης το 381, αποφασίστηκε ότι το Πνεύμα εκπορεύεται μόνο εκ του Πατρός, ο Αυγουστίνος δεν έμαθε ποτέ γι’ αυτή την απόφαση που έγινε γνωστή στη Δύση τουλάχιστον 20 χρόνια μετά το θάνατό του." Για τη σχέση του με τα ελληνικά γράφει στις εξομολογήσεις του: "Τα ελληνικά τα μισούσα." "Γιατί, λοιπόν, αντιπαθούσα τα ελληνικά; ... Φαίνεται πώς όλη τη γοητεία της ελληνικής λογοτεχνίας μου τη χαλούσε η δυσκολία -ναί, η δυσκολία της εκμάθησης- της ξένης γλώσσας."

Από την εποχή που ήταν στην Καρχηδόνα, στα νεανικά του χρόνια, "οι προσπάθειές του να διαβάσει τη Βίβλο τον γέμισαν απογοήτευση, τόσο για το απλοϊκό ύφος όσο και για το περιεχόμενο, το οποίο συναντούσε τη σφοδρή αντίδραση των μανιχαίων, που θεωρούσαν σκανδαλώδη τη ζωή των πατριαρχών." Επίσης, "όταν, ο Αμβρόσιος ανέθεσεν εις τον Αυγουστίνον, προπαρασκευαζόμενον δια το βάπτισμα, να μελετήση τον προφήτην Ησαΐαν, ο Αυγουστίνος άφησε την μελέτην εις την μέσην διότι, ως μας πληροφορεί εις τας Εξομολογήσεις του, δεν τον εκατάλαβεν. Αντ’ αυτού ησχολήθη με την φιλοσοφίαν, με αποτέλεσμα να προσέλθη εις το βάπτισμά του, έχων σχηματίσει την απόλυτον πεποίθησιν, ως γράφει εις το Contra Academicos, ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των Πλατωνικών και της Αγίας Γραφής."

Κύρια αστοχία του Αυγουστίνου θεωρείται η άποψη που διατυπώνει στο έργο του De Trinitate ότι δεν θα βραδύνει να γνωρίσει τη θεία ουσία Ο π. Ιωάννης το επισημαίνει συχνά. Ο Αυγουστίνος πιστεύει ότι "οι πιστοί δύνανται εν τη ζωή ταύτη να γνωρίσουν μέσω της Αγίας Γραφής και της φιλοσοφίας την ουσίαν του Θεού και ότι εις την μέλλουσαν ζωήν οι σεσωσμένοι θα γνωρίζουν απ’ ευθείας την θείαν ουσίαν." Όπως τονίζει και ο Νίκος Ματσούκας προβληματική είναι "η μη διάκριση ουσίας και ενέργειας στον Θεό". Αυτά, όμως, ο ιερός Αυγουστίνος τα εγραφε στις αρχές του 5ο αιώνα (399-419), σε μια μακρινή επαρχία της Δύσης χωρίς να γνωρίζει ελληνικά. Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι ο μαθητής του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου ο άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος στο λόγο του προς τον ηγούμενο Λεόντιο χρησιμοποιεί αντίστοιχη ορολογία: "Και γαρ ο Θεός, ουκ εν μόνη τη μακαρία και ακαταλήπτω αυτού ουσία γνωρίζεται· τούτο γαρ εν τω μέλλοντι αιώνι, τοις Αγίοις αυτού μόνοις τετήρηται· αλλά και εκ της μεγαλειότητος και καλλονής των αυτού κτισμάτων και εκ της καθ’ ημέραν γινομένης διοικήσεως αυτού και προνοίας, γνωρίζεται·" Το κύριο πρόβλημα δεν είναι αυτή καθ’ αυτή η λανθασμένη χρήση του όρου, αλλά η όλη ατμόσφαιρα της αυγουστίνειας πνευματικότητας.

Το "εγώ" στον Αυγουστίνο

Το κύριο πρόβλημα του Αυγουστίνου φαίνεται ότι είναι η γνωσιολογία. Αυτή διαμορφώνει και την προβληματική του οντολογία. "Κατά τον Αυγουστίνον δύναταί τις να γνωρίση τα περί Θεού ή μέσω της φιλοσοφίας, ιδιαιτέρως της Νεοπλατωνικής, ή μέσω της αποκαλύψεως. Πρώτον αποδέχεται ο πιστός τα δεδομένα ή τα δόγματα της φιλοσοφίας και της Αγίας Γραφής δια της πίστεως και εν συνεχεία, εάν έχη την διανοητικήν ικανότητα," "προσπαθεί να κατανοήση αυτά δια της λογικής." Γνώση είναι η κυριαρχία της διάνοιας του υποκειμένου επί των αντικειμένων πραγμάτων. Ο άγιος Μάρκος ο ασκητής όμως τονίζει: "Ο μη γινώσκων την αλήθειαν, ουδέ αληθώς πιστεύειν δύναται. Η γαρ γνώσις, κατά φύσιν προηγείται της πίστεως." Προηγείται η βιωματική γνώση, και έπεται η πίστη, η δυνάμενη "όρη μεθιστάναι".

"Αλλ’ η κατ’ ευθείαν γενομένη εις τον νουν αποκάλυψις, εθεωρείτο υπό του Αυγουστίνου ως ανωτέρα των ως άνω, μέσω δήθεν κτισμάτων, γενομένων αποκαλύψεων. ... Κατά την εκδοχήν ταύτην το αποκαλυφθέν αποκαλύπτεται, δια να γίνη αντιληπτόν εις την λογικήν του ανθρώπου." "Δια τον λόγον αυτόν ο Βαρλαάμ ισχυρίζετο ότι η γενομένη δια του Θαβωρίου φωτός αποκάλυψις ήτο "χείρω νοήσεως", δηλαδή κατωτέρα της γενομένης κατ’ ευθείαν εις τον νουν και ακόμη της απλής νοήσεως. Δηλαδή ισχυρίζετο ότι "Το εν Θαβωρίω λάμψαν φως Θεότητος ουκ απρόσιτον ήν, ουδέ κατά αλήθειαν υπήρχε φως Θεότητος, ουδέ αγγέλων όλως ιερώτερον ή θειότερον, αλλά και χείρον και κατώτερον και αυτής της ημετέρας νοήσεως. ... Διό και ορώμενον ήν υπό των στέρησιν πασχόντων των νοερών ενεργειών, μάλλον δε μηδέπω ταύτας όλως κτησαμένων και μήπω κεκαθαρμένων όντων, αλλά ατελών αξιωθέντων της των θεοειδών νοήσεων. Αναγόμεθα δε από του τοιούτου φωτός επί νοήματα και θεωρήματα, ά κρείττω εστίν ασυγκρίτως του φωτός εκείνου."

"Ο Αυγουστίνος εισάγει στον δυτικό κόσμο έναν παραποιημένο και με χριστιανικό ένδυμα ελληνισμό στη μορφή του πλατωνισμού και του νεοπλατωνισμού, με έντονα μανιχαϊκά και δυϊστικά σπέρματα." "Ο Αυγουστίνος ταυτίζει τον φυσικό κόσμο με το βασίλειο του κακού που ανταγωνίζεται το βασίλειο του καλού, το οποίο βρίσκεται πέρα από το ορατό, στην περιοχή του πνεύματος και της ψυχής" ο Θεός υπάρχει επειδή υπάρχει ο άνθρωπος με ψυχή και αυτοσυνείδηση. Δηλαδή έχουμε μία γνωσιολογία που στηρίζεται στην ψυχολογική αυτοσυνειδησία του ανθρώπου. Χαρακτηριστικά ο Αυγουστίνος λέει: "Αμφιβάλλω άρα υπάρχω", προλαμβάνοντας έτσι τον Κατρέσιο που δίδασκε ομοίως: "Σκέπτομαι άρα υπάρχω".

"Στον Αυγουστίνο η υποκειμενοκρατία (υποκειμενισμός) εκφράζεται ως "intellectus ratio", δηλαδή ως νοησιαρχισμός νεοπλατωνικής προέλευσης. Το ανθρώπινο υποκείμενο που ταυτίζεται με την ψυχή έχει την ικανότητα παράστασης, κρίσης και βούλησης (memoria, intellectus, voluntas). ... Ο Θεός είναι απλώς το μέσο για να φθάσει ο υποκειμενικός και εγωτικός άνθρωπος στην ατομική του μακαριότητα." Κατά τον αυγουστίνειο νοησιαρχικό υποκειμενισμό, ο Θεός ως ύπαρξη μένει οντολογικά χωριστός του κόσμου και της ύλης, ενώ η γνώση του Θεού δεν είναι άλλο από την υποκειμενική αυτοσυνείδηση της ιδέας του Θεού μέσα στην ανθρώπινη ψυχή."

Αναλογία όντος, αναλογία πίστεως

Αυτή η γνώση είναι δυνατή λόγω "τής λεγόμενης φυσικής αποκαλύψεως της αναλογίας του όντος, analogia entis και της υπερφυσικής δηλαδή της αναλογίας της πίστεως, analogia fidei. Η πρώτη θεμελιώνεται στην υποτιθέμενη ομοιότητα μεταξύ Θεού και δημιουργίας. Υποτίθεται ότι η κτιστή πραγματικότητα είναι αντίγραφο των ακτίστων εν τω Θεώ ιδεών.

Όλοι οι ορθόδοξοι ομολογούμε την καταδίκη όσων πιστεύουν στην ύπαρξη τέτοιων άκτιστων αρχετύπων κατά την διάρκεια της ακολουθίας της Κυριακής της Ορθοδοξίας"

δεύτερη αναλογία βασίζεται στην υποτιθέμενη ομοιότητα μεταξύ Θεού και Γραφής μια και Αυτός υποτίθεται ότι εκεί αποκαλύπτει τον Εαυτό Του και τα έργα Του. Αυτό κατ’ αρχήν είναι αλήθεια, αλλά μόνο γι’ αυτούς που διαβάζουν και μελετάν τη Βίβλο έχοντας αποκτήσει την ίδια εμπειρία του δοξασμού σαν τους προφήτες και τους αποστόλους της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης."

"Όταν η Γραφή χρησιμοποιείται σωστά οδηγεί τον καθένα στην κάθαρση, το φωτισμό της καρδιάς καί, όταν θελήσει ο Κύριος, στην θέωση. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα στη Γραφή το οποίο να έχει πραγματική ομοιότητα με το άκτιστο. Αυτό συμβαίνει επειδή "Θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον" και "δέν υπάρχει ομοιότητα μεταξύ ακτίστου και κτιστού". Αυτή την πραγματικότητα την γνωρίζει κανείς μέσω της δικιάς του εμπειρίας της θέωσης. ... Όταν κανείς αποκτήσει την "αδιάλειπτη νοερά προσευχή" μέσα στην καρδιά του, οι λόγοι της Βίβλου και των Πατέρων διαβάζονται σαν ανοικτό βιβλίο. ...

Η Βίβλος το κέντρο της ανθρώπινης προσωπικότητας το ονομάζει το "πνεύμα" του ανθρώπου, αυτό που οι Πατέρες επίσης ονομάζουν "νοερή ενέργεια"."

Ο άνθρωπος μετά την πτώση νοσεί και εγκλωβισμένος στους δερμάτινους χιτώνες αγωνίζεται να προσεγγίσει το θείον. "Η εν λόγω νόσος συνίσταται εις το ότι υπάρχει βραχυκύκλωμα μεταξύ του πνεύματος εν τη καρδία του ανθρώπου (δηλαδή της κατά τους πατέρας νοεράς ενεργείας) και του εγκεφάλου. Εις την φυσιολογικήν της κατάστασιν η νοερά ενέργεια κινείται κυκλικώς ωσάν στρόφαλος προσευχομένη εντός της καρδίας. Εις την νοσούσαν κατάστασίν της η νοερά ενέργεια δεν στροφαλίζεται κυκλικώς. Αλλά ξεδιπλωμένη και ριζωμένη εις την καρδίαν κολάει στον εγκέφαλον και δημιουργεί βραχυκύκλωμα μεταξύ εγκεφάλου και καρδίας. Έτσι τα νοήματα του εγκεφάλου, που είναι όλα από το περιβάλλον, γίνονται νοήματα της νοεράς ενεργείας ριζωμένη πάντα στην καρδίαν. Έτσι ο παθών γίνεται δούλος του περιβάλλοντός του. Ως εκ τούτου συγχέει ορισμένα προερχόμενα εκ του περιβάλλοντός του νοήματα με τον θεόν ή τους θεούς του."

Φυσιολογική συνέπεια της αποδοχής της δυνατότητας ύπαρξης αναλογίας στο επίπεδο του όντος και σε αυτό της πίστεως είναι η ειδωλολατρία. "Με τον όρον Θρησκεία εννοούμεν κάθε “ταύτισιν” του ακτίστου με το κτιστόν και μάλιστα κάθε “ταύτισιν παραστάσεων” του ακτίστου με νοήματα και ρήματα της ανθρωπίνης σκέψεως, που είναι το θεμέλιον της λατρείας των ειδώλων. Τα νοήματα και ρήματα αυτά δύναται να είναι απλώς νοήματα και ρήματα ή και παραστάσεις και με αγάλματα και εικόνας εντός και εκτός νομιζομένου θεοπνεύστου κειμένου. Με άλλα λόγια και η ταύτισις των περί Θεού νοημάτων και ρημάτων της Αγίας Γραφής με το άκτιστον ανήκει και αυτή εις τον κόσμον της ειδωλολατρείας και είναι το θεμέλιον όλων των μέχρι τούδε αιρέσεων.

Εις την θεραπευτικήν παράδοσιν της Π. και της Κ. Διαθήκης χρησιμοποιούνται κατάλληλα νοήματα και ρήματα ως μέσα κατά την διάρκειαν της καθάρσεως και του φωτισμού της καρδίας και τα οποία καταργούνται κατά την διάρκειαν του δοξασμού όταν αποκαλύπτεται εν τω σώματι του Χριστού η πληρούσα τα κτιστά πάντα απερίγραπτος, ακατάληπτος και άκτιστος δόξα του Θεού. Μετά τον δοξασμόν τα νοήματα και τα ρήματα της νοεράς εν τη καρδία προσευχής επανέρχονται. Από τον δοξασμόν του ο παθών διαπιστώνει ότι ουδεμία ομοιότης υπάρχει μεταξύ κτιστού και ακτίστου και ότι Θεόν φράσαι αδύνατον και νοήσαι αδυνατώτερον." ... Η πίστις, κατά την Αγίαν Γραφήν, είναι η συνεργασία με το Άγιον Πνεύμα, το Οποίον εγκαινιάζει την θεραπείαν της νόσου της ιδιοτελούς αγάπης εις την καρδίαν και την μεταβάλλει εις αγάπην, η οποία “ου ζητεί τα εαυτής.” Η θεραπεία αυτή κορυφώνεται με τον δοξασμόν (τήν θέωσιν)"

Το "εγώ" και η "αναλογία" στη διδασκαλία του Αρχ. Σωφρονίου

Το κύριο πρόβλημα του ανθρώπου είναι η υπερηφάνεια, η ψευδαίσθηση ότι μπορεί να ζήσει μόνος του αυτόνομα, ως αυτάρκης. Τότε σφετερίζεται το θεοπρεπές "Εγώ ειμί" και αναγνωρίζει την αρχή του όντος στον εαυτό του. Ο δρόμος πλέον είναι ανοικτός για την γνώση του όντος μέσω της υποτιθέμενης αναλογίας. Το "εγώ" αυτοκαταδικάζεται σε αυτοεγκλωβισμό στο κτιστό του είναι.. Τα όντα πλέον ωφείλουν να υπηρετούν αυτό το αυτόνομο και αυτάρκες "εγώ". Το "εγώ" που αγωνίζεται να αυτοεπιβεβαιώσει την αυτονομία και αυτάρκεια του. Ο Φαρισαίος, κυρίαρχος πάντων, με βραχυκυκλωμένη την φυσική αγαπητική του δυνατότητα στην φίλαυτη εκφορά της.

Η μετάνοια αυτή ακριβώς την ύβρη θεραπεύει. Το κτιστό ανθρώπινο "εγώ" αναγνωρίζει την κτιστότητα του, ρεαλιστικά παραδέχεται τη μή-αυτονομία, τη μή-αυτάρκειά του. Με δάκρυα θρηνεί τη κυριαρχία του θανάτου, το ζοφερό άδη της καρδιάς του και δέχεται να απωλέσει τη τάχα ζωή του για να κερδίσει την όντως Ζωή. Μετανοεί, αναγνωρίζει ότι το μόνο που έχει δικό του είναι η αμαρτία, ο θάνατος, το μηδέν. Ταπεινά ζητά σαν δούλος το έλεος του Κυρίου του. Ζητά Ζωή αληθινή, απαλλαγμένη εκ της φθοράς. Ταπεινός Τελώνης, ανάξιος του ελέους Του. Ζητά να θεραπευτεί το βραχυκύκλωμα της φιλαυτίας, να πάψει η φυσική αγάπη φίλαυτα να αυτοκαταστρέφεται ώστε ο θνητός να γίνει καθαρός καθρέπτης της όντως αγάπης.

α) Η θεωρία της "ανεστραμμένης πυραμίδος"

"Η εμπειρική γνώση της ταπεινής αυτής αγάπης (τού Χριστού) οδήγησε τον Γέροντα Σωφρόνιο στην πρωτότυπη διατύπωση της θεωρίας της "ανεστραμμένης πυραμίδος", θεωρίας που εξηγεί με τον καλύτερο τρόπο το μυστήριο της αγάπης του Χριστού και πώς αυτή ενεργεί ή πάσχει μέσα στον κόσμο αυτόν, ο οποίος "εν τω πονηρώ κείται".

Στην θεωρία αυτή παρουσιάζεται όλο το ανθρώπινο είναι δομημένο σαν πυραμίδα. Η ιεράρχηση σε ανώτερη και κατώτερη τάξη ανθρώπων, όπως και κάθε διαίρεση και ανισότητα ανάμεσά τους, είναι συνέπεια της πτώσεως των πρωτοπλάστων. Αυτοί που βρίσκονται στην κορυφή της πυραμίδας κατακυριεύουν και κατεξουσιάζουν τους κατώτερους, ενώ η δικαιοσύνη, ως απαίτηση του κατ’ εικόνα Θεού πνεύματος του ανθρώπου, δεν υπάρχει. Για να θεραπεύσει ο Χριστός όλο τον άνθρωπο, να λύσει το αδιέξοδο της αδικίας του και να υψώσει προς τα άνω όλους εκείνους που είναι ταπεινωμένοι στη γή, ανατρέπει αυτή την πυραμίδα του είναι, θέτοντας την κορυφή της προς τα κάτω, και έτσι εγκαθιστά την εσχάτη τελειότητα. Κορυφή της πυραμίδας είναι ασφαλώς ο Ίδιος ο Χριστός ως κεφαλή του σώματος της "καινής κτίσεως".

... Στον πυθμένα της ανεστραμμένης πυραμίδας βασιλεύει το ταπεινό και σωτήριο πνεύμα του εσταυρωμένου Χριστού, που συνέφερε να απολεσθεί "υπέρ του λαού". Εκεί, "ενεργείται όλως ιδιαιτέρα ζωή, φανερούται όλως ιδιαίτερον φως και πνέει ιδιαιτέρα ευωδία".

β) Η θεραπεία

Η αγάπη δεν είναι φυσικό ιδίωμα του "ψυχικού" ανθρώπου, αλλά το οντολογικό περιεχόμενο της μακαρίας Ζωής των θείων Υποστάσεων. Η αγάπη δεν είναι δεδομένο για τον άνθρωπο. Ο Χριστός τον καλεί με τις εντολές της αγάπης να υψωθεί στο Φώς της θείας Αγάπης των Υποστάσεων, Αγάπης η οποία "δέν είναι εκ της γής, αλλά εκ του Ουρανού". Η κλήση αυτή του Κυρίου απευθύνεται στην καρδιά, "τό πνευματικόν κέντρον του προσώπου", που κατέχει την ικανότητα να προσλάβει την αιωνιότητα και "νά γνωρίζη το αρχέτυπον αυτής, τον Ζώντα Θεόν".

Όταν έλθει ρήμα Θεού στον άνθρωπο και το αποδεχτεί, το μυστήριο αυτό (τό μυστήριο του σταυρού) γίνεται ενεργό και η θεία αγάπη ως "πύρ" διαπερνά την καρδιά του. (σ. 75)

Η επαφή του πυρός αυτού με την καρδιά του ανθρώπου επιφέρει θαυμαστή αλλοίωση όλου του είναι του ... Η άμωμη αυτή αγάπη του Χριστού αποκαλύπτει ποιός θα έπρεπε να είναι ο αληθινός άνθρωπος, πώς δημιουργήθηκε κατ’ αρχήν και πώς φανερώθηκε εν Χριστώ. (σ. 76)

Η "εις τέλος" αγάπη του Χριστού στην καρδιά του θεράποντά της μετατρέπεται σε τέλεια αγάπη μέχρι αυτομίσους. Στην κατάσταση αυτή του αυτομίσους πείθεται οριστικά ότι, "εάν ο Θεός είναι τοιούτος, ως εφανέρωσεν Αυτόν ο εσταυρωμένος Χριστός, τότε πάντες ημείς και μόνον ημείς είμεθα υπεύθυνοι δια πάντα τα κακά, τα πληρούντα άπασαν την ιστορίαν της ανθρωπότητος". (σ. 77)

Η κατάσταση του Υιού του Θεού, "ός πάντας θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν", μεταδίδεται στον άνθρωπο μαζί με τη συνείδηση της παγκοσμιότητος του Χριστού.

Στην προσευχή για όλο τον κόσμο ο άνθρωπος "αγαπά" και "ζή πάσαν την ανθρωπότητα ως Ένα άνθρωπον". (σ. 79)

Μετά την προπατορική αμαρτία το σκότος της κολάσεως αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της όλης υπάρξεως. Επομένως η καθολική γνώση του μυστηρίου της υπάρξεως είναι ανεπίτευκτη χωρίς την κατάδυση του ανθρωπίνου πνεύματος "εις τα κατώτατα μέρη της γής". Η κάθοδος αυτή γίνεται εκούσια και εμπνέεται από τη θαυμαστή θεωρία της εν Χριστώ κλήσεως. (σ. 168)

Φερόμενος τότε ο άνθρωπος από το Πνεύμα το Άγιο κατακρίνει με αποστροφή την παρά φύση αυτή υποδούλωσή του στην αμαρτία και δέχεται αυτοπροαιρέτως ως άξια και δίκαιη ανταπόδοση την τιμωρία της κολάσεως. Η στάση αυτή του ανθρώπου ενώπιον του Θεού είναι η μόνη αληθινή. .. επιρρίπτει επάνω του το πταίσμα της παραβάσεως. Για το λόγο αυτό γίνεται αληθινός και ελκύει το Πνεύμα της Αληθείας να κατοικήσει μέσα του. Έτσι δέχεται την απαιτούμενη ανδρεία να υπομείνει το μεγάλο πόνο της εκούσιας καταβάσεως στο ζοφερό άδη και τη γέεννα του ασβέστου πυρός, χωρίς να απολεσθεί. Το παντοδύναμο αυτό πυρ κατακαίει την ενέργεια των παθών μέσα στον άνθρωπο, του οποίου το πνεύμα και τα σπλάχνα φλέγονται από πύρινη προσευχή.

Η εκούσια κάθοδος του πνεύματος του ανθρώπου στον άδη, που νικά την υπερηφάνεια, προδιαθέτει ταπεινά την καρδιά του για ένα πλήρες άνοιγμα στην αγάπη του Θεού. (σ. 169)

Η διπλή αυτή εμπειρία, της καταβάσεως του πνεύματος του ανθρώπου στα καταχθόνια και της αναβάσεώς του στα ύψη του ουρανού, είναι το "σημείο" που φανερώνει ότι έχει διανυθεί όλη η οδός του Θεού, όσο αυτό είναι εφικτό πάνω στη γή, και αποβαίνει πια η διόπτρα δια μέσου της οποίας θεωρούνται όλα τα μυστήρια του ουρανού και το μέτρο με το οποίο κρίνονται όλα τα πράγματα της γής. Τότε ακριβώς ο άνθρωπος γίνεται "άρτιος, προς πάν έργον αγαθόν εξηρτισμένος" και "πνευματικός", κατέχοντας το μυστήριο της γνώσεως των οδών της σωτηρίας για τον ίδιο και για τους αδελφούς του. (σ. 171)

Ο αγώνας της καταδύσεως του "ηγεμονικού νού" στην καρδιά, το αόρατο κέντρο του ανθρωπίνου προσώπου, που διεξάγεται με την επίκληση του ονόματος του Κυρίου Ιησού Χριστού, μολονότι είναι ο πιο δύσκολος, είναι ωστόσο ταυτόχρονα και θαυμαστός. Οδηγεί στο έσχατο δυνατό όριο θεογνωσίας πάνω στη γή. Ως τρόπος ζωής ήταν εν μέρει γνωστός και στην Παλαιά Διαθήκη. (σ. 226-227)

γ) Φαντασία και αυτοθέωση

Ο φυσικός νούς είναι "επιρρεπής εις την φαντασίαν" και "ακατάλληλος δια την θεολογίαν". Χωρισμένος από την καρδιά βρίσκεται έξω από το χώρο του Πνεύματος και είναι διασκορπισμένος με τη φαντασία σε όλη την κτίση.

Στο σημείο αυτό, την καρδιά, αποκαλύπτεται η απειρότητα του Κυρίου και συγκεντρώνεται το προσευχόμενο πνεύμα του ανθρώπου. Εκεί "χωρείται ... το ύψος της οράσεως και το βάθος της γνώσεως". Η αυθεντική θεωρία και γνώση του Θεού είναι αναπόσπαστη από την αίσθηση της βαθιάς καρδιάς. Γι’ αυτό και ο λόγος του Θεού βεβαιώνει ότι "ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος" είναι "ενώπιον του Θεού πολυτελής". (σ. 227-228)

Η έσχατη πλάνη στην οποία μπορεί να οδηγηθεί ο άνθρωπος είναι εκείνη της αυτοθεώσεως, κατά την οποία αναγνωρίζει θεία αρχή στην κτιστή φύση του και προσχωρεί στην αίρεση του πανθεϊσμού, φυσική θρησκεία του ανθρώπινου λογικού. (σ. 228-229)

Ο επαιρόμενος με τη φαντασία νούς και η νεκρωμένη από τα πάθη καρδιά βρίσκονται σε κατάσταση, που είναι ενάντια στο νόμο του Πνεύματος του Θεού.

Για να γίνουν λοιπόν το σώμα και το πνεύμα του ανθρώπου τόπος εμφανείας της δόξης του Θεού, χρειάζεται ο ασώματος νούς να επιστρέψει και να ενωθεί με το σώμα, και μάλιστα με το "ενδότατον σώμα" του σώματος, δηλαδή την καρδιά. (σ. 229)

Η εργασία αυτή, που επιτελείται αρνητικά με την απόθεση κάθε αλλοτρίου νοήματος από το νού και θετικά με τη συσσώρευση θείας ενέργειας στην καρδιά, ονομάζεται νοερά ησυχία. (σ. 231)

Η φαντασία, ως λειτουργία του νού, συνδέεται κατ’ αρχάς με την ενέργεια των χονδρών σαρκικών παθών.

Το δεύτερο είδος φαντασίας ονομάζεται ονειροπόληση-ρεμβασμός. (σ. 236)

Το τρίτο είδος φαντασίας έχει χαρακτήρα διανοητικό και βασίζεται περισσότερο στις παραστάσεις της μνήμης και στη διαδικασία της σκέψεως. ... χρήσιμο για τη λύση ενδοκοσμίων προβλημάτων και πολύτιμο για την ανάπτυξη του τεχνικού πολιτισμού ...

Το τέταρτο είδος φαντασίας, είναι και το πιο επικίνδυνο για τον άνθρωπο της προσευχής. Η ανθρώπινη λογική προσπαθεί να συλλάβει το μυστήριο του Θεού και να αναπληρώσει εκείνα που την ξεπερνούν. ... θρησκευτική φαντασία. Αν και πολλοί το εκτιμούν σε σημείο, ώστε να το αποκαλούν "θεολογική δημιουργία", για τον Γέροντα δεν είναι παρά η οδός προς την πλάνη. ... πλάθει τον Θεό κατά την ανθρώπινη εικόνα και ομοίωση. (σ. 237)

Ο προσευχόμενος έχει ως δεδομένο πίστεως ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο, γι’ αυτό χωρίς ανθρώπινες επινοήσεις στρέφεται προς τον Θεό με ανείδεη προσευχή, ωσότου Εκείνος ευδοκήσει να του χαρίσει τη γνώση του Εαυτού Του. Η γνώση αυτή μεταδίδεται ως κατάσταση και αυτήν ο Γέροντας ορίζει ως αληθινή θεολογία.

Αν στη συνέχεια η γνώση αυτή εκφράζεται με ανθρώπινα λόγια, ωστόσο πληροφορεί με χάρη και εμπνέει προφητικά. ... Το λογικό κτίσμα ανεβαίνει στον Θεό όχι με φιλοσοφικό στοχασμό ή διανοητική αφαίρεση, αλλά με τη νοερά προσευχή, δια μέσου της οποίας αποσπάται από κάθε εικόνα και έννοια των κτιστών, για να παρασταθεί γυμνό ενώπιον του Θεού, πρόσωπο με Πρόσωπο. Η απόσπαση δεν γίνεται από καταφρόνηση προς τον κτιστό κόσμο, αλλά από πόθο και αγάπη να ενωθεί με τον ζώντα και αληθινό Θεό... (σ. 238)

Χωρίς την ορμητική αυτή έφεση η φαντασία κρατά τον άνθρωπο στον κόσμο των "φασμάτων" της αλήθειας, και γίνεται αγωγός δαιμονικής ενεργείας. Η ενέργεια αυτή, όταν γίνει αποδεκτή και συσσωρευθεί, οδηγεί τον άνθρωπο στον εωσφορικό πειρασμό της αυτοθεώσεως, αναγνωρίζοντας δηλαδή θεία αρχή στην κτιστή φύση του. ... το ανθρώπινο λογικό αγόμενο από τη δαιμονική φαντασία καταλήγει μοιραία σε φυσικές θρησκείες πανθεϊστικού χαρακτήρα. (σ. 239)

Ο νούς δεν είναι ενωμένος με την καρδιά, αλλά είναι συγκεντρωμμένος στον εγκέφαλο. Ο άνθρωπος υποκύπτει στον πειρασμό να στηριχθεί στη λογική και με τη διάνοιά του να εισχωρήσει ακόμη και στα μυστήρια της θείας υπάρξεως. Η στάση αυτή του διανοουμένου μολύνεται από την υπερηφάνεια, που τον οδηγεί στη διαστροφή του ορθολογισμού. Ο άνθρωπος αυτός μπορεί ίσως να υπερβεί τον εννομικό συλλογισμό και να καλλιεργηθεί διανοητικά, ώστε να κατέχει και τον αντινομικό συλλογισμό, αλλά αυτό δεν είναι ακόμη η αληθινή πίστη ούτε η αυθεντική θεωρία του Θεού.

Ο ορθολογιστής θεολόγος όσο ψηλά και αν ανεβεί και όσο "μυστικό" βάθος και αν πετύχει, επειδή προτάσσει τον κτιστό νού του, η εμπειρία του "είναι κατ’ ουσίαν εμπειρία "πανθεϊστικής" τάξεως". ... Τα έσχατα όρια, στα οποία μπορεί να φθάσει, είναι κάποια μορφή "φωτοειδούς αυτοθεωρίας". Βλέπει τη νοερή του ωραιότητα, το φυσικό φως του νού, που είναι κτισμένος κατ’ εικόνα Θεού. (σ. 240)

Όταν η κτιστή ελευθερία της θελήσεως στρέφεται αυτοερωτικά προς τον εαυτό του, τότε ο άνθρωπος μένει κλειστός στην ενέργεια της χάριτος του Θεού και καταστρατηγεί την ουσία και το νόημα της υποστατικής του αρχής, που οφείλει να τελειωθεί στην κοινωνία της με το Άγιο Πνεύμα και να αναφέρει στον Θεό όλη την κτίση.

Το πάθος της υπερηφάνειας αυξάνει την ενέργεια της φαντασίας, ενώ η ταπείνωση και η ευγνωμοσύνη προς τον Θεό την αναχαιτίζει. (σ. 241)

δ) Ταπείνωση και αποκάλυψη

Οι πνευματικές θεωρίες δίνονται στον άνθρωπο, όχι όταν τις επιδιώκει και συνεπώς θεωρεί τον εαυτό του άξιο γι’ αυτές, αλλά όταν έχει σταυρωμένο το νού του σε βυθό ταπεινώσεως και αισθάνεται χειρότερος από κάθε κτίσμα. (σ. 241)

Η ουσία ή η φύση του Θείου Όντος υπερβαίνει κάθε γνώση και σύλληψη του κτιστού. Η ενέργεια όμως της φύσεώς Του αποκαλύπτεται στα λογικά δημιουργήματα ως χάρη, αγάπη, δύναμη, ζωή, φως κ.ά., και είναι μεθεκτή από αυτά. Η ενέργεια του Θεού είναι ενιαία και απλή. Κατά τα χαρίσματα και τα ενεργήματά της όμως είναι "ποικίλη" και έχει απειρία ονομάτων. Όταν στην πατερική γραμματεία ονομάζεται Φώς, ή και άκτιστο Φώς, δηλώνει τον συγκεκριμένο χαρακτήρα της εμπειρίας της ως ζώσης αισθήσεως, που μετέχεται ακόμη και από το σώμα, στο οποίο παρέχει τον αγιασμό. Δείχνει επίσης ότι η όραση του Φωτός είναι εμπειρία πληρωματική, και γι’ αυτό οράται όχι μόνο από τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής, αλλά και από τους σωματικούς ακόμη οφθαλμούς. Αυτό γίνεται όταν έχει προηγηθεί ο αγιασμός και η ενίσχυση του σώματος, όπως και του ψυχισμού του πιστού από την άκτιστη χάρη του Θεού. Όταν η θεία ενέργεια ή το άκτιστο Φώς μετέχεται αισθητώς από τον άνθρωπο, δεν σημαίνει ότι το άκτιστο μεταβάλλεται σε κτιστό ή το κτιστό σε άκτιστο. Παρά τη στενότατη ένωση των δύο, η διάκριση παραμένει αιώνια και ασύγχυτη, όπως στο Πρόσωπο του Χριστού, ... (σ. 275)

Το Φώς αποκαλύπτει κατ’ αρχάς την αμαρτία και την εξαχρείωση του ανθρώπου. Παρέχει τη συναίσθηση του σκότους που τον περιβάλλει. Η εμφάνιση του Φωτός φέρει τον άνθρωπο στην αληθινή αυτογνωσία. ... "συμπεπυκνωμένην μάζαν απεχθούς ακαθαρσίας". ... Οι επισκέψεις αυτές φέρουν τον άνθρωπο σε απερίγραπτη ταπείνωση, διότι κατανοεί το προαιώνιο σχέδιο του Δημιουργού γι’ αυτόν και την απόστασή του από την εκπλήρωσή του. Ταυτοχρόνως οι ελλάμψεις αυτές θεραπεύουν τη φύση του και αγιάζουν το σώμα του. (σ. 283)

Ο άνθρωπος, όταν "εκ βαθέων" μετανοεί, γίνεται μύστης όλων των φαινομένων του πνευματικού κόσμου μεταξύ των δύο αυτών πόλων. {Στον κατώτερο πόλο συναντάται ο άδης ή το "σκότος το εξώτερον" (όζει η οσμή της φιλαυτίας και της εγωκεντρικότητος μέχρι του μίσους προς τον Θεό), ενώ στον ανώτερο θεωρείται η "Βασιλεία του Θεού εληλυθυία εν δυνάμει" (πνέει η αύρα της αγάπης για τον Θεό μέχρι του αυτομίσους)}. Η γνώση του εκτείνεται από τα βάθη του άδη και φθάνει ώς τα ύψη του ουρανού. Ευρύνει άρρητα το περιεχόμενο του είναι του. (σ. 289-290)

Στην πράξη της ζωής η ταπείνωση είναι η μόνη οδός που οδηγεί στη νίκη του παλαιού ανθρώπου. Η εωσφορική υπερηφάνεια απολιθώνει και αποκρύπτει από τον άνθρωπο "τήν βαθείαν καρδίαν", που είναι ο τόπος της πνευματικής προσευχής, και δημιουργεί πάντοτε αδιέξοδα. Απεναντίας, η ταπείνωση συνοδεύεται με χαρά, κατάνυξη και φώς, τα οποία εξαφανίζουν τους πονηρούς λογιμούς και καθαίρουν το νού και την καρδιά. (σ. 303)

Ο γέρ. Σωφρόνιος υπενθυμίζει το λόγο του αγίου Μαξίμου, ότι είναι η επίγνωση του ανθρώπου ότι έχει "τό είναι δεδανεισμένον" από τον Θεό. ... Έτσι μπορεί να ολοκληρωθεί ως υπόσταση με θεανθρώπινο πλήρωμα. (σ. 305)

"Για να "μετασχηματισθή" το εξουθενημένο από την αμαρτία σώμα και να καταστεί "σύμμορφον τω σώματι της δόξης του Κυρίου", απαιτείται μακροχρόνιος αγώνας νηστείας και μετανοίας. Το σώμα προερχόμενο από τη γη φέρεται προς τα κάτω και επιβαρύνει το πνεύμα με τη φθαρτότητα και τη θνητότητά του." (σ.315)

Στη βαθιά καρδιά ο χριστιανός ανακαλύπτει ότι ο ύπαρξή του είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το είναι όλης της ανθρωπότητος. ... Η αγάπη του Χριστού παρέχει σε αυτόν την αίσθηση ότι όλο το γένος των ανθρώπων είναι αναπόσπαστο μέρος της υπάρξεώς του. ... Βλέπει τον κόσμο εν πνεύματι, όπου και αν βρίσκεται, και ζεί βαθιά τα παθήματά του. Έχει απέναντι στον κόσμο τα ίδια αισθήματα που έχει και ο Θεός και εμπνέεται από την ίδια αγάπη. ... Πάσχει ο ίδιος υπέρ όλου του κόσμου και προσεύχεται γι’ αυτόν με τη συνείδηση ότι "ο αδελφός ημών είναι η ζωή ημών". (σ. 333)

Γενικές επισημάνσεις

Ο σύγχρονος ανθρωποκεντρικός (μέ την έννοια της αυτονομίας και της αυτάρκειας του ατόμου) πολιτισμός, χριστιανικός ή μή, είναι σε μεγάλο βαθμό τέκνο του ιερού Αυγουστίνου. Τέκνο θνησιγενές, αγνώστου μητρός. Αγνώστου μητρός γιατί δεν έχουν τόσο μεγάλη σημασία οι όποιες αστοχίες του Αυγουστίνου όσο η μήτρα που τις εξέθρεψε. Η μήτρα αυτή, η μητέρα του ανθρωποκεντρικού μας πολιτισμού χάνεται στα σκοτεινά μονοπάτια του δυτικού μεσσαίωνα και στα δύσκολα χρόνια των βαρβαρικών επιδρομών στη δυτική ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Από το 400 μ.Χ. και μετά κατέκλυσαν την Ευρώπη οι ορδές που εξέθρεψαν οι σκοταδομουχλοδρυμοί πέραν του Ρήνου. "Το 430 οι Βάνδαλοι πολιορκούσαν ήδη την Ιππώνα. Το τέλος του ρωμαϊκού πολιτισμού στην Αφρική (καί όχι μόνο) βρισκόταν επί θύραις."

"Ο Αυγουστίνος ένας Αφρικανός από τα υψίπεδα της Αλγερίας, που άργησε να φτάσει στην Καρχηδόνα και να δει τη θάλασσα" υπήρξε πολυγραφότατος και χαρισματικός συγγραφέας. Αν και θεωρήθηκε από πολλούς στη Δύση αυθεντία στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής ο ίδιος παραδεχόταν την αδυναμία του. Διατηρεί πάντα τις αμφιβολίες του και με αγωνία επικαλείται τον Κύριο του: "Κάνε να γίνουν οι Γραφές για μένα μια αγνή απόλαυση και να μη χάσω μέσα τους το δρόμο, κι ούτε να χαθούν και άλλοι εξαιτίας μου με όσα θα πώ, προσπαθώντας να τις ερμηνεύσω. Κύριε, εισάκουσέ με και ελέησέ με." "Οι αναρίθμητοι αναγνώστες των ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΝ αναγνώρισαν στο έργο αυτό τη γεύση των πολύ ανθρώπινων προβλημάτων τους και των αδιεξόδων τους. ... Η suavitas (ηδύτης, ηδονή, γλυκύτης) και η humilitas (χαμηλότης, ταπείνωσις) του Αυγουστίνου αποδείχθηκαν χημικές ουσίες με μακρόχρονη, αθροιστική δράση, ουσίες γεννημένες μέσα από την αλχημεία του ερωτικού λόγου, ενός λόγου βέβαιου για το αντικείμενο του έρωτα, ακόμη και όταν -ή κυρίως όταν- μένει ανεπίδοτος και αναπάντητος, δηλαδή ναρκισσικός."

"Οι ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ (397-401) (άρχισε τη συγγραφή τους δέκα τουλάχιστον χρόνια μετά που βαπτίστηκε το 387) είναι ένα έργο που το διατρέχει η αγωνία και το διαπερνά σε τέτοιο βαθμό, ώστε να υπονομεύει ακόμη και την αφηγηματική δομή. Όταν στην πρώτη σελίδα ακούμε ότι η καρδιά του ανθρώπου είναι ανήσυχη μέχρι να αναπαυθεί στους κόλπους του Θεού, η φυσική προσδοκία είναι η κίνηση από την ανησυχία στην ησυχία. ... Όμως μετά τη μεταστροφή βρίσκουμε τον Αυγουστίνο πολύ πιο ανήσυχο από ότι θα μπορούσαμε να περιμένουμε." Ο μαθητής του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου που τόσο αγαπήθηκε από τους μεσσαιωνικούς προγόνους μας, τους περί τη Νέα Ρώμη, ώστε να λένε το ρητό: "πώλησον πάντα και αγόρασον Μάρκον", την ίδια περίπου εποχή, αρχές 5ο αιώνα επισημαίνει με σιγουριά: "Ο γνωστικός και ο ειδώς την αλήθειαν, ου δια μνήμης των πραχθέντων, αλλά δι’ υπομονής των επερχομένων, εξομολογείται τω Θεώ."

1) Ο ανθρωποκεντρικός χριστιανισμός δεν χρειάζεται την Ενσάρκωση. Μάθε και εφάρμοσε. Στηρίξου στα κτιστά. Μπορείς να τα λές όπως θέλεις: κτιστή θεία χάρη ή "μπράτσα" του χαρακτήρα. Συνέπεια ο Φαρισαϊσμός ή η άρνηση. Τυπολάτρης ή εικονοκλάστης.

Τυπολατρεία. Η πίστη σε αναλογία (κτιστού και ακτίστου) αλλοίωσε ριζικά και τραγικά την προπόνηση (άσκηση). "Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται", "ο πνιγμένος πιάνεται από τα μαλλιά του". Πάρε την ταμπέλα της τροχαίας που δείχνει τον δρόμο για την Θεσσαλονίκη, μελέτησέ την και θα γνωρίσεις την Θεσσαλονίκη ... Κάνε το Σταυρό σου τέλεια και είσαι καλός χριστιανός. Τα καλά όμως κόλποις κτώνται. "Ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος παρατηρεί ότι η αμοιβή του Θεού "ου τη εργασία δίδοται, αλλά τη ταπεινώσει". Ο κόπος χρειάζεται μετά για να αφομοιωθούν τα "καλά". Ανθρώπινη συνέργεια και θεϊκή ενέργεια. Ο τύπος φορέας της θείας Χάρης. Ουδεμία αναλογία κτιστού και ακτίστου.

Εικονοκλάστης. Αρνιέται τον τύπο χάριν της ουσίας. Η ουσία του DNA είναι τέσσερα αμινοξέα. Πάρε την ουσία και ξέχνα την ζωή. Η ουσία όμως του DNA είναι η πληροφορία που μεταφέρει για να "μεταφερθεί" η ζωή. Αυτή του η ουσία είναι στη μορφή του, στον τύπο.

Ο Εικονόφιλος σέβεται μέχρι κεραίας τον τύπο για να ρυθμιστεί σε ροή-πνοή-φώς να προσλάβει τη Ζωή. Και όταν σταθεροποιηθεί στην έξη (τής ταπείνωσης) και ριζώσει (στήν αίσθηση του μη αυτόνομου, ζώντας από τους χυμούς του Δένδρου της Ζωής) και γίνει δένδρο ακμαίο, δρά προφητικά και όχι εκσυγχρονιστικά. Δεν ακολουθεί ασθμαίνων και με καθυστέρηση δεκαετιών, δεν αγωνίζεται να αποκτίσει τα προϊόντα της "απόσυρσης" των προηγμένων εταίρων. Δεν αυτοκαταδικάζεται να καταντήσει πολιτισμική χωματερή. Δρά προφητικά, ξεπερνώντας την αμεσότητα, υπερβαίνοντας τους υπάρχοντες τύπους και θεσμούς, δημιουργώντας με έμπνευση "φιλικά προς το περιβάλλον", αγαπητικά, χωρίς να προκαλεί δυσάρεστες παρενέργειες, στη φυσική και πολιτισμική περιρρέουσα κτιστή πραγματικότητα. Τότε όντας προφήτης, ιερέας, όντως λειτουργεί εις τύπον και τόπον Χριστού.

Με τη λήξη της Εικονομαχίας δεν επεκράτησαν ούτε οι Εικονομάχοι ούτε οι Εικονολάτρες. Νίκησαν οι Εικονόφιλοι ρεαλιστές. Εγκλωβισμένοι κατ’ αρχήν σε εικονική πραγματικότητα χρησιμοποιούμε την Εικόνα του Θεανθρώπου, την προσκυνούμε την φιλάμε για να αγαπήσουμε το πρωτότυπο, για να αποκτήσουμε το αρχέτυπον κάλλος. Εν μετανοία αγώνας για τη σωτηρία. Σωτηρία. Σωστό. Θεραπεία, κάθαρση, φωτισμός, θέωση. Ενωση κτιστού και ακτίστου. Μίμηση Χριστού. Θεάνθρωπος Αυτός κατά φύση, η Ευδοκία του Πατρός εν ανθρώποις, ο Υιός ο αγαπητός εν ό ηυδόκησεν ο Πατήρ. Θεάνθρωπος κατά χάρη, ο θνητός. Κατά χάρη Θεός κατά φύση άνθρωπος, ο βρωτός. Καινή κτίση. Τότε μπορούμε να μιλάμε για επιστήμη. Τότε ο θνητός επίσταται του κόσμου, τον γνωρίζει όπως πραγματικά είναι. Βλέπει την άκτιστη ουσιοποιό, δημιουργική, ζωοποιό, προνοητική, σοφοποιό (καί όπως αλλιώς εκδηλώνεται) ενέργεια του Θεού. Του Δημιουργού. Βλέπει τον "Όντα" ως πανταχού παρόντα και τα πάντα πληρούντα. Βλέπει και τα όντα πληρούμενα υπ’ Αυτού. Τότε είναι πραγματικός επιστήμων. Εγενήθη πλέον εις την Ζωήν. Έχει απεγκλωβισθεί από τα οντολογικά όρια της κτιστότητας, έχει απελευθερωθεί από την κυρίαρχη για τους θνητούς εικονική πραγματικότητα. Δεν χρειάζεται αναλογίες γιατί έχει αναχθεί.

2) Όλη η ζωή προπόνηση για να επιτευχθεί την ώρα του χωρισμού ψυχής και σώματος θετικός αυτοπροσδιορισμός στην αιωνιότητα. Η μνήμη και η σκέψη συμβαίνουν στον εγκέφαλο, στο σώμα. Εκείνη την ώρα, η όποια καλλιέργειά τους είναι άχρηστη. Το σώμα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Αυθόρμητα θα γίνει η επιλογή. Από την μια τα "τελώνια", "φαντάσματα" χρημάτων, δόξας, ηδονών, και από την άλλη με κάποιο τρόπο η Εικόνα του Θεού του Αοράτου, του Ζώντος Θεού, ο Χριστός. Καλλιεργόντας η ασκητική της Εκκλησίας την καρδιά, καλλιεργεί το "κέντρο" του σώματος και της ψυχής. Προπονεί, καθαίρει το "αυθόρμητο". Όπου μας φαίνεται ότι υπάρχει υποτίμηση του σώματος δεν έχει οντολογικό νόημα (μανιχαϊσμός) αλλά προπονητική αξία γιατί εκείνη τη στιγμή, στον "αέρα" εν μέσω των αλλοτρίων είναι άχρηστο, δεν μπορεί να βοηθήσει.

 

ΣΥΓΚΡΙΝΟΝΤΑΣ ΔΥΟ ΝΟΟΤΡΟΠΙΕΣ

Η Ενωμένη Ευρώπη (τουλάχιστον σε οικονομικό επίπεδο) είναι πλέον μια πραγματικότητα. Ως μέλη αυτής της μεγάλης οικογένειας ωφείλουμε να συμβάλλουμε στην αυτοκριτική της, η οποία συχνά εκπλήσσει με την ειλικρίνειά της. Μπορεί να μη δεχτήκαμε τη προσθήκη του Filioque αλλά ιδίως μετά το 1821 υπήρξε μια ισχυρή πολιτισμική όσμωση. Το να αντιμετωπίζουμε τον Αυγουστίνο και την νοοτροπία που επακολούθησε σαν κομμάτι του εαυτού μας, είναι ζήτημα στοιχειώδους ειλικρίνειας και υποχρέωσης κατά το "τοίς πάσιν γέγονα πάντα". Ζούμε στην Ελλάδα και γνωρίζουμε ελληνικά. Κουβαλάμε (ή θα ’πρεπε να κουβαλάμε) στις πλάτες μας έναν οικουμενικό πολιτισμό. Μια παράδοση που ξέρει και μπορεί να σώζει τον άνθρωπο και την κοινωνία. Κάποτε, κάποιος (κατά τα άλλα συμπαθέστατος) χαρισματικός ημιμαθής επαρχιώτης δεν κατάλαβε τον Ελληνισμό και τον Χριστιανισμό. Αργότερα, κάποιοι (τότε βάρβαροι) νεόπλουτοι κι ακαλλιέργητοι δεν μπόρεσαν, νικητές όντες, να ταπεινωθούν για να προσλάβουν, να αφομοιώσουν και έτσι δημιουργικά να προχωρήσουν. Τώρα όντες ρεαλιστές αναρωτιώμαστε τί θα μπορούσε άραγε να καταφέρει το καρυδότσουφλο της ψωροκώσταινας εν μέσω των ποντοπόρων της παγκοσμιοποίησης.

Ο Δαβίδ θα μας θυμίζει τη μέθοδο, νίκησε το Γολιάθ παλεύοντας όχι με το σπαθί (τού λόγου) αλλά με μια κοτρώνα που πέταξε με τη σφενδόνα της τέχνης του στο κούτελο του πάνοπλου γίγαντα. Τα καλά κόλποις κτώνται. Ο κόπος χρειάζεται μετά, για να αφομοιωθούν. Τα σύμβολα είναι παρόντα και περιμένουν τί συνέργιά μας. Η δύναμή τους (τού Σταυρού η Χάρη) είναι ακατανίκητη. Αν χρησιμοποιήσουμε τη ψίχα του καρυδιού με την κατάλληλη αναλογία πυρών του σίτου και λίγη ζάχαρη και κανέλλα φτιάχνουμε νοστιμότατα κόλυβα. Τρώγοντας τα κόλυβα μπορούμε να γλυτώσουμε από τα μαγαρισμένα πλουτο-τρόφημα του Μίδα και τελικά με τα δυο τρία κολυβογράμματα των προγόνων μας να φωτιστεί η ανθρωπότη και να μαθαίνουν τα παιδιά του κόσμου γράμματα σπουδάγματα του Θεού τα πράγματα.

Ο Έρασμος στο ΜΩΡΙΑΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ επισημαίνει: "οι Πατέρες της Εκκλησίας ανασκευάσανε τους εθνικούς φιλοσόφους και τους Ιουδαίους, ανθρώπους από φυσικού τους ξεροκέφαλους, αλλά το έκαναν μάλλον με τη ζωή τους και τα θαύματά τους παρά με συλλογισμούς" Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε να ψηλαφίσουμε κάποιες διαφορές ανάμεσα στην νοοτροπία της λογικής, των συλλογισμών, της αναλογίας αφενός και αφετέρου της "τρέλλας" της ζωής.

Αναλογία και Filioque

Η πίστη του Αυγουστίνου ότι υπάρχει αναλογία μεταξύ κτιστού και ακτίστου τον εμπόδισε να καταλάβει το Filioque. Νόμισε, ότι, αφού ισχύει για την Οικονομία κατ’ αναλογίαν πρέπει να ισχύει και για τον τρόπο ύπαρξης του Αγίου Πνεύματος. Λόγω της άποψης του περί αναλογίας του όντος, της αναλογίας μεταξύ κτιστών και ακτίστων νόμισε ότι είχε δικαίωμα να χρησιμοποιήσει την ίδια έκφραση και όταν αναφερόταν στο ενδοτριαδικό γεγονός της εκπόρευσης στον χώρο του ακτίστου, και όταν αναφερόταν στην εν τω κόσμω πέμψη του αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού στον χώρο δηλαδή του κτιστού. Πήρε δηλαδή το λόγο που ίσχυε για την περιοχή του κτιστού (οικονομία) και αναλογικά τον χρησιμοποίησε και για την περιοχή του ακτίστου (οντολογία). Αστόχησε ημιμαθής όν και απομονωμένος σε μια επαρχία. Ο Υιός και Λόγος του Θεού ενανθρώπησε για να ενώσει όχι μόνο τα λόγω της αμαρτίας αλλά και τα οντολογικώς διεστώτα εις τον αιώνα. Ο Θεάνθρωπος γεφύρωσε τη μεταξύ κτιστού και ακτίστου άπειρη απόσταση και δυσαναλογία. Ο Υιός και Λόγος του Θεού ήρθε, έπαθε, σταυρώθηκε, αναλήφθηκε και άφησε παρηγοριά τον Παράκλητο, το Πνεύμα το ζωοποιούν. Ο κτιστός λόγος μας όμως σαν άλλος Κάϊν (απόκτιση, η κίνηση για κατοχή, κατάληψη, κυριαρχία, κατανόηση- λόγος) σκοτώνει τον Άβελ (πνοή- πνεύμα) το κτιστό πνεύμα μας (ροή-πνοή-φώς) το πνεύμα που ζωοποιεί το συνημμένο σώμα και τρέπεται σε φυγή στην άνυδρη έρημο της διάνοιας, εγκλωβίζόμενος στη σάρκα, στον ενδοκρανιακό ζελέ του εγκεφάλου. "Ο λόγος αναλύει, διαλύει το μύθο, κληρονομάει την απιστία, μηδενίζει την ύπαρξη, καταστρέφει τη μορφή". Εν απιστία οδηγείται στην κατάθλιψη που σκοτώνει το πνεύμα, την ενέργεια του ανθρώπου η οποία είναι απαραίτητη για να ενεργήσει το Άγιο Πνεύμα στον άνθρωπο. Αδιαφορεί για την ομορφιά, και αναζητά μόνο την αλήθεια που την αντιλαμβάνεται σαν απάντηση σε ερωτήματα και όχι σαν ζωή του "εγώ" α+ληθινή, που δεν ξεχνιέται (όχι λίθινη αλλά φωτεινή). Λόγος ξερός ψυχρός χωρίς μουσική, ρυθμό, ροή, πνεύμα. Ο Πατέρας όμως στέλνει τον δικό του Λόγο να θυσιαστεί για να διορθώσει το κακό που έκανε ο Κάϊν. Ο Λόγος σταυρώνεται ανασταίνεται και τελικά αποσύρεται από τη γή. Αφού το έργο ολοκληρωθεί με την Ανάληψη επιστρέφει στον Πατέρα αφήνοντας την γη στον Παράκλητο που εκπορεύεται από τον Πατέρα, τον θησαυρό των αγαθών, τον χορηγό της Ζωής, το Άγιο Πνεύμα.

Αναλογία και πνεύμα

Τις εστί πνευματικός άνθρωπος; Πνεύμα, πνοή-ροή-φώς. Τοπίο μαύρο βαρετό και έφνις εμφανίζεται η Μαρία, μια κάποια Δέσποινα, Κυρία. Γίνεται τζίζ ... "τσιμπιέσαι", "δαγκώνεις τη λαμαρίνα", φωτίζει το τοπίο. "Φώς μου" αποκαλείς της εκπληκτικής αν και εφήμερης αλλαγής την αιτία. Σού έδιωξε την πλήξη με την έκ-πληξη που δημιούργησε. Η πλήξη δεν υπήρχε από πάντα. Ήρθε όταν μεγάλωσες, όταν σοβαρεύτηκες, τότε ήταν που άρχισες να βαριέσαι. Μέχρι τότε έπαιζες, γελούσες, ήσουν παιδί. "Εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών". Συμπέρασμα: εικόνα του πνευματικού ανθρώπου είναι το παιδί. "Μη παιδία γίνεσθε ταις φρεσίν, αλλά τη κακία νηπιάζετε, ταις δε φρεσίν τέλειοι γίνεσθε", το παιδί το ξανακερδισμένο μετά από κόπους και υδρώτες, αφού κατ’ αρχήν αποκτιθεί το καλό με το μεγάλο κόλπο (ταπείνωση). Το πνεύμα του ανθρώπου ενεργοποιείται όταν ερωτεύεται, όταν κυριεύεται από το άμεσο ερωτικό συναίσθημα. Αυτή η ιδιοτελής κατάσταση που ως γνωστόν ζητεί τα εαυτής χρήζει θεραπείας. Πρέπει το άμεσο ερωτικό συναίσθημα να γίνει ερωτικό αίσθημα, απαλλαγμένο του "εγώ". Κάθαρση από το "εγώ" δηλαδή κάθαρση από τον ιδιοτελή εγωϊσμό και όχι νέκρωση του "εγώ" ως τσαγανό, μαγκιά, μεγαλωσύνη. Ίσα ίσα που τότε καλλιεργείται, γιγαντώνεται. Συμπέρασμα δεύτερο: εικόνα του πνευματικού ανθρώπου ο ερωτευμένος.

"Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι ότι αυτών εστί η βασιλεία των ουρανών". Ο χριστιανός αρχικά καλείται να είναι πτωχός τω πνεύματι, δέχεται να θυσιάσει εκούσια την εν αυτώ ερωτική δυνατότητα, να πεθάνει όχι από απέχθεια προς τη ζωή αλλά για να την κερδίσει εκατονταπλασίονα. Τότε, όταν ο θνητός γίνει μετά του Κυρίου έν πνεύμα είναι και λέγεται πνευματικός. Τότε ή εν τω κόσμω ζη ή εν τη ερήμω προσκυνεί τον Πατέρα "εν πνεύματι και αληθεία". Τότε έχει εκπληρωθεί το ελληνικό αίτημα για αλήθεια και ομορφιά. Τότε είναι πνευματικός άνθρωπος, είναι παιδί, είναι γεμάτος έρωτα, είναι μορφωμένος δηλαδή έχει μορφή στο πρόσωπο και όχι αποδιοργανωμένη φάτσα, δεν είναι άσχημος άλλα όμορφος. Τότε, "ρνστ’. καρδία ξενωθείσα φαντασιών τελείως, νοήματα τέξεται μέσον αυτής σκιρτώντα, θεία τε και μυστηριώδη· όν τρόπον σκιρτώσιν ίχθύες και εγκυβιστώσι δελφίνες γαληνιώσης θαλάσσης. Και ριπίζεται μεν θάλαττα υπό λεπτής αύρας, άβυσσος δε καρδίας υπό Πνεύματος Αγίου· ότι δέ, φησίν, εστέ υιοί, εξαπέστειλεν ο Θεός το Πνεύμα του Υιού αυτού εν ταις καρδίαις υμών, κράζον, αββά ο Πατήρ." (Φ. όσ. Ησύχιος τ. Α’ σ. 165) Η απόγνωση είναι η χειρότερη αμαρτία γιατί σκοτώνει την ενέργεια, το πνεύμα του ανθρώπου, την απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει το Άγιο Πνεύμα να ενεργήσει στον άνθρωπο. Η αστοχία του θνητού που καλλιεργεί υπερβολικά το λόγο στερεί από το σώμα τη ζωτική ενέργεια και σβήνει το γέλιο από τα χείλη εγκεφαλοκρατούμενου "τύπου".

Αναλογία και τύπος

Ο "τύπος" λέει: "δέν με ενδιαφέρει ο τύπος, την ουσία θέλω". Η ουσία του DNA είναι τέσσερα αμινοξέα. Η ουσία όμως του DNA είναι η πληροφορία που μεταφέρει για να "μεταφερθεί" η ζωή. Αυτή του η ουσία είναι στη μορφή του, στον τύπο. Αν θυσιάσει ο Βιολόγος τη μορφή του DNA ψάχνοντας για την ουσία θα μείνει με τέσσερα αμινοξέα στο δοκιμαστικό σωλήνα. Για να συνεχιστεί η ζωή πρέπει να γίνει σεβαστή μέχρι κερέας, με κάθε σχολαστικότητα η μορφή, αλλιώς θα έχουμε τερατογένεση. "Η ουσία του μυστηρίου είναι στους τύπους, στους τύπους η αθανασία της καλλιέργειας του ανθρώπου, στους τύπους που συσκοτίζουν και διεγείρουν το πνεύμα". Στους τύπους που συσκοτίζουν το φως του Διαφωτισμού, το φως της εγκεφαλικής επεξεργασίας, της άρυθμης αιμάτωσης και διεγείρουν το πνεύμα, τη ροή-πνοή-φώς που είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να ξεπεράσει κανείς τον εαυτό του. Τότε καταργείται η Βαβέλ, επέρχεται ειρήνη, και οι θνητοί επικοινωνούνε. Καταργείται η μεταξύ πολιτισμών, και πολιτών δυσαναλογία.

Αναλογία και δυσανολογία

"Όταν μεταβαίνουμε από το ένα στο άλλο πλαίσιο σκέψης, οι διαδοχικές δομές της σκέψης γίνονται δυσανάλογες. Οι υποστηρικτές δυσανάλογων θεωριών δεν είναι βασικά σε θέση να καταλάβουν ο ένας τον άλλο, επειδή είναι παράλογο να κάνουμε συγκρίσεις μεταξύ δυσανάλογων δομών σκέψης. ... "Κάποιος μπορεί να ξεπεράσει κάποιον άλλο όσον αφορά το αυτοκίνητό του αγοράζοντας ένα καλύτερο, αλλά δεν μπορεί να τον ξεπεράσει αγοράζοντας ένα υπολογιστή ή ένα πλυντήριο πιάτων". (ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ, ΥΛΗ ΚΑΙ ΝΟΥΣ W.υchommers, εκδ. Παν. Πατρών 2000, σ. 169) Γιαυτό ο Karl Popper υποστηρίζει ότι: "Δεν είναι η συσσώρευση των παρατηρήσεων που έχω στο νου μου όταν μιλώ για την ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης, αλλά η επανειλημμένη ανατροπή των επιστημονικών θεωριών και η αντικατάστασή τους από καλύτερες ή περισσότερο ικανοποιητικές". (σ. 172) "αποκάλεσαν τον Κοπέρνικο τρελό, επειδή διακήρυττε ότι η Γη κινείται. ... Η Γη σύμφωνα με την δική τους θεωρία δεν θα μπορούσε να κινηθεί γιατί ένα μέρος απ’ ότι εννοούσαν λέγοντας "Γη" ήταν μια σταθερή θέση (η ακινησία). Η καινοτομία του Κοπέρνικου ήταν είδε με εντελώς καινούριο τρόπο τα προβλήματα της Φυσικής και της Αστρονομίας, ένα τρόπο που αναγκαστικά άλλαξε το νόημα και των δυο λέξεων "Γη" και "κίνηση" (εννοούσε πλέον κάτι εντελώς διαφορετικό λέγοντας "Γη και κίνηση" από ότι οι προηγούμενοι). (σ. 173) "Η "πραγματικότητα καθεαυτή" δεν μπορεί άμεσα να καταγραφεί, αλλά μπορούμε να σχηματίσουμε εικόνες της κι αυτές οι εικόνες ή οι εκτιμήσεις της πραγματικότητας δεν ανακλούν την "πραγματικότητα καθεαυτή" με την μορφή μιας ακριβούς αναπαραγωγής, δηλ. Οι θεωρητικοί όροι (ηλεκτρόνια κλπ) μπορούν να εξαφανιστούν ενώ μπορούν να εμφανιστούν άλλοι, δηλ. Τα πράγματα πάνε και έρχονται". (σ. 176) "Η εμπειρική ανακάλυψη (που προκύπτει από την ανάλυση των γεγονότων που παράγονται από την ιστορία της επιστήμης), ότι η επιστήμη προοδεύει βάσει μιας ακολουθίας δυσανάλογων σχημάτων της σκέψης (εικόνες), πρέπει να θεωρηθεί ισοδύναμη μ’ εκείνη του σχετικού πειράματος στο εργαστήριο. (ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ, ΥΛΗ ΚΑΙ ΝΟΥΣ W.Schommers, εκδ. Παν. Πατρών 2000, σ. 176) Ο εγκέφαλος δεν έχει κατασκευαστεί ως γνωστικό όργανο αλλά σαν ατού για την επιβίωση του είδους. Έτσι η εικόνα του κόσμου που μας δίνει είναι όσο πιο περιληπτική γίνεται, και τέτοια που να εξυπηρετεί την ανάγκη της επιβίωσης. Τα χρώματα π.χ. δεν υπάρχουν. Η αίσθηση της ασυνέχειας μεταξύ στερεών και υγρών, και ο ίδιος ο ριζικός διαχωρισμός σε στερεά, υγρά και αέρια είναι ψευδαίσθηση του εγκεφάλου μας. Αν βλέπαμε τον κόσμο με ακτίνες γ θα είχαμε μια εικόνα περίπου σαν τις ακτινογραφίες, το σώμα θα φαινόταν σαν μια αραιή σκιά γύρω από τα κόκκαλα. Αν βλέπαμε σε επίπεδο ηλεκτονίων θα βλέπαμε περιοχές με πυκνότερα και μεγαλύτερα άτομα και άλλες με μικρότερα και αραιότερα αλλά θα είχαμε την αίσθηση της συνέχειας μεταξύ στερεών υγρών και αερίων. Δηλαδή δεν υπάρχει αναλογία μεταξύ λόγου περί κτιστού (επιστημονικού λόγου) και αυτού του ίδιου του κτιστού κόσμου (τής πραγματικότητας καθεαυτής). Επίσης δεν υπάρχει αναλογία ούτε μεταξύ των διαφόρων επιστημονικών θεωριών. Άλλο εννοεί ο Νεύτωνας λέγοντας "μάζα" και άλλο ο Αινστάιν. Άλλο εννοούσαν οι πριν από τον Κοπέρνικο λέγοντας "Γή" και άλλο ο Κοπέρνικος. Δεν υπάρχει αναλογία ούτε μεταξύ δύο ανθρώπων λόγω της Βαβέλ· δεν καταλαβαινόμαστε, δεν μιλάμε την ίδια γλώσσα· ούτε φυσικά μεταξύ πολιτισμών. Δεν υπάρχει αναλογία μεταξύ του Αυγουστίνου και των Ελλήνων φιλοσόφων, ούτε μεταξύ των Πατέρων και του Αυγουστίνου ούτε και μεταξύ ημών και των Πατέρων και των Ελλήνων φιλοσόφων. Ο Όμηρος που το όνομά του σημαίνει συνάντηση στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια δίνει την μέθοδο που χρησιμοποιόντας την ο Ελληνισμός κατάφερε, όσο ήταν δυνατόν την προ Χριστού εποχή, να γκρεμίσει τον πύργο της Βαβέλ και να περιορίσει την δυσαναλογία αυτή. Το πρόβλημα της μη επικοινωνίας ξέρει να πολεμάει ο μύθος.

Αναλογία και μύθος

Μάλλον η υπόθεση άρχισε τα ξεπερνάει τα όρια. Μύθος, άκου μύθος. Μύθος απλώς σημαίνει ψέμα· η ψεύτικη, φανταστική ιστορία που αν κανείς κατέχει την τέχνη, του να βγάζει από την μύγα ξίγκι, το πολύ πολύ να μας την ερμηνεύσει αλληγορικά, μεταφορικά, κατά πώς γουστάρει δηλαδή, και να αρχίσει να λέει άλλα αντί άλλων προκειμένου να την τραβήξει από δώ, να την τραβήξει από κεί, και να καταλήξει εκεί που θέλει. Κάτι τέτοια έκαμναν και οι μεσαιωνικοί μας πρόγονοι και ενώ το καράβι βούλιαζε αυτοί ... ξυνόντουσαν και μας έκατσαν 400 χρόνια στο σβέρκο οι Τούρκοι και ακόμη δεν μπορούμε να σηκώσουμε κεφάλι. Να πω και άλλα; Ο μύθος χρησιμοποιεί τη φαντασία, που κατά τον Κλίμακος είναι "γέφυρα των δαιμόνων" και καλά θα κάνουμε να παρατήσουμε το θέμα, μη βρεθούμε μπουζουριασμένοι στα λευκά, τα αμάνικα ... στα ιατρεία των ψυχών και κολαστήρια των σωμάτων, εν μέσω εικοστώ-πρώτω αιώνι. Okay; All right; Μωρέ, και καίει, και οράει, και στα κοφίνια δεν χωράει, και στα καλάθια περισσεύει. Φλέγον θέμα. Φωτιά θα μας κάψει που τα ’χουμε ρημάξει όλα. Τί θα πούμε στα παιδιά μας; Σοβαρευτείτε εκ κοιλίας μητρός; Money-money-money ... money-money, μαμά μου nema (sl. = δεν έχει) money!

Για να δούμε τί λέει επί του θέματος ο κυρ Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. "Οι Γερμανοί αντικαθιστώντας τους μύθους, που ’ναι γεγονότα πραγματικά" ..." έπ! Καλά τον λέγανε ότι είναι φευγάτος ... άκου οι μύθοι γεγονότα πραγματικά! Δηλαδή ο Διόνυσος που βγήκε από το μπούτι του Δία και η Αθηνά που ξεφύτρωσε από την κεφάλα του εν μέσω ημικρανίας φοβερής και οι χίλιες δυο άλλες χαριτωμένες ιστοριούλες είναι γεγονότα πραγματικά; για να σοβαρευτούμε και θα μας ακούσουν εις τας Ευρώπας και τας Αμερικάς και δεν θα τολμάμε να μπούμε ούτε στο ... Internet.

Ο Ζεύς λέει βαρέθηκε την Ήρα και ψαχνότανε στη Γή. Του ’κατσε η Σεμέλη, μη σε μέλει, μη σε μέλει, το ’χαψε το παραμύθι, και κεί πάνω στο μέλη, γκαστρώθηκε (εν γαστρί) η νεαρά. Κατέβηκε τότε η νόμιμος και θιχθήσα γυνή και πλεύρισε την πρώην δεσποινίδα. Χάνεις (χαίρω πολύ) πρέπει να του ζητήσεις να σού φανερωθεί σαν θεός, θα πάθεις πλάκα ... θα γίνεις ως μία εξ ημών. Το ’χαψε κι αυτό το παραμύθι, ειδικότης γάρ. Στο επόμενο ραντεβού στο παρκάκι του την μπαίνει του μεγάλου. Διούλη μου θέλω να μου φανερωθείς ως θεός. Βρέ καλό μου βρέ χρυσό μου εγώ είμαι φωτιά ήλιος κόκκινος ζεστό, καυτός, ζεματιστός, τσουρουφλιστός ... τίποτα η αφελής επέμενε. Έ, αφού θέλεις, δές με ... Πάει η Σεμέλη, ξεροψήθηκε ... Ο στοργικός πατήρ όμως μερίμνησε δια το τέκνο. Αρπάζει το έμβρυο από την κοιλιά της μη σε μέλει, και το κοτσάρει στο μηρό του σαν δεϊτζής, οτετζής, φαντάρος, μάστορας καλός που κουβαλάει τα εργαλεία του στο μηρό στις ειδικές τσέπες. Εκεί ο τζαναμπέτης τον τσιμπούσε, τον ένυτε, νυχτιάτικα ... άρα Διόνυσος. Σε άλλο επίπεδο αυτός που κάνει νύξεις περί θείου. Βοηθάει τους θνητούς με τις γιορτές του να ενθουσιαστούν. Εν + θεός + ουσία. Να γίνουν στην ουσία τους κάπως σαν τους θεούς. Να γίνουν High. Με το πνεύμα του οίνου να ντοπάρουν το ταλαίπωρο πνεύμα τους για να ξεφύγουν από την μιζέρια της γής. Φυσικό παρατράγουδο οι μαινάδες που αντί να κάμνουν ταμενάδες στους άνδρες τους ξέσχιζαν στην κυριολεξία, κατακρεουργούσαν το ζαλισμένο θύμα τους. Τελικά Διόνυσος αυτός που τσιμπάει, που προκαλεί το "τσίμπημα", το "τσίμπημα" που συντελεί ώστε ο "τσιμπημένος", ο "έχων δαγκώσει την λαμαρίνα", χάρη στο "πρόσωπο" να βλέπει φως, να νοιώθει, να αισθάνεται, να βλέπει με το νού, φωτεινή την ατμόσφαιρα, και τότε να το προσφωνεί το "πρόσωπο" "φώς μου", και "ζωή μου", και "ζωή τσή ζωή μου", όχι υπερβάλλοντας από τη ζάλη της αγάπης αλλά εκφράζοντας τη φωτεινή εκείνη εμπειρία του άμεσου ερωτικού συναισθήματος. Του συναισθήματος που χρήζει κούρας με χυλόπιττες, και κουράς, έκούσιας θυσίας, για να μετατραπεί σε ερωτικό αίσθημα καλό και χρήσιμο για τον κάτοχό του και την ανθρωπότη.

Ο μύθος που ’ναι γεγονός πραγματικό! Λίγο πιο πάνω στην ίδια σελίδα γράφει: "Ελύτης και Βαφόπουλος, Ρίτσος, Βρεττάκος (καί Θέμελης). Ποιητές διαθέσεων. Ποιητές που αδικούνε τα πράγματα εν ονόματι της φαντασίας του ατομικού αισθήματος". Π.χ. "Πρωΐ κι ο ήλιος ανατέλλει στην Εώα κόκκινος κεχριμπαρένιος· φοράει φώς· κο-κο-κό, κο-κο-κό κάν‘ η κότα έν’ ωό· αυγό της αυγής το φώς". Ο λόγος χρησιμοποιεί "πράγματα", δεν διαφαίνεται καημός για έκφραση προσωπικών συναισθημάτων. Ενώ: "Πρωΐ, ήλιος κόκκινος ζεστός κι αναγάλλιασ’ η καρδιά μου, κοτούλα νόστιμο ετοίμασέ μου πρωϊνό, φρέσκο, θρεπτικό, ζεστό αυγό". Okay ... αλλά εγώ, 1) έχω χοληστερίνη και δεν κάνει να τρώω αυγά, 2) μικρός όταν ήμουν με ζόριζαν για να τρώω το αυγουλάκι μου και μούρχεται αναγούλα όταν τα βλέπω, 3) σιχαίνομαι τις κότες κ.λπ. Δηλαδή δεν με αφορούν τα ατομικά σου συναισθήματα, δεν μου μεταφέρουν τίποτε. Αν μου πείς "ελλειψοειδές νόστιμο" δεν πρόκειται να πάει ο νούς μου στο αυγό σου γιατί για μένα το "αυγό" δεν είναι έννοια υπάλληλη του "νόστιμο". Οι φαντασίες δηλαδή των ατομικών αισθημάτων δεν βοηθάνε στην επικοινωνία. Στεριώνουν το πύργο της Βαβέλ. Αν σού ’ρχονται κάντες στον προκαθορισμένο χώρο ... και τράβα το καζανάκι. Μη τις δημοσιοποιείς στην πλατεία, δεν σού φταίει ο δήμος. Δεν βοηθάν στην επικοινωνία. Φάε χυλόπιττες, χάνεψέ τις καλά και μετά θα αρχίσεις να μιλάς πλέον με πράγματα κοινά σε όλους, θα μάθεις να σέβεσαι τα πράγματα, και όχι να ασελγείς ασύστολα φορτώνοντας τα με νοήματα δικά σου. Τότε ότι φτιάχνεις θα είναι φτιαγμένο με πράγματα χωρίς "εγώ" χωρίς την ιδιορυθμία και αρυθμία, αλλά με ρυθμό κοινό σε χορό πανανθρώπινο που μόνο ένας τυφλός μπορεί να διδάξει. Το αντίθετο δηλαδή της αναγολικής σκέψης. Θέλω να μάθω να βλέπω! Κλείσε τα μάτια σου, σκότωσε τον χρόνο σου τυφλός και τότε αν ζήσεις επί μία εβδομάδα, ένα μήνα, ένα χρόνο, έναν αιώνα ... όσο χρειαστεί τυφλός, τότε όταν θα ανοίξεις τα μάτια θα έχεις μάθει να βλέπεις, να βλέπεις και να μιλάς "κατακαίοντας στο καθαρτήριο πυρ του λόγου τη σάρκα σου για τη μορφή ομορφιά, μυθοποιός μυθοπλάστης" κατ’ εξοχήν ποιητής. Αλλιώς αν πάς με την λογική της αναλογίας σύντομα θα χρειαστείς γυαλιά, και θα στα φορέσουν, θα σού βάλλουν γυαλιά και θα στα φορέσουν.

Ο μύθος που ’ναι γεγονός πραγματικό! Ναι ο μύθος είναι γεγονός πραγματικό γιατί στα Ελληνικά "γεγονός" θα πει "κάτι που έχει γίνει" και "πραγματικό" με πράγματα. Κάτι που έχει γίνει δηλαδή με πράγματα και όχι με φαντασίες ατομικών αισθημάτων. Ο διανοιοαρχικός όταν ακούει "γεγονότα πραγματικά" ανάγει τις λέξεις στις a priori τρέχουσες έννοιές τους και τρέχει μετά να πιάσει τον Πεντζίκη που ήτανε μπροστά για την νεοελληνική πραγματικότητα κάτι δεκαετίες. Με πράγματα φτιαγμένος ο μύθος.

"Μύθος = λόγος, ομιλία, συμβουλή, γνώμη.

Μυθέομαι = λέγω, ομιλώ, σκέπτομαι.

Μυέω = εισάγω σε μυστήρια, κατηχώ.

Θέω = τρέχω, τρέχειν, ρέειν."

Θεός = θέα, ροή, φώς. Μύθος λοιπόν αυτό που με βοηθάει να εκφράζομαι έχοντας μυηθεί στη ροή-πνοή-φώς και με βοηθάει να διατηρώ την κατάσταση αυτή όση ώρα μιλάω και συμβάλλει στην μεταφορά αυτής της κατάστασης στον προσεκτικό ακροατή, στην μύηση του, όχι σε τίποτα ομιχλώδη και σκοτεινά μυστήρια, αλλά στο μυστήριο της ζωής στο μυστικό της εν ροή-πνοή-φωτί ζωής στο μέγα μυστήριο της μετατροπής της σκληρής και τραχιάς πέτρας σε φώς. Της λάς σε ελ. Ελθέτω κι εφ’ ημάς κι επί πάντα το λαό, το φως του προσώπου Σου Κύριε. Βοηθός και σκεπαστής εγένετό μου. "Βοηθός = βοή + θόος. Θόος = ταχύς". Βοηθός και σκεπαστής ο των όλων Ποιητής.

Αναλογία και ποίηση.

Ποιητής, ο δημιουργός, αυτός που φτιάχνει που κάμνει και δεν "τήν κάμνει". Αυτός που δημιουργεί χρησιμοποιόντας πράγματα και όχι "φαντασίες ατομικών αισθημάτων". Ο τελευταίος "τό παίζει" ποιητής στην Μπανανία για να τρέχουν από πίσω του τα κοριτσάκια. "Το παίζει" και μας εμπαίζει, εμπαίζοντας πρωταρχικά τον εαυτό του, χάνοντας το παιχνίδι, καταστρέφοντας το παιδί, δίνοντας γη και ύδωρ στους πλούσιους βάρβαρους, σε στύλ Ομέρ Βρυώνη. Ή Όμηρος, ή από Όμηρος Βρυέννιος, Ομέρ Βρυώνης. Τόσο πολύ αγαπούσε τον Όμηρο ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος που τί λέτε πήγε και βρήκε να πει για να τον παινέψει; Τον είπε λακωνικότατο! "Το λακωνίζειν ου τούτό εστιν, όπερ οίει, ολίγας συλλαβάς γράφειν, αλλά περί πλείστων ολίγας. Ούτως εγώ και βραχυλογώτατον Όμηρον λέγω και πολύν τον Αντίμαχον. Πώ·; τοις πράγμασι κρίνων το μήκος, αλλ' ου τοις γράμμασι." Μάλιστα· μπορεί ο Όμηρος να έχει γράψει 27.803 στίχους αλλά είναι λακωνικότατος γιατί μας μιλάει για πολύ περισσότερα πράγματα ... .

Ένα από τα βασικά προβλήματα του ανθρώπου που θα θελήσει να ανακατευτεί με τα της ποίησης είναι να καταφέρει να βγεί από το "δάσος" ζωντανός και αρτιμελής σαν τους παλιούς σαμάνους. Να καταφέρει να γλυτώσει από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Από τα φίδια των λόγων, των σκέψεων που τον ζώνουν, από το χάος των λογισμών, της φαντασίας, που θέλει να τον καταβροχθήσει· από τη λεκτική και τη μη-λεκτική σκέψη. Η αυγουστίνια νοοτροπία με την απλοϊκότητα, τον επαρχιωτισμό της αναλογίας δεν διαθέτει τα εφόδια για να περάσει το κρίσιμο αυτό στενό. Ο Οδυσσέας, ο ταλαιπωρούμενος, ο οδυνόμενος, (γιά να ζήσει ο κόσμος και να ξανακερδίσει και αυτός το βασίλειο του) για να περάσει από τη Σκύλλα και την Χάρυβδη την ώρα που χάνεται το καράβι του κρεμμιέται από μια συκιά· θυμάται τη παράδοση και πέφτει όταν βλέπει τα απομεινάρια του καραβιού του να τα ξεβράζει η Χάρυβδη· αρπάζει ένα μαδέρι και με αυτό σώζεται. Ο της αναλογίας όμως αυτόνομος, αυτάρκης, αυτός που εντελώς αντιεπιστημονικά εντελώς φαντασιακά έθεσε το αίτημα της αυτονομίας του θνητού (άς ζήσει χωρίς αέρα, νερό και ήλιο· να δούμε για πόσο καιρό ακόμη θα ζεί ο Μίδας που ότι πιάνει στα χέρια του χρυσό το κάμνει, money ακατάλληλα για βρώση) δεν διαθέτει τα μέσα να περάσει από τα θεριά. Ή ψυχρό PC θα καταντήσει ή φευγάτος θα "τήν κάνει" ως τάχα ποιητής, "χαμένος". Όπως λέμε ο κύκλος των "χαμένων" ποιητών.

Δεν είναι τυχαίο ότι ενώ ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος με τέτοιο ενθουσιασμό και γνώση εκφράζεται για τον Όμηρο (έγραφε άλλωστε ποιήματα στην ομηρική διάλεκτο· τόσο καλά τον ήξερε) ο ιερός Αυγουστίνος στις Εξομολογήσεις του γράφει: "Γιατί, λοιπόν, αντιπαθούσα τα ελληνικά; ... Μήπως ο Όμηρος δεν υφαίνει περίτεχνα παρόμοιους μύθους; Τα ψέματά του είναι γλυκύτατα. Όμως για μένα, ως παιδί, ήσαν πικρά σαν το φαρμάκι. Υποθέτω πώς τα Ελληνόπουλα το ίδιο θα αισθάνονται για τον Βιργίλιο όταν τον διδάσκονται με το ζόρι, όπως εγώ τον Όμηρο. Φαίνεται πώς όλη τη γοητεία της ελληνικής λογοτεχνίας μου τη χαλούσε η δυσκολία -ναί, η δυσκολία της εκμάθησης- της ξένης γλώσσας" (τ. Α’, σ. 139) "Αναρωτιέμαι αν υπάρχει ανάμεσα σε όλους αυτούς τους μεγαλόσχημους δασκάλους έστω και ένας που θα μπορούσε να ακούσει νηφάλια έναν άλλο του συνάδελφο να του φωνάζει: "Αυτά τα επινόησε ο Όμηρος. Έδωσε στους θεούς ανθρώπινα χαρακτηριστικά, όμως θα προτιμούσα να έδινε σε μας θεϊκό μεγαλείο". (Υπ. 66. Κικέρων, Tuscul., 1.26) Και θα ήταν ακόμη πιο σωστός όποιος προσέθετε και τούτο: "Ναί, μύθους έπλασε ο Όμηρος, δεν χωρά αμφιβολία. Όμως αυτό που έκανε στην πραγματικότητα ήταν να δώσει σε ανθρώπους ακόλαστους θεϊκά χαρακτηριστικά, για να μην έχει το έγκλημα εμφάνιση εγκλήματος, και όποιος το διαπράττει να φαίνεται ότι δεν μιμείται ανθρώπους εξώλης και προώλης, αλλά επουράνιες θεότητες". Και όμως, καταχθόνιε χείμαρρε, (τήν ανθρώπινη συνήθεια εννοεί) οι άνθρωποι ρίχνουν μέσα σου τα ίδια τους τα παιδιά. Και μάλιστα πληρώνουν δίδακτρα για να τους μάθουν αυτά τα πράγματα. Καί, επιπλέον, αυτή την υπόθεση την θεωρούν τόσο σπουδαία, ώστε να γίνεται δημόσια, στην Αγορά, κάτω από το βλέμμα του νόμου ..."

Πλήρης δυσανολογία μεταξύ Καππαδόκη και Αφρικανού. Ο δεύτερος το μόνο που καταλαβαίνει από τον βραχυλογώτατον Όμηρο του πρώτου, είναι ότι πρόκειται για ανηθικότητες που διαφθείρουν τους πολίτες και μάλιστα τους νέους. Εγκλωβισμένος σαν τον Πλάτωνα σε μια στείρα και επικίνδυνη ηθικολογία αγνοεί ότι για τον άνθρωπο προέχει να δημιουργηθούν οι συνθήκες για να μπορέσει να ανθίσει, έστω και με υψηλό κόστος την τραγικότητα της αποτυχίας. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η απόγνωση που σκοτώνει το πνεύμα, την ενέργεια, την ζωντάνια, την "παιδικότητα" του ανθρώπου που είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να ενεργήσει μέσα στον θνητό το άλλο Πνεύμα. Ο Όμηρος κατάφερε να πολεμήσει την βαρειά ατμόσφαιρα του τρομερού παντοδύναμου Θεού παρουσιάζοντας τους θεούς επιρρεπείς στα ανθρώπινα πάθη. Ο θνητός είχε την δυνατοτήτα να ανασάνει. Θα τον κυνηγήσει ο Δίας; θα επικαλεστεί την Ήρα ... . Την πνοή που δίνει αυτός ο ανθρωπομορφισμός αδυνατούν να κατανοήσουν οι ηθικολόγοι και καταδικάζουν την ομηρική ατμόσφαιρα που κατάφερε να πετάξει από τα πρόσωπα των Ελλήνων το πένθιμο μαύρο βέλο του απόλυτου τρομερού κυριάρχου.

Αναλογία, Μπλέρ και πλερέζα.

Το Εργατικό κόμμα της Μ. Βρεταννίας (σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις παίρνει το 50%, ενώ οι Τόρις το 29% και οι Φιλελεύθεροι 17%) εν όψει των βουλευτικών εκλογών του Μαΐου του 2001 απέκτησε καινούριο έμβλημα: ένα παιδικό σχεδιάκι· μια καρδούλα με δύο ποδαράκια και μέσα της μια κοντόχοντρη γραμμούλα· παιδικό σχεδιάκι αποτελούμενο από τέσσερα κομματάκια εμφανώς διακρινόμενα μεταξύ τους και σχεδιαστικά και χρωματικά. Μια σχηματοποιημένη καρδιά που εάν τη σπάσουμε στα συστατικά της θα βρεθούμε με τέσσερα γράμματα στο χέρι. I, E. L, V. Στα αγγλικά μπορούμε να φτιάξουμε με αυτά τρεις χαριτωμένες λεξούλες: EVIL, LIVE και VEIL ή καλύτερα LIVE EVIL! and for you VEIL. Σε μετάφραση "ζωντανός πονηρός, φορέστε λοιπόν πλερέζα, βέλο πένθιμο". Η παιδική καρδούλα λοιπόν "πάει περίπατο ..." (μέ τα ποδαράκια της). Πάει περίπατο καθότι ενώ από μακρόθεν ορώμενη, δημιουργεί την αίσθηση ότι πρόκειται περί παιδικής καρδούλας, πλήρους αθωότητος, εκ του σύνεγκης αποκαλύπτεται ότι κρύβει την υπερφίαλον κραυγή του θανατωθέντος υπό του Σταυρικού θανάτου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τουτέστιν του και Πονηρού καλουμένου. Ο κύριος Μπλέρ σχολίασε: (μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγώνια) 1) Στους χριστιανόπληκτους λέει: "εσείς έχετε σατανική φαντασία που φαντάζεστε τέτοια πράγματα". 2) Στους δικούς του λέει: "είδατε ρέ, ομολόγησα και το δέχτηκαν τα χαϊβάνια".

Αυτό είναι Ελληνισμός. Αυτός ο τρόπος. Να παίζεις με τις λέξεις, τα γράμματα και τα πράγματα, να εκφράζεσαι με εικόνες που τις καταλαβαίνει ο καθείς, και να εννοείς ταυτόχρονα πολλά. Να σέβεσαι τα πράγματα και όχι να τα αδικείς και να τα βιάζεις. Να χρησιμοποιείς και τη λεκτική σκέψη και τη μη-λεκτική σκέψη, τη σκέψη με εικόνες, "μυθοποιός μυθοπλάστης", όχι παραμυθάς. Αυτός ο τρόπος καταργεί την λανθασμένη εντύπωση ότι μπορεί να υπάρχει αναλογία. Αυτή η χρήση των πραγμάτων υποσκάπτει τα θεμέλια και συμβάλλει στο γκρέμισμα του οικοδομήματος της Μεταφυσικής.

Αναλογία και Μεταφυσική

"Η παραδοσιακή μεταφυσική φιλοσοφία ελογίσθη από πολλούς ως νεκρή ή ως ξεπερασμένη". Αυτή την άποψη υποστηρίζει και ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Μετά την πρόοδο των θετικών επιστημών και ειδικά της Φυσικής στον 20ο αιώνα γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει αναλογία μεταξύ επιστημονικού λόγου (λόγου περί του κτιστού όντος) και επιστητού (τού κτιστού όντος καθεαυτού). Δεν υπάρχει αναλογία μεταξύ του λόγου περί της πραγματικότητας (ούτε καν μεταξύ της εικόνας της πραγματικότητας όπως αυτή διαμορφώνεται από τις αισθήσεις μας) και της αυτής καθεαυτής της κτιστής πραγματικότητας.

"Ότι παρατηρούμε με τα μάτια μας είναι μόνο μια εικόνα της πραγματικότητας. Αυτό οφείλεται στο ότι τα σήματα της πραγματικότητας που λαμβάνουμε μέσω των αισθητήριων οργάνων μας εξελίσσονται (ασυνείδητα) από τον εγκέφαλο, δίνοντας την αίσθηση του τι έχουμε άμεσα μπροστά μας, και είμαστε πλήρως πεπεισμένοι ότι αυτή η εντύπωση (εικόνα) είναι ταυτόσημη με την κατάσταση της πραγματικότητας. σ.19

Η εικόνα της πραγματικότητας που σχεδιάστηκε από τα άτομα πρέπει να είναι σωστή (να βοηθάει στην επιβίωση) αλλά για λόγους οικονομίας να περιέχει μόνο τις απόλυτα απαραίτητες για την επιβίωση πληροφορίες. Π.χ. για να βρούμε τη θέση μας στον κινηματογράφο δεν είναι αναγκαίο να πάρουμε από το ταμείο ένα μικρό αληθινό πλάνο της αίθουσας, ακρεί ένα εισητήριο με τον αριθμό της θέσης μας. σ. 77

Η εικόνα περιέχει πλευρές της πραγματικότητας μόνο στη μορφή συμβόλων, δηλ. Τα στοιχεία στις εικόνες δεν είναι ταυτόσημα με τα αντίστοιχα στοιχεία στην πραγματικότητα."

Πόσο μάλλον λοιπόν δεν είναι δυνατόν να υπάρχει αναλογία μεταξύ λόγου περί της άκτιστης πραγματικότητας (πού προσπαθεί να αρθρώσει η Μεταφυσική) και του όντως Όντος, δηλαδή της άκτιστης πραγματικότητας. Δεν θέλει φιλοσοφία για να το καταλάβει κανείς σχεδόν το αισθάνεται, το νοιώθει.

Αναλογία και νόηση

"Ο ίδιος, στο Έβδομο βιβλίο, γράφει ότι βρήκε τροφή για τη νόηση, όχι όμως για την καρδιά." (τ. Α’, σ. 59) Νόηση για τον Αυγουστίνο όπως και για μας (σ’ ανατολή και δύση πλέον) είναι το διανοήσθαι, το σκέπτεσθαι. Γράφει ο πρώην Έπαρχος της Κωνσταντινούπολης, ο όσιος Νείλος: "λε’. Απερίσπαστος προσευχή εστιν, άκρα νόησις νοός. λστ’. Προσευχή εστιν, ανάβασις νού προς Θεόν. (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ. τ. Α’, σ. 180). "οα’. Προσευχή γαρ εστιν, απόθεσις νοημάτων ο’. ... φυλάττων τον νουν σου από νοημάτων, κατά τον καιρόν της προσευχής ... ίνα ο συμπάσχων τοις αγνοούσι, και σοί επιφοιτήση· και τότε λήψη δώρον προσευχής ευκλεέστατον. ξα’. Ει θεολόγος εί, προσεύξη αληθώς. Και ει αληθώς προσεύχη θεολόγος εί." (Φ. τ. Α’, σ. 182). 63. "Το Άγιο Πνεύμα, επειδή συμπάσχει με την ασθένειά μας, επιφοιτά σ’ εμάς, αν και είμαστε ακάθαρτοι. Και αν βρει το νού να προσεύχεται ειλικρινά μόνο σ’ Αυτό, κυριαρχεί σ’ αυτόν, εξαφανίζει όλη τη φάλαγγα των πονηρών λογισμών και σκέψεων που τον περικυκλώνουν και τον προτρέπει στον έρωτα της πνευματικής προσευχής. (Φ. μετ. τ. Α’, σ. 225) 47. Ο διάβολος φθονεί πάρα πολύ τον άνθρωπο που προσεύχεται, ... Δεν παύει λοιπόν να κινεί τις σκέψεις (τά νοήματα) των πραγμάτων με τη μνήμη ... για να μπορέσει να εμποδίσει την ... ανάβαση του νού στο Θεό. (Φ. μετ. τ. Α’, σ. 224) ξη’. Όταν μη δυνηθή την μνήμην κινήσαι ... τότε την κράσιν του σώματος εκβιάζεται, εις το ποιήσαι ξένην τινά φαντασίαν τω νώ και μορφήσαι αυτόν. Ο δε έθος έχων εν νοήμασι συνείναι, ραδίως κάμπτεται ... καπνόν αντί φωτός κατέχων. (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ τ. Α’ σ. 182).

Τραγική δυσαναλογία, ο ένας διδάσκει την δια της νοήσεως, δηλαδή της καλλιέργειας της σκέψεως γνώση του Θεού (καί αφήνει ξέφραγο αμπέλι τον εγκέφαλο του θνητού δέσμιο της χημείας του και του αλλοτρίου), ενώ ο άλλος στους αντίποδες διδάσκει την δια της νοήσεως δηλαδή της αποθέσεως πάντων των νοημάτων (σκέψεων) πρόσκτιση της του Θεού γνώσεως. Ο ένας μας ζητάει να αιματώνονται έντονα τα εγκεφαλικά κύτταρα του φλοιού μας, να διατηρούμε το νού μας στο "μυαλό", ο άλλος να τα τρέφουμε απλώς όπως στον ύπνο και έτσι να τα κρατάμε ξεκούραστα ώστε να μπορούν να αποδώσουν τα μέγιστα όταν τους ζητηθεί, να κρατάμε δηλαδή το νού μας στη "καρδιά". Ο ένας ενδιαφέρεται να καλλιεργήσει το "μυαλό" ο άλλος τη "καρδιά", να κρατάει δηλαδή μόνιμα την κατάσταση της ροής-πνοής-φωτός για να ανατείλλει μέσα του ο της δικαιοσύνης Ήλιος ο Νοητός. Πρόκειται δηλαδή όχι απλώς για δυσαναλογία αλλά για εκ διαμέτρου αντίθετη προπόνηση, για αντιστρόφως ανάλογη κατάσταση, ο ένας βρίσκεται στους αντίποδες του άλλου. Εμείς οι ορθόδοξοι του 21ου αιώνα που βρισκόμαστε; στον πόδα ή στον αντίποδα; "Και τέλειον αυτής διακρίνοντα κατηχουμένων δίκην τους έτι την αίσθησιν, και το κατ’ αυτήν μεριστόν φαντασιουμένους λογισμούς. (Βγάζει έξω όπως τους κατηχούμενους την εγκεφαλική σκέψη που στηρίζεται στην αίσθηση και μας δημιουργεί την ψευδαίσθηση της ατομικότητας, της μη ενότητας των πάντων, της ασυνέχειας μεταξύ τραπεζιού και αέρος) Καντεύθεν πάλιν έξω γενομένην των αισθητών, (τό κλείσιμο των θυρών του Ναού) επί την ... άϋλον και απλήν και αναλλοίωτον και θεοειδή, και παντός ελευθέραν είδους και σχήματος επιστήμην των νοητών άγοντα· (σωστά η θεολογία λέγεται επιστήμη επιστημών γιατί είναι η μόνη περίπτωση να δει ο άνθρωπος την "πραγματικότητα καθεαυτή" και όχι όπως φαίνεται με τα γυαλιά των αισθήσεων) ... επί τούτοις ... γνώσει, περιλαβούσαν τους τε των αισθητών και των νοητών λόγους, επί την γνώσιν της εκφανούς αυτήν άγοντα θεολογίας, μετά την πάντων διάβασιν, και την ίσην τοις αγγέλοις κατά το εφικτόν αυτή παρεχόμενον νόησιν· (ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ αγ. Μαξίμου σ. 214-216).

Όταν ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης μιλάει για non Patristic context, για μη πατερική ανάγνωση των πατερικών κειμένων, για παρανοήσεις που συνεχίζονται μέχρι σήμερα (today's continued misunderstandings) μήπως εννοεί ότι υπάρχει δυσαναλογία μεταξύ της πατερικής ορολογίας και της των νεωτέρων; Παρακάτω θα δούμε ενδεικτικά μια τέτοια περίπτωση που διαστρεβλώνει εντελώς το νόημα του μεταφραζόμενου πατερικού κειμένου.

Δυσανολογία πατερικής και νεοθεολογικής σκέψης

Ακριβώς στην ίδια γραμμή με τον πρώην Έπαρχο της Κωνσταντινούπολης βρίσκεται και ο πρώην γραμματέας του Ηράκλειου, ο άγιος Μάξιμος. Να ένα παράδειγμα μεταφραστικού λάθους λόγω ακριβώς αυτής της δυσαναλογίας μεταξύ αυγουστινιανικής ορολογίας και πατερικής. Ας δούμε ένα τμήμα από γραπτά του πρώην γραμματέα του τότε Πλανητάρχη (Ηράκλειου) του αγίου Μαξίμου.

Αγ. Μάξιμος

"ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ"

Μετάφραση

Ιγνατίου Σακαλή

ΣΧΟΛΙΑ

α. και τον λόγον ερμηνευτή ακριβέστατον των νοηθέντων· ...

β. τα άλλοις μήτε νοηθήναι δυνάμενα ...

γ. όσα δια μνήμης τε φέρω, και ως νοείν αμυδρώς, ...

δ. άλλως με νοείν ή λέγειν δύνασθαι, ή ως νοείν και λέγειν δύναμαι, ...

 

 

ε. Ηγείσθω δε Θεός των λεγομένων τε και νοουμένων, ο μόνος νούς των νοούντων και νοουμένων

κι ο λόγος του ήταν ακριβέστατος εξηγητής των στοχασμών του. ...

όσα οι άλλοι μήτε να στοχαστούν δεν μπορούν ...

όσα διασώζει η μνήμη μου κι όσο μπορεί η σκέψη μου να παρακολουθήση ...

ότι κατ’ άλλο τρόπο και σκέφτομαι κι έχω τη δυνατότητα να μιλώ από ό,τι μπορώ πραγματικά να σκέφτωμαι και να λέγω ...

Ας προηγήται ο Θεός σε όσα λέμε και σκεφτόμαστε, ο μοναδικός νούς όσων νοούν και όσων νοούνται ...

τά "νοηθέντα", έγιναν "στοχασμοί"

 

τό "νοηθήναι" έγινε "νά στοχαστούν"

τό "νοείν" έγινε "η σκέψη μου να παρακολουθήση"

 

 

σταθερά το "νοείν" γίνεται "ότι ή να σκέφτωμαι"

(σ. 98)

αρχικά το "νοουμένων" γίνεται "όσα σκεφτόμαστε" αλλά μετά σέβεται την ορολογία

(σ. 100)

Σχετικά με το "ε" έχουμε υποσημείωση και εκτενέστερο παράρτημα τεσσάρων σελίδων από τον π. Δημήτριο Στανιλοάε. (Κάμνει το ίδιο λάθος και γράφει: "... τα υποκείμενα που διανοούνται και ομιλούν") . Το νόημα είναι απλό: Ο προσευχόμενος νοεί (νούς, ο οφθαλμός της ψυχής), "βλέπει", αφού προηγουμένως αναστηθεί ο νούς του, αφού αποκτήσει "νού Χριστού". Τότε "νούς των νοούντων και νοουμένων είναι ο Θεός", και συμβαίνει τό, "εν τω φωτί Σου οψόμεθα φώς". Δεν υπάρχει διάσπαση υποκειμένου και αντικειμένου όπως νομίζει ο Αυγουστίνος που εγκλωβίζεται στο "αμφιβάλλω άρα υπάρχω" που κυριαρχείται όπως και εμείς από την ψευδαίσθηση της ασυνέχειας και αποσπασματικότητας που δημιουργεί ο εγκέφαλός μας σε συνεργασία με το υπόλοιπο νευρικό μας σύστημα στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει την επιβίωση του είδους. Η εμπειρία της ετερότητας των στερεών είναι πολύ χοντροειδής για να περιγράψει έστω κατά προσέγγιση την κτιστή πραγματικότητα, πόσο μάλλον την άκτιστη. Το φως είναι το μόνο ίσως από τα αισθητά που κάτι μπορεί να "μεταφέρει". Το φως που προκύπτει από τη σύνθεση ακτινοβολιών διαφορετικού μήκους κύματος σε ένα αρμονικό και όμορφο σύνολο. Δεν υπάρχει κατακερματισμός ούτε στο υλικό επίπεδο. Αν μπορούσαμε να βλέπουμε σε επίπεδο ηλεκτρονίων θα βλέπαμε περιοχές με μεγαλύτερη ή μικρώτερη πικνότητα. Αν μπορούσαμε να βλέπουμε σε επίπεδο ακτίνων Χ θα βλέπαμε το σώμα μας σαν μια σκιά γύρω από τα κόκκαλα (όπως στις ακτινογραφίες). Αν μπορούσαμε να βλέπουμε σε επίπεδο χωροχρόνου ένας Θεός ξέρει τί θα βλέπαμε. Όταν ο νούς αρχίζει να βλέπει το πετυχαίνει μόνο λόγω της μετοχής του ακτίστου της ένωσης κτιστού και ακτίστου "εν τη θεώση". "Όταν η άναρχος αύτη ζωή μεταδίδηται υπαρκτικώς εις ημάς, αισθανόμεθα αυτήν ως ιδίαν ημών ζωήν. Γνωρίζομεν εκ προγενεστέρας πείρας ότι η ζωή αύτη εδόθη υπό του Θεού· δεν ανήκει εις ημάς κατά την ουσίαν αυτής, χαρίζεται όμως εις τους σωζομένους ως αναφαίρετος κληρονομία, γίνεται όντως η ζωή ημών. Δυνάμεθα να ομιλώμεν περί αυτής δια των λόγων του αποστόλου Παύλου: "Ζώ δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός" (Γαλ. β’ 20). Επαναλαμβάνω εκ νέου: Γνωρίζω ότι Εκείνος ζη εν εμοί, αλλ’ η ζωή Αυτού εγένετο ο εσώτατος πυρήν όλης της υπάρξεώς μου, ώστε δύναμαι να ομιλώ περί αυτής ως περί ιδίας ζωής: Ζή Κύριος, ζώ και εγώ." Όταν ο άνθρωπος φτάσει το μέτρο αυτό της ηλικίας του Χριστού τότε έχει γεννηθεί άνωθεν έχει περάσει την νηπιακή ηλικία έχει γίνει άνδρας τέλειος και τότε είναι πραγματικός επιστήμονας ζώντας την πλουτοκατάσταση αυτή της θεώσεως που χαρίζει την αληθινή θεολογία.

Αναλογία και θεολογία

Για να μην μακρυγορούμε θεολογία δεν είναι η μελέτη των μνημείων της αγιογραφικής, πατερικής και συνοδικής γραμματείας. Αυτά μπορεί να τα μελετάει ο καθείς και να καταλαβαίνει ότι θέλει, δυσαναλογία γάρ. Περί θεολογίας πρόκειται όταν ο θνητός, "χωρίς ανθρώπινες επινοήσεις στρέφεται προς τον Θεό με ανείδεη προσευχή, ωσότου Εκείνος ευδοκήσει να του χαρίσει τη γνώση του Εαυτού Του. Η γνώση αυτή μεταδίδεται ως κατάσταση και αυτήν ο Γέροντας ορίζει ως αληθινή θεολογία.

"Αν στη συνέχεια η γνώση αυτή εκφράζεται με ανθρώπινα λόγια, ωστόσο πληροφορεί με χάρη και εμπνέει προφητικά. ... Το λογικό κτίσμα ανεβαίνει στον Θεό όχι με φιλοσοφικό στοχασμό ή διανοητική αφαίρεση, αλλά με τη νοερά προσευχή, δια μέσου της οποίας αποσπάται από κάθε εικόνα και έννοια των κτιστών, για να παρασταθεί γυμνό ενώπιον του Θεού, πρόσωπο με Πρόσωπο. Η απόσπαση δεν γίνεται από καταφρόνηση προς τον κτιστό κόσμο, αλλά από πόθο και αγάπη να ενωθεί με τον ζώντα και αληθινό Θεό..."

"Η μακραίων πείρα της ακαδημαϊκής θεολογίας απέδειξε μετά πειστικότητος ότι είναι δυνατόν να έχη τις ευρείαν πολυμάθειαν επί του πεδίου της επιστημονικής θεολογίας και μη έχων ζώσαν πίστιν, τουτέστιν αγνοών πλήρως τον Θεόν. Εν τοιαύταις περιπτώσεσιν η θεολογία αποβαίνει διανοητική ενασχόλησις, ως και η νομική επιστήμη. Ως αύτη διαφέρει εις εκάστην χώραν, ούτω και η θεολογία διαφοροποιείται εν τω πλήθει των διηρημένων ομολογιών."

Η απλοϊκή λογική της αναλογίας υποβάλλει: θεολογία = το να μαθαίνω και να σκέφτομαι τα περί Θεού. Η αντιστρόφως ανάλογως προς αυτήν πείρα των Πατέρων διδάσκει: "ροε’. Εξ ευχής ουν συνεχούς καθαρεύει ο αήρ της διανοίας εκ νεφών σκοτεινών, εξ ανέμων πνευμάτων πονηρίας. Καθαρεύοντος δε του καρδιακού αέρος, ανένδεκτον μη λάμπειν εν αυτή το θεϊκόν φως Ιησού· ει μη τοι γε υπό κενοδοξίας και τύφου (έπαρση) και φανητιασμού (επίδειξη) φυσώμεθα (φουσκώνουμε) και κουφιζώμεθα εις τα ακίχητα (καί από ελαφρότητα, αφέλεια, θέλουμε θέλουμε να φτάσουμε τα ακατάληπτα και άφθαστα), και αβοήθητοι προς Ιησού ευρισκώμεθα· δια το μισείν Χριστόν τα τοιαύτα, τον της ταπεινώσεως υποδείκτη." (Φ. όσ. Ησύχιος τ. Α’ σ. 168) "ρζστ’. Μακάριος όντως, ός ούτω κεκόλληται Ιησού ευχή εν διανοία και φωνεί αυτόν αδιαλείπτως εν καρδία, ώσπερ ήνωται ο αήρ τοις ημών σώμασιν, ή ως φλόξ κηρώ. Και διερχόμενος μεν ήλιος υπέρ γήν, ποιήσει ημέραν· το δε του Κυρίου Ιησού άγιον όνομα και σεβάσμιον εν διανοία λάμπον τη συνεχεία, γεννήσει αναριθμήτους ηλιοειδείς εννοίας." (Φ. όσ. Ησύχιος τ. Α’ σ. 172) "ρζζ’. Και διασκεδασθέντων μεν νεφελών, ο αήρ καθαρός δείκνυται· φαντασίαι δε παθών υπό του ηλίου της δικαιοσύνης Ιησού Χριστού διασκεδασθείσαι, φεγγοειδή και αστεροειδή νοήματα γεννάν εν καρδία εκ παντός πεφύκασι, του αέρος αυτής δια Ιησού φωτισθέντος." (Φ. όσ. Ησύχιος τ. Α’ σ. 172) Άλλο θεολογία, άλλο γνώση.

Αναλογία και γνώση

Όλοι γνωρίζουμε και θεωρούμε αυτονόητο ότι η γνώση έχει να κάνει με το μυαλό. Οι εβδομήκοντα όμως ελληνιστές Ιουδαίοι τον τρίτο αιώνα π.Χ. όταν μετέφρασαν την Παλαιά Διαθήκη στα Ελληνικά ξέραν τί εννοούσαν οι Έλληνες λέγοντας γνώση. Όταν ο Αδάμ βγήκε από τον Παράδεισο ο πονηρούλης, "έγνω Εύαν την γυναίκα αυτού και συλλαβούσα έτεκεν" (Γεν. δ’, 1). Η ερωτική συνεύρεση λοιπόν γνώση, η ρύθμιση σε υπέρ την καθημερινότητα πλήρη αισθήσεως ζωής κοινή εμπειρία, η κοινωνία εν χορώ, η συνουσία. Οι δύο ουσίες γίνονται μία, "ουκ οίδατε ότι ο κολλώμενος τη πόρνη έν σώμά εστιν; Έσονται γάρ, φησίν, οι δύο εις σάρκα μίαν". "Ο κολλώμενος τη πόρνη" δηλαδή μιλάμε για την περίπτωση του σκέτου σέξ, και τότε "μία σάρκα" και όχι μόνο όταν υπάρχουν οι "υπσρξιακές", μυστηριακές και όποιες άλλες προϋποθέσεις του μυστηρίου του Γάμου.

Ο μέγας Αντώνιος μας προειδοποιεί "ότι ψυχή του σώματος εξελθούσα (τήν στιγμή του θανάτου) και την του Θεού γνώσιν δια χρηστής πολιτείας μη κατορθώσασα, σωθήναι ή Θεώ συναφθήναι ου δύναται". (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ τ. Α’, σ. 20) Σίγουρα δεν εννοοεί την γνώση του Πιστεύω γιατί αυτή συμβαίνει στον εγκέφαλο και αυτός εκείνη την ώρα ετοιμάζεται να τον φάνε τα σκουλήκια. Ο Ευάγριος ο Ποντικός μας γράφει: "ο γνώσεως εφαψάμενος και την εκ ταύτης καρπούμενος ηδονήν, ουκ έτι τω της κενοδοξίας πεισθήσεται δαίμονι" (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ τ. Α’, σ. 58) Η γνώση διώχνει την κενοδοξία ενώ "ο μόνην της γνώσεως την μορφήν, όπέρ εστιν ο ψιλός λόγος, και ο την εικόνα της αρετής, όπέρ εστιν το ψιλόν ήθος επιτηδεύων, Ιουδαίός εστι και αυτός, αληθείας τύποις φυσιούμενος" (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ τ. Β’ αγ. Μάξιμος, σ. 110). Αυτός που ασχολείται μόνο με τον ψιλό λόγο, με της γνώσης μόνο την μορφή, με την διανοητική γνώση και δεν τρέφεται ταυτόχρονα από την ροή-πνοή-φώς, από τη συνουσία και από την κράση του σώματος, διψάει για ανθρώπινη δόξα ενώ όταν ο άνθρωπος είναι πνευματικός (βιώνει τη ροή-πνοή-φώς) ο ίδιος ο λόγος εκφερόμενος χορταίνει και πληρεί τον εκφέροντα. Δεν υπάρχει περίπτωση "γνώσεως αληθούς καταξιωθήναι, εφ’ όσον εν τοις αποκρύφοις της ψυχής το πάθος της πορνείας εγκαθέζεται" (άγ. Κασσιανός ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ τ. Α’, σ. 65), ενώ για την δικιά μας την εκσυγχρονιστική (από το 1821) γνώση όχι μόνο δεν δυσκολεύει τα πράγματα το πάθος τούτο και εν τοις φανεροίς του σώματος εγκαθεζόμενον αλλά ίσως αν με "σύνεση" χειραγωγείται και τρέφεται να βοηθάει κιόλας. Κανένας μας δεν θα χάσει ούτε στο ελάχιστο την κεκτημένη εγκεφαλική του καλλιέργεια όταν "τώ σκότει της μνησικακίας ο νούς αμαυρωθείς, εκπέση του φωτός της γνώσεως και της διακρίσεως" (άγ. Κασσιανός ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ τ. Α’, σ. 72), το πολύ πολύ να μαυρίσει κανένα μάτι πάνω στον καυγά.

Οι μεσσαιωνικοί μας πρόγονοι έλεγαν "πώλησον πάντα αγόρασον Μάρκον" εννοώντας τον όσιο Μάρκο τον ασκητή τον μαθητή του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. "ιγ’. Τυφλός εστι κράζων και λέγων· Υιέ Δαβίδ ελέησόν με, ο προσευχόμενος σωματικώς και μήπω έχων γνώσιν πνευματικήν" (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ τ. Α’, σ. 96), πνοή, η μεταφορά πληροφορίας στα αέρια, πνοή, πνεύμα, πνευματικός. Νάτη πάλι η ψιλή γνώση, "πε’. Της θείας Γραφής τα ρήματα, δια πράξεων αναγίνωσκε και μη πλατυλόγει επί ψιλοίς της νοήμασι φυσιούμενος. πε’. Ο αφείς την πράξιν και ψιλή τη γνώσει επερειδόμενος, αντί διστόμου μάχαιρας καλαμίνην ράβδον κατέχει" (Φ. τ. Α’, σ. 101). Και όποιος δεν έχει ιδέα τί σημαίνει πράξη (ως ημείς) καβαλάει την καλαμίνην ράβδον, και ούτε ψύλλος στον κόρφο του. "ρμζ’. Χωρίς μνήμης Θεού, γνώσις αληθής είναι ου δύναται. Εκτός γαρ της προτέρας, η δευτέρα νόθος τυγχάνει" (Φ. τ. Α’, σ. 105) νόθος αγνώστου μητρός. "ρζστ’. Ο εκτός έργου σοφιζόμενος και λαλών λόγους, πλουτεί εξ αδικίας και οι πόνοι αυτού, εις οίκους αλλοτρίους εισέρχονται". (Φ. τ. Α’, σ. 107) "ζ’. Φιλομαθής ών, γίνου και φιλόπονος. Η γαρ ψιλή γνώσις φυσιοί τον άνθρωπον" (Φ. τ. Α’, σ. 109) φυσικά δεν εννοεί τον πόνο της μελέτης αλλά της ασκήσεως. "ια’. Όσοι προφάσει αγώνων, των αμελεστέρων κατεπαίρονται, ούτοι εξ έργων σωματικών δικαιούσθαι νομίζουσιν. Όσοι δε επερειδόμενοι ψιλή τη γνώσει, τους αγνοούντας ευτελίζομεν, εκείνων πολύ αφρονέστεροι τυγχάνομεν." (Φ. τ. Α’, σ. 109) Καλά θα ήταν το παρακάτω να ίσχυε για την εγκεφαλική γνώση, "μθ’. Ουκ έστιν από καρδίας συγχωρήσαί τινα παραπτώματα, εκτός γνώσεως αληθινής" (σ. 112). Άλλο άσχετο με την ημετέραν γνώση, "νστ’. Γνώσις αληθής υπάρχει η των θλιβερών υπομονή· και το μη αιτιάσθαι τους ανθρώπους επί ταις εαυτού συμφοραίς" (σ. 113). "πα’. Χάρις προ χάριτος η αληθής γνώσις δεδώρηται τοις ανθρώποις παρά Θεού" (σ. 114) η νοερά, η καρδιακή προσευχή, γνώση, που φωτίζει το θνητό και τον προετοιμάζει για τον τρίτο ουρανό της θέωσης. Δυστυχώς όμως "πγ’. νούς επιλανθανόμενος της αληθούς γνώσεως, υπέρ των εναντίων, ως συμφερόντων τοις ανθρώποις διαμάχεται". (σ. 114) "124. Εκείνος που αποδοκιμάζεται από άλλον και δεν φιλονεικεί μήτε με λόγια, μήτε νοερά μ’ εκείνον που τον αποδοκιμάζει, αυτός έχει αληθινή γνώση". (σ. 152-3)

Και για να μπερδευτούμε λίγο ας πάμε και παρακάτω. "ρμδ’. Έτερόν εστι γνώσις πραγμάτων και έτερον αληθείας επίγνωσις. Καθόσον διαφέρει της σελήνης ο ήλιος, κατά τοσούτον της προτέρας η δευτέρα ωφελιμωτέρα τυγχάνει. ρμε’. Η των πραγμάτων γνώσις, κατά αναλογίαν της εργασίας των εντολών προσγίνεται· η δε της αληθείας επίγνωσις, κατά το μέτρον της εις Χριστόν ελπίδος. ρμστ’. Ει θέλεις σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν, πειρώ πάντοτε υπερβαίνειν τα αισθητά και δια μόνης ελπίδος κολλάσθαι τω Θεώ." (σ. 119) "ροε’. Η των πραγμάτων γνώσις, εν καιρώ πειρασμού και ακηδίας, ωφελεί τον άνθρωπον· εν καιρώ δε προσευχής, καταβλάπτειν είωθε." (σ. 121) Η των πραγμάτων γνώση μάλλον έχει να κάνει με την εγκεφαλική λειτουργία η οποία όταν απολυτοποιείται και κυριαρχεί σβήνει τη ροή-πνοή-φώς· καταργεί την συνουσία του πνεύματος "ο δε κολλώμενος τω Κυρίω έν πνεύμά εστιν" επειδή "εισροή αίματος, εκροήν πνεύματος απεργάζεται". (σ. 133) Αντίθετα όταν ο νούς παραμένει στη καρδιά, "γνώσει φωτιζόμενος· σοφία λαμπρυνόμενος· ταπεινοφροσύνη οδηγούμενος. Ταύταις και ταις ομοίαις αρεταίς ανακαινιζόμενος υπό του Πνεύματος, της θεοειδούς εικόνος τον χαρακτήρα εν εαυτώ γνωρίζει· και της δεσποτικής ομοιώσεως το νοητόν και άρρητον κάλλος κατανοεί· και της αυτοδιδάκτου και αυτομαθούς σοφίας του ενδιαθέτου νόμου τον πλούτον καταλαμβάνει". (σ. 133)

"Τί έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;" Ναί! φοράμε μπλουντζινάκι εισαγώμενο, μας στενεύει λίγο, αλλά, που θα πάει, θα το συνηθίσουμε. Λές; μπά ... δεν το πιστεύω. Πίστευε και μη ερεύνα.

Αναλογία και πίστη

Οι αυγουστινιανοί (καί εμείς) αντιλαμβάνονται την πίστη ως απροϋπόθετη διανοητική αποδοχή μιας άποψης, μιας ιδεολογίας. Υπάρχει όμως η "πίστις εξ ακοής”, υπάρχει και η πίστη που είναι "ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων". Η πρώτη είναι σαν μια πίστωση χρόνου· για να δούμε, δουλεύει το σύστημα ή μας δουλεύει. Σού δίνω ένα αβάντζο μια περίοδο χάριτος για να δώ αν πράγματι υπάρχει χάρη. Ενώ οι πιθανότητες είναι 50-50 μούρχεται να σε δοκιμάσω, να σε εμπιστευτώ άχρι καιρού. Η δεύτερη είναι εμπιστοσύνη κερδισμένη μετά από πείραμα και απόδειξη. Έτσι άλλωστε δεν δουλεύει και η ανθρώπινη η επιστημονική γνώση; Με προϋποθέσεις εμπιστοσύνη, πείραμα, επαλήθευση ολοκληρωμένη εμπιστοσύνη.

Για τον άγιο Μάξιμο "η πίστις είναι ενέργεια και φανέρωσις της αλήστου γνώσεως" (ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ σ. 150) "κατά δε το λογικόν, τον λόγον, την φρόνησιν, την πράξιν, την αρετήν, την πίστιν· τούτων δε τέλος είναι το αγαθόν" (ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ σ. 136) Δηλαδή ο λόγος αφού περάσει από την φρόνηση, την πράξη και την αρετή φτάνει στην πίστη την ώρα που ο νούς αντίστοιχα έχει περάσει από τη σοφία, τη θεωρία και τη γνώση και έχει φτάσει στην άληστο γνώση. Η απόκτιση της πίστης (εκ μέρους του λόγου) έχει σαν προϋπόθεση την πρόσκτιση της γνώσης (εκ μέρους του νού) και είναι ενέργεια και φανέρωσης της αλήστου γνώσεως. Καμμιά σχέση λοιπόν με τον ιερό Αυγουστίνο που νομίζει ότι προηγείται η πίστη και ακολουθεί η γνώση. Αυτό άλλωστε δεν θεωρούμε λογικό όλοι μας; Στό, "πίστευε και μη ερεύνα" δεν απαντάμε, "πίστευε και ερεύνα"; Ο όσιος Ησύχιος όμως γράφει: "ξ’. Ο μη γινώσκων την αλήθειαν, ούτ’ αληθώς πιστεύειν δύναται. Η γαρ γνώσις κατά φύσιν προηγείται της πίστεως" (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ τ. Α’ σ. 150)

"Ο θείος και μέγας Απόστολος, τί εστι πίστις ορίζων, φησί· πίστις εστίν ελπιζομένων υπόστασις, και πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων· ει δε τις και ενδιάθετον αυτήν αγαθόν ορίζαιτο ή γνώσιν αληθή των απορρήτων αγαθών αποδεικτικήν, της αληθείας ου διήμαρτεν. Η πίστις, δύναμίς εστι σχετική ή σχέσις δραστική της υπέρ φύσιν αμέσου του πιστεύοντος προς τον πιστευόμενον Θεόν τελείας ενώσεως." (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ τ. Β’, αγ. Μάξιμος, σ. 111) "Τον δε λόγον ωσαύτως δια της φρονήσεως κινούμενον, εις την πράξιν ιέναι· δια δε της πράξεως, εις αρετήν· δια δε της αρετής εις την πίστιν, την όντως βεβαίαν και άπτωτον των θείων πληροφορίαν· ήν πρώτην έχων δυνάμει κατά την φρόνησιν ο λόγος, ύστερον ενεργεία κατά την αρετήν επιδείκνυται, δια την επ’ έργων φανέρωσιν. Η γαρ χωρίς έργων πίστις νεκρόν τι ... την δε πίστιν φρονήσεώς τε και πράξεως και αρετής, ήγουν δυνάμεως, έξεώς τε και ενεργείας ενδιάθετον πήξιν και αναλλοίωτον· ής πέρας έσχατόν εστι το αγαθόν, περί ό καταλήγων της κινήσεως ο λόγος παύεται. Θεός γαρ εστι το αγαθόν, ω πέφυκε πάσα και παντός λόγου περατούσθαι δύναμις." (ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ, αγ. Μαξίμου, σ. 144) Επειδή η πίστη τελικά είναι αποτέλεσμα σχέσης ρωτάει η Γραφή, "πλήν ο υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γή·;" (Λουκ. αη’ 8) Σε κάθε θεία Λειτουργία προς το τέλος πανυγηρικά ψάλουμε: "είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή, αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες·" αφού δηλαδή δεχτούμε να προσκυνήσουμε την αδιαίρετη Τριάδα (πίστη εξ ακοής) (ασχέτως προσωπικής τοποθετήσεως) ιδού τί προηγείται της πίστης που είναι "ελπιζομένων υπόστασις": πρώτα πρέπει να δούμε το φως το αληθινό (αυτό που δεν ξεχνιέται, που δεν φθείρεται, το άφθαρτο, το άκτιστο), μετά να πάρουμε πνεύμα επουράνιο όχι κτιστό (νοερό ή επίγειο) και μόνο τότε θα φτάσουμε να βρούμε την αληθινή πίστη. Θα διαβάζουν οι άνθρωποι αλλά ποιοί θα καταλαβαίνουν ποιοί θα βλέπουν τί γράφει η Γραφή.

Αναλογία και Αγία Γραφή

Ο ιερός Αυγουστίνος πιστεύοντας στην αναλογία της πίστεως (analogia fidei) νόμιζε ότι "στό εσωτερικό των λέξεων-σημείων υπάρχει η θεία πραγματικότητα". Άρα μελετώντας κανείς σε βάθος τις Γραφές, σκεφτόμενος, μπορεί να κατανοήσει τον Θεό. Γράφει σχετικά ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. "Ο μόνω τω γράμματι της Γραφής παρακαθήμενος, μόνην έχει την αίσθησιν κρατούσαν της φύσεως, καθ’ ήν η προς την σάρκα της ψυχής σχέσις μόνη διαφαίνεσθαι πέφυκε. Το μεν γράμμα μη νοούμενον πνευματικώς, μόνην έχει την αίσθησιν περιγράφουσαν αυτού την εκφώνησιν και μη συγχωρούσαν προς τον νουν διαβήναι των γεγραμμένων την δύναμιν. Ει δε προς μόνην την αίσθησιν έχει το γράμμα την οικειότητα, πάς ο καθ’ ιστορίαν μόνην Ιουδαϊκώς το γράμμα δεχόμενος κατά σάρκα ζη της αμαρτίας καθ’ εκάστην ημέραν δια την ζώσαν αίσθησιν γνωμικώς αποθνήσκων τον θάνατον, μη δυνάμενος πνεύματι τας πράξεις θανατώσαι του σώματος, ίνα ζη την εν πνεύματι μακαρίαν ζωήν. Ει γαρ κατά σάρκα ζήτε, μέλλετε αποθνήσκειν, φησίν ο θείος Απόστολος· ει δε πνεύματι τας πράξεις του σώματος θανατούτε, ζήσεσθε." (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ τ. Β’ αγ. Μάξιμος σ. 162) Ως αυγουστινιανοί δια της σαρκός της διανοίας προσπαθούμε να ερμηνευνήσουμε τη Γραφή και ζούμε εν αγνοία η λήθη της νοεράς προσευχής (ροή-πνοή-φώς), ιουδαϊκώς. Στους αντίποδες κάποιοι άλλοι τρέφονται εκ των Γραφών. "Ο μη πιστεύων την Γραφήν είναι πνευματικήν, της οικείας κατά την γνώσιν πενίας ουκ αισθάνεται, αλλά λιμώ διαφθείρεται. Λιμός γαρ εστιν, ως αληθώς, έκλειψις των κατ’ αυτήν την πείραν εγνωσμένων αγαθών και απορία και σπάνις παντελής των την ψυχήν συγκρατούντων πνευματικών βρωμάτων. Πώς γαρ ου λιμόν ηγήσεταί τις ή ζημίαν την των καθάπαξ αυτώ μηδαμώς εγνωσμένων αφαίρεσιν;" (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ τ. Β’ αγ. Μάξιμος σ. 172). "Λιμώττει ... η ψυχή ... της τυπικής εν τω γράμματι δουλείας, μη διατρέφουσα τον νουν ταις των νοημάτων μεγαλοφυΐαις, αλλά πληρούσα την αίσθησιν εμπαθούς φαντασίας, ταις σωματικαίς των γραφικών συμβόλων διατυπώσεσι." "Πάς ο την πνευματικήν της αγίας Γραφής θεωρίαν μη προσιέμενος, τον τε φυσικόν ταύτη και τον γραπτόν κατά τους Ιουδαίους συναπώσατο νόμον και τον εν τη χάριτι νόμον ηγνόησε, καθ’ όν δίδοται τοις κατ’ αυτόν αγομένοις η θεωρία· ο τοίνυν τον γραπτόν νόμον λαμβάνων σωματικώς, αρεταίς την ψυχήν ου διατρέφει" (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ τ. Β’ αγ. Μάξιμος σ. 172) "Χωρίς φυσικής θεωρίας, ουδείς την προς τα θεία των νομικών συμβόλων απέμφασιν διαγινώσκει. ... του γράμματος αντεχόμενος, την εκ του λιμού της γνώσεως εικότως απορίαν ου παραμυθείται, της Γραφής την γήν, ήγουν το σώμα, κατά τον απατηλόν όφιν εσθίειν εαυτόν καταδικάσας· αλλ’ ου κατά Χριστόν τον ουρανόν, ήγουν της Γραφής το πνεύμα και την ψυχήν, τουτέστι τον ουράνιον και αγγελικόν άρτον· λέγω δέ, την εν Χριστώ των Γραφών πνευματικήν θεωρίαν και γνώσιν βρωματιζόμενος ... Το γράμμα, φησίν, αποκτείνει το δε πνεύμα ζωοποιεί· διό χρή το αποκτείνειν πεφυκός, αποκτείνεσθαι πνεύματι ζωοποιώ. Συνυπάρχειν γαρ αλλήλοις κατ’ ενέργειαν άμα κατά το αυτό, το σωματικόν του νόμου και το θείον, ήγουν το γράμμα και το πνεύμα, παντελώς αμήχανον· ότι μηδέ συμφωνείν πέφυκε τω παρεχομένω κατά φύσιν ζωήν, το ταύτην αφαιρείσθαι δυνάμενον. Το μεν πνεύμα, ζωής υπαρχει παρεκτικόν· το δε γράμμα, ζωής αφαιρετικόν. Ουκούν ου δύναται και το γράμμα πράττεν κατά το αυτό και το πνεύμα, ώσπερ ουδέ το ζωοποιόν τω φθοροποιώ συνυπάρχειν" (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ τ. Β’ αγ. Μάξιμος σ. 174-175) Δεν είναι δυνατόν και να αιματώνεται ο εγκέφαλος και να μην αιματώνεται, να εκλύεται ντοπαμίνη (κατάθλιψη) και να μην εκλύεται (χαρά).

"Η αγία Γραφή, το μεν φαινόμενον γράμμα, παρερχόμενον έχουσα, το δε κρυπτόμενον τω γράμματι πνεύμα, μηδέποτε του είναι παυόμενον, αληθή τον λόγον της θεωρίας συνίστησι. ... και η αγία Γραφή νοουμένη πνευματικώς, το γράμμα εαυτής περιτέμνει. Φησί γαρ ο θείος Απόστολος, Όσον ο έξω ημών άνθρωπος διαφθείρεται, τοσούτον ο έσω ανακαινούται ημέρα και ημέρα. Τούτο νοείσθω και λεγέσθω και επί της αγίας Γραφής ... Όσον γαρ αυτής το γράμμα υποχωρεί, τοσούτον το πνεύμα πλεονεκτεί· και όσον αι σκιαί της προσκαίρου λατρείας παρατρέχουσι, τοσούτον η αλήθεια της πίστεως η παμφαής τε και ολολαμπής και άσκιος επεισέρχεται· καθ’ ήν και δι’ ήν προηγουμένως και έστι και γέγραπται, και Γραφή λέγεται, τω νώ δια χάριτος πνευματικώς, εγχαραττομένη·" (ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ αγ. Μαξίμου σ. 160-162)

"Και προς το Πνεύμα το άγιον, δι’ έμφρονος μελέτης της αγίας Γραφής, υπερβάς το γράμμα, σωφρόνως αναφερέσθω· εν ω το πλήρωμα υπάρχει των αγαθών, και οι θησαυροί της γνώσεως και της σοφίας απόκρυφοι· ών εί τις εντός άξιος γενέσθαι φανήσεται, τον Θεόν αυτόν ευρήσει ταις πλαξί της καρδίας εγγεγραμμένον δια της εν πνεύματι χάριτος, ανακεκαλυμμένω προσώπω· την του Θεού δόξαν ενοπτριζόμενος τη περιαιρέσει του κατά γράμμα καλύμματος." (ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ αγ. Μαξίμου σ. 170-172) Γι’ αυτό παρακαλάει ο ιερέας στη θεία Λειτουργία πριν την ανάγνωση του Ευαγγελίου και λέει χαμηλοφώνως: "έλλαμψον εν ταις καρδίαις ημών, (στή καρδιά το φως και όχι στο κεφάλι) φιλάνθρωπε Δέσποτα, το της σής θεογνωσίας ακήρατον (ανόθευτο) φως και τους της διανοίας ημών οφθαλμούς διάνοιξον (καί τότε βοήθησέ μας να καταλάβουμε και διανοητικά) εις την των ευαγγελικών σου κηρυγμάτων κατανόησιν".

Δεν πρόκειται για μια απλή δυσαναλογία αλλά για αντιστρόφως ανάλογη κατάσταση. Δηλαδή όχι απλώς υπάρχει ασυνεννοησία αλλά ο ένας βρίσκεται στους αντίποδες του άλλου. Αυτό που ο ένας θεωρεί καλό ο άλλος καταδικάζει ως κακό. Αυτό που ο ένας νομίζει ότι θα του δώσει την γνώση (αυτού του ιδιου και του Θεού) ο άλλος το κατηγορεί ότι ούτε λίγο ούτε πολύ προκαλεί θάνατο. Δεν πρόκειται για μια ανώδυνη απόκληση ή ιδιορυθμία αλλά για τραγικά ριζική αστοχία που καταντά να θεωρεί το άσπρο μαύρο, το σκοτάδι φώς.

Αναλογία και φώς

Γράφει ο ιερός Αυγουστίνος: "εισχώρησα, και με τα μάτια της ψυχής μου ενατένισα ένα φως να λάμπει αμετακίνητο, πιο ψηλά από τα μάτια της ψυχής μου, πιο ψηλά από τη σκέψη μου. Δεν μιλώ για το φως που βλέπει καθημερινά ο άνθρωπος, ούτε και για κάποιο ανάλογο φώς, ακόμη πιο ισχυρό, που να γεμίζει τα πάντα με το μεγαλείο του. Όχι, δεν ήταν τέτοιο. Ήταν κάτι διαφορετικό, κάτι ολωσδιόλου διαφορετικό από όλα τα φώτα που γνωρίζουμε. Βρισκόταν επάνω από το πνεύμα μου, αλλά όχι όπως το λάδι επάνω από το νερό, και όχι όπως ο ουρανός επάνω από τη γή. Ηταν όμως ανώτερό μου, γιατί αυτό με δημιούργησε, κι ήμουν κατώτερος, γιατί από αυτό δημιουργήθηκα. Όποιος γνωρίζει την αλήθεια, το γνωρίζει, και όποιος το γνωρίζει, γνωρίζει την αιωνιότητα. Το φως αυτό το γνωρίζει η αγάπη." (ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ τ. Α’, σ. 310) "Και από εκεί πήγα ακόμη πιο πέρα, στη δύναμη της λογικής, που συλλέγει και κρίνει αυτά που κομίζουν οι σωματικές αισθήσεις. Αυτή η δύναμη μέσα μου, που είναι κι η ίδια μεταβλητή, ορθώθηκε τότε για να συλλάβει το είναι της. Ελευθέρωσε τη σκέψη από τη συνήθεια, διώχνοντας τα αντιφατικά είδωλα που την πολιορκούσαν, για ν’ ανακαλύψει ποιό ήταν αυτό το φως που την πλημμύριζε, όταν αναφωνούσε χωρίς δισταγμό ότι το αμετάβλητο προηγείται του μεταβλητού, και από που ερχόταν η γνώση αυτού του αμετάβλητου - γιατί αν δεν το γνώριζε δεν θα μπορούσε να λέει ότι προηγείται του μεταβλητού, κι έτσι έφτασε σ’ αυτό που "είναι". Δεν ήταν παρά μια αστραπή σε τρεμάμενα μάτια. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή κατάλαβα ότι "τά αόρατά σου γίνονται ορατά στη σκέψη μέσα από τα δημιουργήματά σου". Δεν είχα όμως αρκετή δύναμη να σταθώ προσηλωμένος, γιατί το αδύναμο βλέμμα μου απωθήθηκε και με ξαναγύρισε στη συνηθισμένη μου κατάσταση. Μέσα μου δεν κουβαλούσα παρά την ανάμνηση της αγάπης και έναν πόθο για κάτι που ευώδιασε, αλλά δεν ήμουν ακόμη άξιος να γευτώ:" (ΥΠ. 61. ... η εικόνα της δυνατής αστραπής που τυφλώνει, ... και γενικότερα το λεξιλόγιο αυτών των παραγράφων βρίσκονται όχι στον Πλωτίνο αλλά στα έργα του Φίλωνος Αλεξανδρείας).

Γράφει ο π. Σωφρόνιος: "Ο ορθολογιστής θεολόγος όσο ψηλά και αν ανεβεί και όσο "μυστικό" βάθος και αν πετύχει, επειδή προτάσσει τον κτιστό νού του, η εμπειρία του "είναι κατ’ ουσίαν εμπειρία "πανθεϊστικής" τάξεως". ... Τα έσχατα όρια, στα οποία μπορεί να φθάσει, είναι κάποια μορφή "φωτοειδούς αυτοθεωρίας". Βλέπει τη νοερή του ωραιότητα, το φυσικό φως του νού, που είναι κτισμένος κατ’ εικόνα Θεού. (σ. 240)

Όταν η κτιστή ελευθερία της θελήσεως στρέφεται αυτοερωτικά προς τον εαυτό του, τότε ο άνθρωπος μένει κλειστός στην ενέργεια της χάριτος του Θεού και καταστρατηγεί την ουσία και το νόημα της υποστατικής του αρχής, που οφείλει να τελειωθεί στην κοινωνία της με το Άγιο Πνεύμα και να αναφέρει στον Θεό όλη την κτίση."

Ποιός λοιπόν είναι ο επιστήμων θεολόγος; ποιός μπορεί να μας πει αν η εμπειρίες που περιγράφει παραπάνω ο ιερός Αυγουστίνος είναι πραγματική εμπειρία του ακτίστου φωτός ή εμπειρία του κτιστού φωτός του νοός, δηλαδή, εμπειρία πανθεϊστικής φύσεως αντίστοιχη με αυτές του Φίλωνα και του Πλωτίνου; Μπορεί ο φιλολογοθεολόγος να ισχυριστεί ότι αναγνωρίζει "εκ της γεύσεως" (τής πλέον απλανούς αισθήσεως) την πλάνη ή τη γνησίοτητα, στην εμπειρία του Αυγουστίνου, του Πλωτίνου ή του Φίλωνα;

Για συμπλήρωμα ορίστε και λίγο "φώς" από τις θετικές επιστήμες. "Όταν οι εικόνες αρχίζουν να αναδύονται στον εγκέφαλο του μαθηματικού, σε ορισμένες περιπτώσεις μια αιφνίδια φώτιση καταλαμβάνει τον εγκέφαλο και τις αισθήσεις του. ... Τη στιγμή που συμβαίνει η φώτιση, εμπλέκεται και το συναίσθημα, έτσι ώστε μας είναι αδύνατο να παραμείνουμε απαθείς ή αδιάφοροι (εκτός και αν έχει κανείς ασκηθεί). Στις σπάνιες περιπτώσεις κατά τις οποίες μου συνέβη αυτό μου ήταν αδύνατον να συγκρατήσω τα δάκρυά μου." Εφευρέτης ή υπεράνθρωπος;

Αναλογία και Υπεράνθρωπος

Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος στο βιβλίο του Η ΚΛΕΙΣΤΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ, κυρίως στο πρώτο κεφάλαιο: "Ο Αυγουστίνος και το πρόσωπο ως θέληση για δύναμη. Η οντολογία της ισχύος" παρουσιάζει τον Αυγουστίνο πρόδρομο του Νίτσε. "Στον Αυγουστίνο η βούληση επιδιώκοντας να συνδέσει τον Θεό με τον άνθρωπο, ... εκφράζει τελικά την αυτόνομη κίνηση επικυριαρχίας του "πνευματικού" επί του υλικού ... Με την άκρα υπερβατικοποίηση του πνευματικού, ο Αυγουστίνος δημιουργεί μια νέα ουσιαστικά, βουλησιοκρατική οντολογία - όσο κι αν προσπάθησε στην ωριμότητά του να μετριάσει μερικές συνέπειές της. Όταν όμως, μετά την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, ... η σκέψη του Αυγουστίνου ... εκκοσμικεύεται ... Ο διάχυτος αυτός αυγουστινισμός γίνεται έναυσμα και υπόθεμα για την με χαϊντεγκεριανούς όρους, "ολοκλήρωση", της δυτικής μεταφυσικής στην νιτσεϊκή σκέψη ..." " Ο Υπεράνθρωπος είναι λοιπόν το απόλυτο υποκείμενο, η πλήρης και απερίσταλτη υποκειμενικότητα, περικλείοντας το υλικό σύμπαν της αλήθειας εντός του, ... Το τέλος της βουλήσεως για δύναμη, είναι πάντοτε ο ολοκληρωτισμός. ... Φαίνεται πράγματι πώς τελικά ο Nietzsche αντέστρεψε τον Αυγουστίνο και όχι τον Πλάτωνα."

Ο Νίκος Γ. Πεντζίκης γράφει σχετικά: "Θεωρίες σαν του Δαρβίνου και η επακόλουθή τους πρόοδος του επιστημονικού πνεύματος, που πήγαινε να γίνει θρησκεία στην εποχή, καθώς γκρέμιζε με τη θαυμαστή του ανάπτυξη χιλιόχρονα ταμπού που περιόριζαν και όριζαν την ανθρώπινη σκέψη και όραση, ... στους διάφορους τόπους ... ακούστηκαν σπάταλα έντονες φωνές ατομικές που γύρεψαν να υψώσουν, είτε εν ονόματι ενός άκρατου υποκειμενισμού, είτε με την πιο αυστηρή έννοια της αντικειμενικότητας, απόλυτα καθολικούς νόμους, αντιμετωπίζοντας έτσι τον μηδενισμό της γνώσης και την αγωνία που εμβάλλει στις ψυχές, δίχως ν’ αναλογιστούν πόσο μπορεί να είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο κάθε απόλυτο βγαλμένο μέσα από τον αναγκαστικό διχασμό της σκέψης που επιβάλλει η ιδεαλιστική διάκριση του υποκειμένου και αντικειμένου, που κάνει κάθε επιστροφή σε πρωτόγονους μύθους πίστης να καταλήγει υποχρεωτικά σ’ έννοιες υπερανθρώπων, ..." Αντί να δεχθεί τους μύθους σαν φάρμακα, σαν τύπους που μεταφέρουν μια άλλη πραγματικότητα, να επιτρέψει στον λόγο να ξεκουραστεί για ν·ά συμβεί ανενόχλητη η ροή-πνοή-φώς και έτσι η μεταφορά, αναλύει δια του λόγου τους μύθους χρησιμοποιόντας τις a priori έννοιες, αδικώντας τα πράγματα και βγάζει συμπεράσματα διδακτικά και λείαν παραπλανητικά. Εικόνες αποκρουστικές σαν του σαδιστή πατέρα.

Αναλογία και πατέρας

Ο Αβραάμ καλείται να θυσιάσει τον μονάκριβο γιό του. Ο Ουρανός και ο Κρόνος ξεπάστρευαν τα τέκνα τους. Ο Αγαμέμνωνας θυσίασε την Ιφιγένεια για να πάνε καλά οι δουλειές των Αχαιών. Και πάνω από όλους τους θνητούς ο Πατέρας θυσίασε τον Υιό του το Μονογενή για την σωτηρία μας. Τί πρότυπα θα δώσουμε στα παιδιά μας; Να μιμηθούν τί; τους μέντορες της παιδοκτονίας; τον Σαδιστή Πατέρα! Αυτά παθαίνει όποιος βλέπει τα πράγματα επιφανειακά, λογικά, ηθικιστικά. Ο Αβραάμ ωφείλει να θυσιάσει το μονάκριβό του. "Όταν η έλξις προς τον κόσμον (τόν οποίον δεν είναι δυνατόν να μη αγαπώμεν) υπερβαίνη την αγάπην ημών προς τον Θεόν, τότε οφείλομεν να ανεύρωμεν εν εαυτοίς δυνάμεις και να μιμηθώμεν τον Αβραάμ: Να λάβωμεν εις τας χείρας πυρ και μάχαιραν και να προσφέρωμεν ως θυσίαν πάν πολύτιμον εις ημάς, χάριν του θριάμβου της αγάπης του Θεού εν ημίν. (σ. 159) Αν η θυσία γίνει στο επίπεδο το εσωτερικό δεν υπάρχει λόγος να πραγματοποιηθεί και εξωτερικά.

Ο πατέρας θυσιάζει τον γιό όπως ο γεωργός "θυσιάζει" τον σπόρο και τον παραχώνει στην γή. Τον θυσιάζει για να φέρει εκατονταπλασίονα καρπό. Τον θυσιάζει για μπορέσει να βασιλεύσει. Τον θυσιάζει για να μας διδάξει ότι ο λόγος πρέπει να θυσιαστεί, να πεθάνει γιατί αλλιώς θα σκοτώσει το πνεύμα, την πνοή, το γέλιο και θα νεκρωθεί και ο ίδιος του. Απογορεύεται να ερμηνευτεί αναλογικά ο μύθος. Είναι για να μυήσει, να μεταφέρει την ζωή. Είναι για να ζαλίσει την άνυδρη διάνοια και όχι για να βάλλει σε λειτουργία τους νευρώνες. Είναι για να ρυθμίσει, να περάσει στύλ, να μάθει μέθοδο. Δεν είναι σκοπός είναι μέσο. Ο σούπερ ποδοσφαιριστής των δίς στην προπόνηση ωφείλει γυμναζόμενος να κάνει γελία για το "ήθος" του πράγματα, π.χ. να πηδάει σχοινάκι. Όχι για να κερδίσει το πρωτάθλημα στη γειτονιά αλλά για να γυμνάσει κάποιους μύς. Για να μεταφερθεί η γνώση και να γίνει βίωμα (ξέρω να οδηγάω ποδήλατο) πρέπει ο δάσκαλος να εφεύρει διάφορες "ανόητες" ασκήσεις. Η σωστή τους αντιμετώπιση δεν είναι η ανάλυση αλλά η υπ-ακοή και η πρόσληψη. Έτσι προχωράει η προπόνηση.

Ο πατέρας πάντα ωφείλει να θυσιάζει τον γιό για να μαθαίνει ο θνητός να προπονείται να σκοτώνει τα δημιουργήματά του, τα ποικίλα "παιδιά" του. Αν ο Κρόνος αφήσει τα νιάνιαρα να ζήσουν θα του ριμάξουν το βασίλειο. Αν ο ζωγράφος θαυμάζει τον πρώτο πίνακα που έκανε δεν θα ξανακάνει άλλο. Αν ο γράφων ηδονίζεται να διαβάζει ξανά και ξανά τα γραπτά του δεν πρόκειται να ξαναδεί έμνευση. Θα τελματώσει. Τα ίδια και τα ίδια. Πόσες φορές δεν το βλέπουμε σε χαρισματικούς ανθρώπους επειδή δεν ξέρουν να γκρεμίζουν αυτά που έχτισαν να χτίζουν τελικά τον θάνατο της έμπνευσής τους.

Ο σαδιστής πατέρας δεν είναι σαδιστής αλλά ρεαλιστής. Σκοτώνει τον γιό: 1) για το καλό του πατέρα, για να μην του ρημάξει, για να μπορεί να συνεχίσει να γεννάει, 2) για το καλό του γιού, γιατί ο σπόρος αν δεν πεθάνει δεν πρόκειται πολύ καρπό να φέρει. Το πρόβλημα στις μέρες μας λόγω της λογικοκρατίας μας είναι ότι αδυνατούμε να μυηθούμε από τους μύθους, αυτούς που διεγείρουν το πνεύμα, μας λείπει το πνεύμα, σπανίως πουλάμε πνεύμα, το μόνο πρόσφορο είναι το οινόπνευμα, και ζαλισμένο το περιστέρι φεύγει μακρυά μας, αλλού να παίξει με το λόγο.

Αναλογία και λογοπαίγνια

"Ο μύθος εκφεύγει του λόγου ακόμα και στα αφορώντα τον θεό λόγο.

Ο λόγος αναλύει, διαλύει το μύθο, κληρονομάει την απιστία, μηδενίζει την ύπαρξη, καταστρέφει τη μορφή". Στα γραπτά του ιερού Αυγουστίνου κυριαρχεί το παιχνίδι των σκέψεων και συχνά είναι φανερό ότι τον ζώνουν τα φίδια. Ενώ στους λοιπούς Πατέρες κυριαρχεί το παιχνίδι με τις λέξεις τους φθόγγους τα γράμματα που είναι σπουδάγματα του Θεού τα πράγματα. Καθότι εμπράγματη η γνώση.

Ο πρώην γραμματέας του τότε Πλανητάρχη αναφερόμενος στην αγία Τριάδα γράφει: "Θεόν ένα, μίαν ουσίαν, υποστάσεις τρείς· μονάδα ουσίας τρισυπόστατον, και τριάδα υποστάσεων ομοούσιον· μονάδα εν τριάδι, και τριάδα εν μονάδι· ουκ άλλην και άλλην, ουδ’ άλλην παρ’ άλλην, ουδέ δι’ άλλης άλλην, ουδ’ άλλην εν άλλη, ουδέ εξ άλλης άλλην· αλλά την αυτήν εν εαυτή, και καθ’ εαυτήν εφ’ εαυτήν, εαυτή ταυτήν· και μονάδα και τριάδα ασύνθετόν τε και ασυγχύτως την ένωσιν έχουσαν, και την διάκρισιν αδιαίρετόν τε και αμέριστον·"

Διατί οι σύγχρονοι θεολογιζόμενοι όσον νεοπατερικοί κι αν θεωρούνται δεν αναλίσκονται, δεν σκοτώνουν τον χρόνο τους σε τέτοια "παίγνια", παρά κυκλοφορούν σοβαροφανέστατοι, καθωσπρεπέστατοι, ορθοτομότατοι, ως μπρούντζινα αγάλματα εννίοτε;

Μήπως από ενσυνείδητο ή εξ υφαρπαγής σεβασμό προς τον χρόνον, τον πονηρόν, τουτέστι από σεβασμό προς την υπερέκκρισιν ντοπαμίνης.

Μήπως είναι και τούτο ασφαλές κριτήριον της ισχυράς αυγουστινοποιήσεως των παρ’ ημίν;

Μήπως είναι δείγμα υφέρπωντος, συνειδητού ή ασυνείδητου εκσυγχρονισμού, τύπου Κοραή και λοιπών κοράκων αγαθών, απωλεσάντων εκ του στόματος αυτών το αναλογούν τεμάχιον της πολυτίμου τροφής;

Ας μην είμεθα όμως πεσιμισταί. Optimism. Καλοπροαίρετα δυνάμεθα να διαγνώσωμεν διάκρισίν τινά. Μια και αυγουστινιο-αρμενίζουμε, όσο μας επιτρέπει το δόλιο το σκαρί, κατά το παράδειγμα του Βεζύρι συντονίζονται κι αυτοί γινόμενοι θέατρον και αγγέλοις και ανθρώποις ίνα πάντως τινάς σώσουσιν. Οι δυνάμενοι ... οι γινώσκοντες βεβαίως ... καθότι ου παντώς πλείν ες Κόρινθον. Οι λίγοι ... διότι οι πολλοί απλώς συναγελαζώμεθα και χάνουμε το γέλιο μας πούνε η καλύτερη γυμναστική ιδίως όταν δεν εκφέρεται προπετώς, τουτέστιν χαζοχαρούμενα, άνευ χαρμολύπης.

Το γέλιο με υπόβαθρο και άρμα τη χαρμολύπη, το γέλιο που δεν άρεζε στον Αυγουστίνο· το γέλιο που τόσο χαριτωμένα φόρεσαν και φέρουν οι σύγχρονες μορφές, οι όμορφοι άγιοι της πονεμένης Ρωμηοσύνης. "Χριστός ανέστη, χαρά μου" (άγ. Σεραφείμ του Σαρώφ). Χαρά, χάρη, χάρισμα τοις πάσι, ο γιός του Αβραάμ, και πατήρ του πτερνιστή του και πτερνίσαντος τον αρχαίον πτερνιστή, ο Ισαάκ, η χαρά, το γέλιο. Το γέλιο που από τα λόγια διαφέρει ένα "α". Τα λόγια πούνε ο μονογενής Υιός και Λόγος του Πατρός ο πρόσφορος και προσφερόμενος υπ’ Αυτού προς θυσίαν. Ο πτερνισθείς υπό του αρχαίου πτερνιστή του πτερνίσαντος τον Πτερνισθέντα εις την πτέρνα δια του Σταυρικού θανάτου· ο πτερνισθείς υπό του πτερνιζόμενου υπό των θνητών, των σώμα οικούντων και σάρκα φορούντων, όταν φέρουν εν τω θνητώ σαρκίω τον Παράκλητον, τον όντως Πτερνιστήν του αλλοτρίου.

Αναλογία και δημιουργία

Ο Θεός είναι δημιουργός. Ο άνθρωπος είναι πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού. "Γνωρίζομεν ότι ο Θεός εκάλεσεν ημάς, όπως συνεργήσωμεν μετ’ Αυτού εις την Πράξιν της υπ’ Αυτού δημιουργίας αθανάτων θεών." "Ο χριστιανός εκλήθη να έχη την τόλμην να πιστεύη ότι δυνάμεθα να οικειοποιηθώμεν το Θείον Είναι."

Εγκλωβισμένοι μέσα στην νοοτροπία της αναλογίας συμπεραίνουμε: ο άνθρωπος ωφείλει να ανέρχεται δημιουργικά, να μιμείται το δημιουργό του, ο οποίος τον έφερε στην ύπαρξη από το μηδέν. Επιλέγουμε δηλαδή την προφανή κατεύθυνση, είμαι κατ’ εικόνα του Δημιουργού άρα ωφείλω να κινηθώ θετικά. Κατ’ αρχήν ανώτερη μορφή δημιουργίας είναι η προσευχή πράγμα αδιανόητο για τον καθυλωμένο στην διάνοια. Βασική προϋπόθεση η "μετάνοια που σημαίνει ριζικήν αλλαγήν της νοεράς ημών προσεγγίσεως προς την ζωήν εν γένει, μετάβασιν εκ της παλαιάς κοσμοθεωρίας εις την όρασιν της "αντιστρόφου" εικονογραφικής προοπτικής. Επειδή δια της υπερηφανίας εκρημνίσθημεν εις το σκότος το εξώτερον, μόνον για της ταπεινώσεως αναβαίνομεν προς τον Ύψιστον."

"Είναι ανάγκη δια πάντας ημάς, όπως διέλθωμεν δια του μυστηρίου του θανάτου χάριν τελειοτέρας εξομοιώσεως προς τον Χριστόν." (σ. 63)

"Η ψυχή βλέπει εαυτήν ερριμμένην εις το σκότος του θανάτου. Ο φόβος εκ του σκότους τούτου είναι μαρτυρικός, διότι τούτο δεν υπάρχει μόνον πέριξ εμού, αλλ’ εδρεύει εν εμοί. Όταν όμως το άκτιστον Φώς αποδεσμεύη εμέ εκ του εσωτερικού μου άδου, τότε απέρχεται απ’ εμού πάν πάθος" (σ. 78)

"Ενσυνειδήτως κατερχόμεθα εις τον άδην, διότι, αφ’ ής στιγμής αποκαλύπτεται εις ημάς η εικών του προαιωνίου Ανθρώπου, ζώμεν οξύτερον το βάθος του σκοτασμού ημών. Μεγάλη θλίψις πλήττει όλον το είναι ημών. Τα εξωχρονικά παθήματα του πνεύματος υπερβαίνουν πάντα φυσικόν πόνον. ... "Ελθέ και ίασαί με εκ του συνέχοντός με θανάτου ..." (σ. 102)

Τινές εκ των πιστευόντων εις τον Κύριον, ακολουθούντες Αυτόν, οδηγούνται μέχρι του χείλους της αβύσσου, ήτις απροσδοκήτως διανοίγεται έμπροσθεν αυτών, άνευ της δυνατότητος οπισθοχωρήσεως. ... Δια την πτήσιν επάνω της αβύσσου ταύτης έχομεν χρείαν της δυνάμεως της ευλογημένης απογνώσεως ... Το Φώς διαφαίνεται μακρόθεν. Ελκυόμενοι προς αυτό υπό μυστηριώδους δυνάμεως, αποφασίζομεν να ριφθώμεν εις το άγνωστον, επικαλούμενοι το Άγιον Όνομα του Ιησού Χριστού, του Θεού Σωτήρος. Και τί συμβαίνει τότε; Αντί να συντριβή η κεφαλή ημών επί των κεκρυμμένων εις τον γνόφον υφάλων, αόρατός τις χείρ εμφανίζεται, στοργικώς κρατούσα ημάς επάνω της αβύσσου. Άνευ αυτής της φιλικής χειρός του Ζώντος Θεού ουδείς άνθρωπος δύναται να αντεπεξέλθη εις τας συνθήκας των αντιξόων περιστάσεων." (σ. 107)

Εάν αι ρίζαι δεν εισέδυον εις τα σκοτεινά έγκατα της γης -ίσως τοσούτον βαθέως, όσον υψούται και η κορυφή-, εάν ο όγκος των ριζών και η ισχύς αυτών δεν ανταπεκρίνοντο εις τον όγκον και το βάρος του ορατού τμήματος του δένδρου, τότε δεν θα ηδύναντο αύται ούτε να τρέφουν, ούτε να στηρίζουν το δένδρο· και ασθενής τις άνεμος θα ανέτρεπεν αυτό. ... Η κίνησις προς τα κάτω, προς το σκότος τα εξώτερον, είναι απαραίτητος εις πάντας ημάς, ίνα παραμείνωμεν σταθεροί εν τω πνεύματι της αυθεντικής χριστιανικής ζωής. Τούτο εκφράζεται εν τη συνεχεί μνήμη της εξ αρχής μηδαμινότητος ημών δια της πλέον αυστηράς αυτομεμψίας εις πάντα. Και όσον βαθύτερον ταπεινούται ο άνθρωπος δια της αυτοκαταδίκης, τοσούτον μάλλον υψούται υπό του Θεού." (σ. 121)

"Ο Γέροντας ορίζει την προσευχή ως ατελεύτητη δημιουργία, γιατί με αυτήν δίνεται στον άνθρωπο το προνόμιο να γίνει συνεργός Θεού για την ολοκλήρωσή του ως προσώπου. Δέχεται το χάρισμα να αναδειχθεί ο ίδιος αυτουργός της τελειώσεως της υποστατικής του αρχής. ... Το έργο του αγώνα αυτού είναι γεμάτο σοφία και έμπνευση, κάλλος και μεγαλείο· είναι υψηλό και δημιουργικό. ... Όλος ο αγώνας της προσευχής στοχεύει στην ανεύρεση και κατάκτηση της καρδιάς. Την οδό προς αυτήν φράζει μόνο η κενοδοξία."

Απορρίπτομεν εκείνα τα οποία εθεωρούμεν κατά το παρελθόν ως πλούτον ημών. Απογυμνούμεθα από πασών των γηΐνων προσκολλήσεων και γνώσεων, έτι δε και από του ιδίου θελήματος. Πτωχεύομεν και "κενούμεθα". ... Η πνευματική πτωχεία, ομού μετά της οδύνης της Θεοεγκαταλείψεως, βυθίζει ημάς εις απόγνωσιν. ... Συνειδητοποιούντες εναργώς το άπελπι της καταστάσεως ημών, αρχόμεθα να μισώμεν εαυτούς ως είμεθα. ... Δεν κατανοούμεν την εν ημίν ενέργειαν Αυτού, αλλ’ εν τούτοις δια της δυνάμεως Αυτού σμικρυνόμεθα μέχρι του μηδενός· και τούτο είναι δι’ ημάς φρικτόν ... Δι’ αυτού του τρόπου επιτελείται η κάθαρσις ημών εκ της "κατηραμένης" κληρονομίας (σ. 195) ... Επιστρέφοντες εις το μηδέν γινόμεθα "ύλη", εξ ής ίδιον εις τον Θεόν ημών είναι να δημιουργή. ... Αναζητώ λόγους, ίνα εκφράσω μυστήριον απολεσθέν υπό των ανθρώπων. (σ. 196)

Μη όντες ελεύθεροι εκ των καταλοίπων του εν ημίν ενεργούντος νόμου της αμαρτίας, αυτοκαταδικαζόμεθα μετ’ οργής και αυτομίσους να κατακαυθώμεν εις το σκότος το εξώτερον· διότι δεν υπάρχει άλλο πύρ. όπερ θα εσθέννυε την εν ημίν ενέργειαν των παθών. (σ. 123)

Δια της αυτομεμψίας καταβαίνομεν εις ζοφώδη χάσματα, διότι, αφ’ ής στιγμής εν Χριστω και δι’ Αυτού αποκαλύπτεται εις ημάς η εικών του Ανθρώπου, καθώς υπάρχει προαιωνίως εν τω δημιουργικώ νοΐ του Θεού, κατανοούμεν την άβυσσον του σκοτασμού ημών. Ως η αστραπή φωτίζει την νύκτα, όταν δε αύτη σβεσθή, το σκότος γίνεται πλέον αδιαπέραστον, κατά τον ίδιον τρόπον η εμφάνισις του Φωτός της Θεότητος επιτρέπει να ίδωμεν το εν ημίν σκότος όμοιον προς συμπεπυκνωμένην μάζαν απεχθούς ακαθαρσίας. (σ. 254)

Και στην περίπτωση της δημιουργίας από την μια η απλοϊκή λογική της αμεσότητας, της "αναλογίας" υπαγορεύει: είμαι κατ’ εικόνα του Δημιουργού άρα ωφείλω να δημιουργώ να καλλιεργώ τη δημιουργικότητά μου, ωφείλω να κινηθώ θετικά. Ενώ η λογική, η "τρελλή" της Ζωής εντέλλεται το εντελώς αντίθετο: "εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γήν αποθάνη, αυτός μόνος μένει· εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει. ο φιλών την ψυχήν αυτού απολλύει αυτήν, και ο μισών την ψυχήν αυτού εν τω κόσμω τούτω εις ζωήν αιώνιον φυλάξει αυτήν" (Ιωάν. ιβ’ 24)

Αναλογία και συμβολισμός

Στην τρέχουσα αυγουστινιώδη μας γλώσσα "τό σύμβολο είναι: 1) εικονικό σημείο, έμψυχο ον ή πράγμα που αντιπροσωπεύει μία έννοια, της οποίας αποτελεί την απεικόνιση, το χαρακτηριστικό γνώρισμα, το έμβλημα· 2)πρόσωπο που ενσαρκώνει, που προσωποποιεί κατά τρόπο παραδειγματικό μία ιδέα, ένα συναίσθημα κ.λπ.· 3) γενικά, οτιδήποτε μπορεί να αναπαραστήσει αφηρημένες ιδέες, γεγονότα, συναισθήματα ή έννοιες. ... η τρέχουσα σημασία που αποδίδεται στην έννοια του συμβόλου προσεγγίζει αυτήν της εμβληματικής αναλογίας. Το περιστέρι είναι σύμβολο της ειρήνης ... η σημασία αυτή συνδέεται με την λειτουργία της συγκεκριμενοποίησης, της απόδοσης συγκεκριμένης μορφής σε μια αφηρημένη πραγματικότητα." "Ο Αυγουστίνος δεν παύει να μας υπενθυμίζει ότι οι λέξεις δεν είναι παρά "σημεία" που μπορούν να πάρουν διάφορες σημασίες". Επειδή όμως "στό εσωτερικό των λέξεων-σημείων υπάρχει η θεία πραγματικότητα" μελετώντας την Γραφή ή το Σύμβολο της Πίστης μαθαίνω περί του Θεού. Τουτέστιν αναλογία πίστεως, analogia fidei.

Για τον Έλληνα όμως το σύμβολο είναι ένα πράγμα που βοηθάει την αναγνώριση, την συνάντηση, την επικοινωνία. "Η αρχική σημασία του αρχαίου ελληνικού όρου σύμβολον, ο οποίος προέρχεται από το ρήμα συμβάλλω, ήταν αυτή του σημείου αναγνώρισης, το οποίο συνίστατο από ένα αντικείμενο (συνήθως νόμισμα) χωρισμένο στα δύο, που επέτρεπε σε δύο άτομα άγνωστα μεταξύ τους, τα οποία όμως είχαν στην κατοχή τους από ένα κομμάτι του, να αναγνωριστούν ενώνοντας τα δύο κομμάτια. ... Τα δύο μέρη του νομίσματος ή μάλλον ο συνδετικός μηχανισμός που επιτρέπουν είναι με την κυριολεκτική σημασία του όρου ένα σύμβολο. Οι πόλεις επίσης χρησιμοποιούσαν παρόμοια σύμβολα για να πιστοποιήσουν την αυθεντικότητα των πρεσβευτών τους." Το σύμβολο δηλαδή αποτελείται από δύο συμπληρωματικά μέρη τα οποία επιτρέπουν στους δύο κατόχους, των δύο αυτών κομματιών να αναγνωριστούν ως ημέτεροι και να "συναντηθούν". Δεν κρύβεται κανένας αποκρυφιστικός μυστικισμός. Επί πλέον δεν υπάρχει αναλογία, όχι μόνο δεν υπάρχει αναλογία αλλά επειδή τα δύο κομμάτια είναι συμπληρωματικά μεταξύ είναι αντιστρόφως ανάλογα. Όπου το ένα είναι κοίλο το άλλο είναι κυρτό. Το βαθούλωμα του ενός αντιστοιχεί σε εξόγκωμα του άλλου.

Η Εκκλησία του Χριστού χρησιμοποίησε το πολιτισμικό σώμα του Ελληνισμού. Το Σύμβολο καλούμαστε να το ομολογούμε, να κρατάμε στο χέρι μας το κατάλληλο κομμάτι ώστε να αναγνωριστούμε ως γνήσια μέλη του Σώματος του, από την Κεφαλή μας τον Χριστό. Καλούμαστε να το ομολογούμε ουχί ιουδαϊκώς

Άλλο συμβολισμός και άλλο αλληγορική μέθοδος. Όταν λέμε αλληγορική μέθοδος σήμερα εννοούμε ότι ερμηνεύω μια ιστορία μεταφορικά δηλαδή, άλλα αυτή λέει και εγώ με το μυαλό μου βρίσκω και λέω άλλα. Οι Πατέρες όμως χρησιμοποιούν την αλληγορική μέθοδο ή καλύτερα την αναγωγική όχι απλώς για να μας πούν αυτά που θέλουν ξεκινώντας από μια "χ" αφορμή αλλά γιατί θέλουν να μας μυήσουν, να μας ανάγουν, να μας συντονίσουν με μια άλλη πραγματικότητα, την κυρίως πραγματικότητα του Κυρίου. Γι’ αυτό θεωρούν βασικά προβλήματα την άγνοια, τη λήθη και τη ραθυμία. Την άγνοια της ροής-πνοής-φωτός, της νοεράς προσευχής, τη λήθη, όχι τη διανοητική αλλά τη λήθη ως έκπτωση από αυτή την κατάσταση, τη λήθη που σε κάνει να ξεχνάς εντελώς την άλλη κατάσταση και να ζείς "σαρκικά" άνευ ροής-πνοής-φωτός με μπόλικη ντοπαμίνη (πού εκλύεται όταν κυριαρχεί η κατάθλιψη) στον εγκέφαλο. Σύμβολο δεν είναι αυτό εκ του οποίου μπορώ να βγάλω (από τη μύγα ψίγκι) ότι συμπέρασμα θέλω. Σύμβολο είναι το πράγμα που κατάγεται από τα κτιστά και με βοηθάει να νοιώσω να θυμηθώ μια κτιστή μου εμπειρία η οποία ταιριάζει καλύτερα (όχι απόλυτα και αναλογικά) σε κάτι άλλο κτιστό ή άκτιστο. Αυτό που συμβάλλει στην μεταφορά του κατάλληλου ρυθμού (ροή-πνοή-φώς, ζωή), στη ρύθμιση του κτιστού (όχι μαγικά αλλά κατόπιν συνέργιας) ώστε να δυνηθεί να συναντηθεί με το "άλλο". Όταν ο θνητός αυτό το "άλλο" το ενδύεται δια του Βαπτίσματος λέγεται χριστιανός.

Αναλογία και χριστιανός

Μετά από δεκαπέντε περίπου αιώνες μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει μεγάλη δυσαναλογία για το πώς αντιλαμβανόμαστε τό, τις εστί χριστιανός. Από την μία υπάρχει μια νοοτροπία που λέει ότι χριστιανός είναι αυτός που μαθαίνει περί Θεού και αγωνίζεται να εφαρμόζει και από την άλλη μια παράδοση που διδάσκει ότι χριστιανός είναι ο ταπεινών εαυτόν. "Ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος παρατηρεί ότι η αμοιβή του Θεού "ου τη εργασία δίδοται, αλλά τη ταπεινώσει". "Εκείνος που δεν παραδίνει τον εαυτό του αυτοπροαιρέτως στο σταυρό με φρόνημα ταπεινώσεως και εξουδενώσεως και δε ρίχνει τον εαυτό του από κάτω απ’ όλους να καταπατείται και να εξουδενώνεται και να καταφρονείται και να καταγελάται και να εμπαίζεται και όλα αυτά να τα υπομένει με χαρά και διόλου να μην επιδιώκει τα ανθρώπινα, δόξα ή τιμή ή έπαινο ή ηδονή φαγητού ή ποτού ή ενδύματος, δεν μπορεί να γίνει αληθινός χριστιανός. Δηλαδή χριστιανός είναι εκείνος που στην ζωή του "ποντάρει" στη άκτιστη θεία Χάρη και όχι στη κτιστή του φύση. Χριστιανός είναι αυτός που αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της σχέσης με το άκτιστο και όχι αυτός που εγκλωβίζεται στην αυτάρκεια του κτιστού του εξοπλισμού.

Αναλογία και δόγμα.

Γνωρίζοντας κανείς ότι δεν υπάρχει αναλογία αντιλαμβάνεται το δόγμα όχι ως ιδεολογία που οφείλει ασυζητητί να αποδεχτεί, αλλά ως σύμβολο που δέχεται να ομολογήσει με την Εκκλησία. Εν ανάγκη και χωρίς να συμφωνεί προσωπικά με αυτό.

Το παιδί σου έχει κρυολόγημα. Πάς στο γιατρό και ζητάς αντιβίωση. Ο γιατρός σού λέει δώστου αντιπυρετικό, αντιφλεγμονώδες, αναλγητικό. Λές: "μά, γιατρέ ...". Σού απαντά: "... ξέρω εγώ". Για να μη πάθει κακό το παιδί σου αρκεί να πάς στο Φαρμακοποιό και να "ομολογήσεις" με το γιατρό.

Μια χαριτωμένη ιστοριούλα λέει: Κάποιος χωρικός τον καιρό του Μ. Φωτίου αποφάσισε να εξομολογηθεί. Παρουσιάστηκε στον Πατριάρχη και υπέβαλλε το αίτημά του:

- Μ.Φ.: Γονάτησε, αλλά πριν αρχίσεις την εξομολόγηση θα επαναλαμβάνεις δυνατά και καθαρά όσα θα σού υπαγορεύω.

- Χ.: Μάλιστα.

- Μ.Φ.: Πι_στεύ_ω εις έ_να Θεόν,

- Χ.: Πιστεύω εις ένα Θεόν, (χαμηλόφωνα).

- Μ.Φ.: Δυνατά και καθαρά!

- Χ.: Πιστεύω εις ένα Θεόν, (δυνατά).

- Μ.Φ.: Πα_τέ_ρα παν_το_κρά_το_ρα,

- Χ.: Πατέρα παντοκράτορα, (χαμηλόφωνα).

- Μ.Φ.: Δυνατά και καθαρά!

- Χ.: Πατέρα παντοκράτορα, (δυνατά).

- Μ.Φ.: ποι_η_τήν ου_ρα_νού και γής,

- Χ.: ποιητήν ουρανού και γής, (χαμηλόφωνα).

- Μ.Φ.: Δυνατά και καθαρά!

- Χ.: ποιητήν ουρανού και γής, (δυνατά).

- Μ.Φ.: ο_ρα_τών τε πάν_των και αο_ρά_των.

- Χ.: ορατών τε πάντων και αοράτων. (χαμηλόφωνα).

- Μ.Φ.: Δυνατά και καθαρά!

- Χ.: Μά δεν πιστεύω!

- Μ.Φ.: Δυνατά και καθαρά, για να πιστέψεις!!!

Κάνε ότι θα έκαμνες αν είχες πίστη, λέγε τα δυνατά και καθαρά, εν καιρώ ίσως αποκτήσεις. Θα ανθίσει η πίστη. Η πίστη που από αυτή ζεί ο δίκαιος. Σύμφωνα με τη βασική αρχή της ασκητικής, φέρσου όπως θα φερόσουν αν αγαπούσες για να ρυθμιστείς, να συντονιστείς, και να αγαπήσεις· φέρσου όπως φέρονται αυτοί που αγαπάν, όσο μπορείς, τουλάχιστον αγωνίσου, για να έρθει και σε σένα να κατοικήσει η αγάπη. "στούς τύπους η αθανασία της καλλιέργειας του ανθρώπου". Το πνεύμα, τη πνοή, τη ροή, το φώς. Τήρησε τον τύπο για να μεταφερθεί και σε σένα η ουσία, η Ζωή. Αν ο Βιολόγος πεί, δεν με ενδιαφέρει ο τύπος, από το DNA θέλω την ουσία, θα μείνει με τα τέσσερα αμινοξέα στο δοκιμαστικό σωλήνα. Όλη η πληροφορία που δημιουργεί υπό κατάλληλες συνθήκες τη ζωή βρίσκεται κωδικοποιημένη στα 1600 μέτρα του DNA και στην "ουσία" είναι μόνο τέσσερα αμινοξέα. Η ουσία του είναι η μορφή του, εκεί βρίσκεται αποθηκευμένη η πληροφορία. Και επίσης ένας μικρός "διακόπτης" με τέσσερεις συλλαβές μπορεί με το ίδιο DNA να μας δώσει αντί για μύγα κότα, αντί για αετό σκουλήκι, αντί για κάβουρα μαλάκιο. Εντυπωσιακή ομοιότητα που θυμίζει κάποιες άλλες τέτταρες συλλαβές (Filioque) που για χάρη τους σχίστηκε πριν χίλια χρόνια περίπου ο άραφος χιτώνας του Χριστού.

Στο δόγμα και σε όλη την Θεολογία, (όπως πλέον γνωρίζουμε ότι συμβαίνει ούτως ή άλλως και στη Φυσική) κυριαρχεί η μυθική, η μη-λεκτική σκέψη. Σε εικονική πραγματικότητα ζούμε. Με εικόνες και η Εκκλησία μιλάει για την Εικόνα του Θεού.

Το δόγμα είναι σαν το DNA που μεταφέρει όλη τη πληροφορία που χρειάζεται για να φτιαχτεί καινούργιος οργανισμός, να συνεχιστεί η ζωή. Όσο και να μελετάμε την δομή και τα μέρη του ποτέ δεν πρόκειται να καταλάβουμε τον φαινότυπο του οργανισμού στον οποίο ανήκει. Είναι σαν την ταμπέλα που μας δείχνει τον δρόμο για να φτάσουμε στη Θεσσαλονίκη. Όσο και να "μελετάμε" την ταμπέλα δεν πρόκειται να μάθουμε τίποτα για την Θεσσαλονίκη. Δεν υπάρχει αναλογία. Η ταμπέλα υπάρχει για να μας δείχνει το δρόμο και πρέπει με ακρίβεια να διατηρηθεί αμετακίνητη μέχρι κεραίας· ούτε χιλιοστό παραπέρα γιατί στο άπειρο η αστοχία θα είναι τραγική.

Ακούει ο εκ γενετής τυφλός: "όταν θα θεραπευτείς και θα δείς θα βρείς απέναντί σου δύο πόρτες. Μία κόκκινη και μία μπλέ. Αν πάς από την κόκκινη θα ζήσεις, αν πάς από την μπλέ θα πεθάνεις. Το μπλέ είναι κρύο χρώμα και το κόκκινο ζεστό. Όχι όμως όπως εσύ βιώνεις το ζεστό όταν πιάνεις το καλοριφέρ ή πίνεις το τσαγάκι σου (αποφατική θεολογία). Είναι ζεστό χρώμα, όταν το δείς θα καταλάβεις".

Η διατύπωση του δόγματος είναι απλή λογική και κατανοητή. Π.χ. το τριαδικό δόγμα μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: υπάρχουν τρεις "Κάποιοι", ο Α, ο Β και ο Γ. Ο Β βγαίνει από τον Α με "χ" τρόπο. Ο Γ βγαίνει από τον Α με "ψ" τρόπο. Και έχουν τα πάντα κοινά. Σαν τρία κεριά, τρεις ήλιους κ.λπ. Τώρα επειδή οι άνθρωποι γνωρίσαμε το Θεό εξ αιτίας του Χριστού ο οποίος ήταν γιός της Παρθένου, τον Β τον ονομάζουμε Υιό. Λογική συνέπεια τον αίτιο του Β, τον Α τον ονομάζουμε Πατέρα. Ο Β βγαίνει με "χ" τρόπο άρα "γεννάται". Έχοντας διαθέσιμη την ανθρώπινη τριάδα: νούς, λόγος, πνεύμα. Τον Β τον ονομάζουμε και Λόγο. Τον Γ τον ονομάζουμε Άγιο Πνεύμα. Τον "ψ" τρόπο που ο Γ βγαίνει από τον Α στην αρχή τον είπαμε "ουχί γεννητώς" μετά που κάποιοι μπερδεύονταν εντοπίσαμε στην Καινή Διαθήκη τον όρο εκπορεύεται και έτσι τον "ψ" τρόπο τον είπαμε "εκπορεύεται". Είναι λοιπόν τρεις "Κάποιοι" που τα έχουν όλα κοινά και διακρίνονται αλλήλων λόγω των υποστατικών ιδιωμάτων: ο Α είναι "αγέννητος", ο Β "γεννητός", και ο Γ "εκπορευτός".

Το υπέρλογο και ακατάληπτο δεν είναι το δόγμα, η διατύπωση. Το υπέρλογο και ακατάληπτο είναι το Μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Αυτή η διαφορά καταργεί την αφελή αντίληψη περί αναλογίας κτιστού και ακτίστου. Αν υπάρχει αναλογία, ή πρέπει και το δόγμα να θεωρείται ακατάληπτο (κυκλοφορούσα άποψη εν Ελλάδι) ή και το Μυστήριο της Αγίας Τριάδος να είναι και αυτό κατανοητό, άποψη τής, του Αυγουστίνου, παραδόσεως.

Αναλογία και Ιερά Παράδοση

Δύο είναι, λέει, τα ποδάρια που πάνω τους στηρίζεται η Εκκλησία: Η Αγία Γραφή και η Ιερά Παράδοση. Τί εστί Ιερά Παράδοση; Τα κείμενα των Πατέρων, οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, άντε και τα γραπτά μνημεία της Υμνογραφίας. -"Μά, και αυτά δεν είναι κείμενα;" -"Ναί, αλλά παρεδόθησαν αργότερα". -"Γιατί, την Αγία Γραφή μας την παρέδωσε με προικοσύμφωνο ο Χριστός; Και αυτή δεν παρεδόθη αργότερα;"

Ιερά Παράδοση είναι κάτι που παραδίδεται και συνεχίζει να πληρεί το νόημα της λέξης παραδίδεται πέραν του νοήματος γραφή. Γιατί αν πείς η παράδοση είναι γραφή σε τί διαφέρει από την γραφή; Και η Αγία Γραφή για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα ήταν προφορική. Άρα Παράδοση ωφείλει να είναι κάτι που παραδίδεται και δεν γράφεται. Ο άγιος Μάξιμος γράφει όπως και ο Απόστολος Παύλος, για το πνεύμα της Γραφής το οποίο το αποκτείνει σαν άλλος Κάϊν τον Άβελ, το γράμμα. Ιερά Παράδοση είναι το Άγιο Πνεύμα· "τό πνεύμα υπερεντυγχάνει στεναγμοίς αλαλήτοις” ("ο δε εραυνών τας καρδίας οίδεν τί το φρόνημα του πνεύματος, ότι κατά θεόν εντυγχάνει υπέρ αγίων"). Το Πνεύμα της Αληθείας δηλαδή του Χριστού. Αυτό είναι το δεύτερο Ποδάρι. Αλλά ο της αναλογίας, κουτσή κατάσταση έχει, του λείπει το Πνεύμα το ζωοποιούν, ο Θησαυρός των αγαθών. Δεν σκηνώνει μέσα στην χέρσα γη του Κάϊν της αναλογίας. Το γράμμα, η ταραγμένη σκέψη αποκτείνει το πνεύμα, σβήνει τη ροή-πνοή-φώς που τη μεταφορά της υπάρχει το γράμμα, ο τύπος, που δουλειά του είναι να συντονίζει, να ρυθμίζει δια του κάλλους, της μορφής, των πραγματών, το σώμα, τη σάρκα όταν τη βρει ελεύθερη από την επικυριαρχία του Κάϊν (τού δαιμονειώδους λογικού ή των κτηνωδών παθών "νούς αποστάς Θεού ή κτηνώδης γίνεται ή δαιμονειώδης").

Μήπως αυτό το νόημα έχει εκείνος ο φοβερός λόγος: "ός δ' αν είπη κατά του πνεύματος του αγίου, ουκ αφεθήσεται αυτώ ούτε εν τούτω τω αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι"; Όχι επειδή ο Πατέρας το Πνεύμα το έχει "κολλητό", σε εύννοια, και μεροληπτεί υπέρ αυτού σε βάρος του Υιού, αλλά επειδή ο βλασθημών το Πνεύμα, σκοτώνει τον εν αυτού Άβελ, νεκρώνει δια του Κάϊν την ενέργεια, ροή-πνοή-φώς που είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να ενεργήσει εν ημίν ο Παράκλητος.

ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ

Ο ιερός Αυγουστίνος έζησε πριν δεκαέξι περίπου αιώνες. Εκοιμήθει εν Κυρίω σε ηλικία 76 ετών, στις 28 Αυγούστου του 430, κατά τον τρίτο μήνα της πολιορκείας της Ιππώνας από τους Βάνδαλους (γερμανικό φύλο). "Ένα χρόνο μετά η Ιππώνα λεηλατήθηκε και κάηκε σχεδόν η μισή, όμως η βιβλιοθήκη του Αυγουστίνου σώθηκε". Ο χαρισματικός αυτός άνθρωπος και συγγραφέας αγωνίστηκε για το καλό της Εκκλησίας. Ότι μπόρεσε έκανε. Αναμφισβήτητο κίνητρό του η αγάπη για την Εκκλησία. Σε αρκετά αστόχησε. Ο ίδιος του πάντα τόνιζε ότι οι ελληνόφωνοι Πατέρες ξέρουν καλύτερα. Οι μεταγενέστεροι, οι οπαδοί αποδείχθηκαν, ως συνήθως, βασιλικότεροι του βασιλέως. Δημιουργήθηκε "σχολή" στη λατινόφωνη Δύση. Οι οπαδοί του συγκρούστηκαν με τους μαθητές του αγίου Κασσιανού του Ρωμαίου. Αργότερα, περί το 800 έγινε η σημαία του Καρλομάγνου στην προσπάθειά του για την δημιουργία μιας νέας τάξης στον χώρο της ρωμαϊκής οικουμένης. Η προσπάθεια πέτυχε. Οι λαοί της Δύσης για αιώνες κλείστηκαν στον σφιχτό νάρθηκα του λογοκρατούμενου, στυγνού, στεγνού (χωρίς ροή-πνοή-φώς), πολλές φορές απάνθρωπου Χριστιανισμού που διαμόρφωσαν οι οπαδοί του τραβόντας τις αστοχίες του μέχρι τα έσχατα όριά τους. Τότε ο άνθρωπος αντέδρασε. Άρχισε να ξυπνάει. Με αίμα και υδρώτα από το Διαφωτισμό και μετά ο δυτικός άνθρωπος πέταξε τον σφυχτό κορσέ του αυγουστίνειου Χριστιανισμού. Του Χριστιανισμού της αναλογίας, του Χριστιανισμού του Filioque, του Χριστιανισμού του Κάϊν που έχει σκοτώσει το πνεύμα. Από τότε που ο δυτικός άνθρωπος απαρνήθηκε τον Χριστιανισμό αυτό, άρχισε να βρίσκει, να ξανανακαλύπτει, σιγά σιγά, τον άνθρωπο. Πλησιάζει και αυτός ο κύκλος στο τέλος του. Με συνέπεια πορεύεται ο Σίσυφος τον τραγικό του δρόμο μέχρι τέλους. Στην οριακή αυτή στιγμή έχει ανάγκη την επαναφανέρωση του Θεανθρώπου. Επί γης Ειρήνη (τό Πνεύμα, ο Παράκλητος) εν ανθρώποις Ευδοκία. Το καλό θέλημα του Πατέρα για μάς. Το Αρχέτυπο. Ο Λόγος που θυσιάστηκε, πέθανε, αναστήθηκε, αναλήφθηκε και έστειλλε στην γη τον παρά του Πατρός εκπορεύομενο Παράκλητο. Το Πνεύμα της Αληθείας (τού Υιού).

Ο ιερός Αυγουστίνος βασικά δεν κατάλαβε την αντίστροφη προοπτική της ελληνικής ζωγραφικής, της εικόνας. Δεν κατάλαβε τη μέθοδο που μας δίδαξε με τη ζωή και το θάνατό Του, η Εικόνα του Θεού του αοράτου, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Η λογική της αναλογίας λέει: "θέλω να ζήσω, άρα, θα αγωνιστώ να νικήσω το θάνατο με τη ζωή". Η λογική της "τρέλλας" της ζωής διδάσκει: "άν δεν πέσει ο σπόρος στη γη και δεν πεθάνει, δεν θα ζήσει". Η "τρελλή" αυτή λογική πανηγυρίζει γιατί με το θάνατο θανατώθηκε ο θάνατος, και χωρεύει στα μαρμαρένια αλώνια. Αυτή την άλλη λογική την έχει καταλάβει ο μεγάλος σκηνοθέτης Εμίρ Κουστουρίτσα, βαλκάνιος γάρ, δηλαδή ρωμηός. Στην ταινία του "Άσπρη γάτα μαύρος γάτος" που είναι γεμάτη λόγια και μουσική βάζει έναν από τους πρωταγωνιστές του, έναν γέρο γύφτο, την ώρα που βγαίνει από το Νοσοκομείο (μέ κατεστραμμένο το συκώτι από το πιοτό) να αρπάζει μια μπουκάλα ρακί, να φωνάζει γελόντας, θα το θανατώσουμε το θάνατο, και να τραβάει μερικές γερές ρουφηξιές. Εν ολίγοις ο Αυγουστίνος (καί μαζί του ολόκληρος ο δυτικός Χριστιανισμός) δεν κατάλαβε ότι ο Θεός προσπαθεί να μας μάθει τζούντο.Μας κάνει υπακοή (όσο είναι δυνατόν) χρησιμοποιεί τη δύναμή μας για να μας φέρει εκεί που θέλει· όχι να μας ρίξει κάτω, αλλά να μας αναστήσει. Την ίδια μέθοδο ακολουθεί ακόμη και με το διάβολο. Θάνατο θέλει; Θάνατο γουστάρει; Στο θάνατο αισθάνεται δυνατός; Με το θάνατο, με τη δύναμη του (άν μπορεί να ονομαστεί δύναμη η απουσία της) τον νίκησε. Θανάτω θάνατον πατήσας. Προσπαθεί να μας μάθει τζούντο για να μπορέσουμε να Τον παλαίψουμε και να Τον νικήσουμε. Σαν τον Ιακώβ που ξενύχτησε παλεύοντας με τον Άγγελο της Δόξης. Να Τον νικήσουμε, να Τον κυριεύσουμε, να Τον κάνουμε δικό μας για πάντα, να Τον καταλάβουμε το Λόγο του Θεού, τόσο "κάτω" να Τον λάβουμε που να μη ζούμε πλέον εμείς αλλά να ζεί Αυτός εν ημίν.

Μακάρι τα λόγια που μας άφησαν ο άγιος Μάξιμος και τα άλλα τα παιδιά (οι Πατέρες), να βοηθήσουν να διορθωθεί η πλάνη της αναλογίας και οι συνέπειες της που πλανώνται πάνω και μέσα στα κεφάλια μας και να συμβάλλουν στην αποκατάσταση της επικοινωνίας μεταξύ των Πατέρων, ημών, και των λοιπών επί γης θνητών. Ο λόγος του πρώην γραμματέα του πρώην Πλανητάρχη· ο λόγος του μεγάλου γραμματέα του Μεγάλου Πλανητάρχη· ο λόγος του Μεγάλου δηλαδή του Μάξιμου. Μάξιμος, με λατινική γραφή: Maximos. Δύο "μ" εκατέρωθεν ενός "X". Μακάρι ο όντως μεγάλος αυτός άγιος της Εκκλησίας που φέρει τον τίτλο του Ομολογητή γιατί όταν ομολογούσε τις δύο θελήσεις του Χριστού δεν υπήρχε κανείς επί της γής για να "εκφράσει την πίστη του ομού μετ’ αυτού" και έτσι αναγκάστηκε να ομολογήσει με τους πεθαμένους, τους νεκρούς, τους όντως ζώντες εν Χριστώ αγίους της Εκκλησίας. Είθε ο άγιος Μάξιμος, ο φέρων επί του ονόματός του δύο "μ" περί το ένα "X" να βοηθήσει εις την ένωσιν των εν τη Δύση εν μαυρίλα όντων, μετά των εν τη Ανατολή εν μαυρίλα επίσης ζώντων. Στην ένωσιν των δύο "μ" εν Χριστώ. Ή για να συμπεριλάβουμε και τα φωνήεντα, στην ένωση της μαλθακότητας των δυτικών και της μοχθηρίας των ανατολικών στην ένωσή τους εν Χριστώ και τη μετατροπή και των δύο, τη μεταμόρφωση ούτως ειπείν των θνητών, σ’ Ανατολή και Δύση σε Βορρά και Νότο σε Γη και Ουρανό, τη μεταμόρφωση των ερπετών σε αετούς. Οι πέτρες να γίνουν φως ώστε "διά των θείων ασμάτων" να πτερούνται "πρός τον ακήρατον του Θεού και μακάριον έρωτα" και να χορεύουν, να πανηγυρίζουν, να τραγουδάνε, απολαμβάνοντας την "νοεράν και θείαν ηδονήν και τερπνότητα" νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν.

Μάρτιος 2001

 

 

 

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ

ΜΕΡΟΣ 1ο

Le Fabuleux destin d'Amélie Poulain

Η ταινία αυτή του, σχισματικού φράγκου, του Jean-Pierre Jeunet (Ζαν Πιέρ Ζενέ) είναι ένα ποίημα. Γι αυτό, ας δώσουμε το λόγο σε έναν άλλο σχισματικό γερμαναρά ποιητή (Ρ. Μ. Ρίλκε), του οποίου το έργο "Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε", συνιστούσε ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης επιμένοντας στην μετάφραση του Δημ. Στ. Δήμου, Εκδ. 1954.

“Όμως αλίμονο, με τους στίχους κατορθώνει κανείς τόσο λίγα, όταν τους γράφει νωρίς. Θάπρεπε κανείς να περιμένει με τους στίχους και να μαζεύει νόημα και γλυκύτητα μιάν ολόκληρη ζωή, κι αν είναι δυνατό μια μακρυά ζωή, κ’ ύστερα, ολότελα στο τέλος, ίσως μπορούσε κανείς τότε να γράψει δέκα σειρές, που νάναι καλές. Επειδή οι στίχοι δεν είναι αισθήματα, καθώς νομίζουν οι άνθρωποι (αυτά τ’ αποχτάει κανείς αρκετά νωρίς), είναι εμπειρίες. Για ένα στίχο πρέπει να ιδεί κανείς πολλές πολιτείες, ανθρώπους και πράγματα, πρέπει να γνωρίζει κανείς τα ζώα, πρέπει να αισθάνεται, πώς πετάνε τα πουλιά, και να ξέρει την κίνηση, με την οποία ανοίγουν τα μικρά λουλούδια το πρωΐ. … πρέπει να παραστάθηκε κανείς και σ’ ετοιμοθάνατους, πρέπει να κάθησε κοντά σε νεκρούς μέσα στην κάμαρη με το ανοιχτό παράθυρο και τους εναλλασσόμενους θορύβους. Κι ακόμα δεν αρκεί νάχει κανείς αναμνήσεις. Πρέπει να μπορεί να τις λησμονήσει, όταν είναι πολλές, και πρέπει νάχει κανείς τη μεγάλη υπομονή, να περιμένει να ξανάρθουν. ... Μονάχα όταν γίνουν αίμα μέσα μας, βλέμμα και χειρονομία, δίχως όνομα και δίχως να μπορεί κανείς να τις ξεχωρίσει από μας τους ίδιους, τότε μόνο μπορεί μια πολύ σπάνια ώρα να υψωθεί στη μέση τους και να βγει απ’ αυτές η πρώτη λέξη ενός στίχου" .

Οι δρόμοι της ποίησης, του κινηματογράφου, της μουσικής, της θεολογίας, της δημιουργίας, της ζωής, είναι πολύ πιο ... ξεροί, στεγνοί, στυγνοί, κυνικά ανθρώπινοι, σχεδόν γυμνοί, ξηπόλυτοι ... απ’ ότι μπορεί να φανταστεί ο ορνιθώνας της κοσμικής πολυθρόνας, "αι κυρίαι των τιμών". Κάθε μέρα στο "εργόχειρο", στη ξεραΐλα, και μια στις τόσες το πανηγύρι της έμπνευσης, και πάλι στο "κουπί".

Στην ταινία υπάρχουν διάφορες παράλληλες ιστορίες. Η ιστορία της Amélie (Αμελί), του πατέρα της, του μετανάστη, του ζωγράφου, του Νίνο, του ιδιοκτήτη της κασετίνας, της πωλήτριας των τσιγάρων, του “βαρεμένου”, της κουτσής γκαρσόνας, του αποτυχημένου συγγραφέα, της άλλης γκαρσόνας, του μανάβη, της συγκατοίκου στη πολυκατοικία και άλλες μικρότερες.

Η τελευταία είναι "κολλημένη" στον ήδη νεκρό άνδρα της, και είναι πληγωμένη που την παράτησε πριν δεκαετίες και έφυγε με την γραμματέα του στην Λατινική Αμερική. Την απελευθερώνει η Amélie στέλνοντας της ένα πλαστό, τάχα δικό του, γράμμα όπου πριν πεθάνει της εκμυστηρεύεται, δήθεν, ότι μετάνιωσε που την παράτησε, την αγαπάει τρελά και ετοιμάζεται να επιστρέψει. Καλές οι “χυλόπιτες” και θεραπευτικές αλλά κάποιοι δεν τις αντέχουν και πνίγονται. Τότε χρειάζεται έξωθεν βοήθεια για να ξανάρθει το κουράγιο.

Ο μανάβης είναι ένας κλασικός χοντροκομμένος τύπος της μεσαίας τάξης. Φέρεται στον υπάλληλό του, μετανάστη, ανάπηρο (κουλοχέρη) με τον χειρότερο τρόπο. Συνεχώς τον προσβάλλει, τον εξουθενώνει. Η Amélie μετά δύο “πλάκες” που του κάνει, τον βοηθάει να χάσει την αυτοπεποίθησή του.

Την άλλη γκαρσόνα την απελευθερώνει, η Amélie, από το βραχνά του “βαρεμένου” που της έχει γίνει τσιμπούρι.

Ο αποτυχημένος συγγραφέας γκρινιάζει όλη την ώρα που δεν αναγνωρίζουν το ταλέντο του, που δεν δέχονται να του δημοσιεύσουν τα έργα και του κλέβουν τις ατάκες. Στο τέλος η Amélie γράφει στο τοίχο της γειτονιάς σαν σύνθημα μία του ατάκα. Του δείχνει ότι μπορεί να χαρεί και με πολύ μικρότερα, ασήμαντα πράγματα (σύνθημα στο τοίχο αντί για έκδοση) και τον απαλλάσσει από τον βραχνά της ιδιοκτησίας των εμπνεύσεών του.

Η κουτσή γκαρσόνα μισεί τα άλογα γιατί είχε ένα ατύχημα όταν την παράτησε ο παρτενέρ της στο τσίρκο. Έρχεται η συγκυρία έτσι που το δημοσιοποιεί το πρόβλημά της στο Μπιστρό και ανακουφίζεται και αυτή.

Ο “βαρεμένος” είναι κολλημένος στη παλιά του φίλη, την άλλη γκαρσόνα. Έχουν χωρίσει εδώ και δύο μήνες, και της “την σπάει” μαγνητοφωνώντας συνεχώς τα σχόλια του πάνω στην τάχα λάγνα συμπεριφορά της προς τους πελάτες. Η Amélie τα καταφέρνει να τον ζευγαρώσει, με την πωλήτρια των τσιγάρων, αλλά τελικά ξαναπέφτει στο ίδιο χάλι.

Η, κατά φαντασίαν ασθενής, πωλήτρια των τσιγάρων, μετά που "τα φτιάχνει" με τον “βαρεμένο” για λίγο "νορμαλεύει" αλλά δεν αντέχει την υποτροπή του και γεμίζει πάλι σπυριά.

Ο ιδιοκτήτης της κασετίνας, κλεισμένος στον εαυτό του, μετά που θυμάται τα παιδικά του χρόνια, όταν του δίνει η Amélie την εδώ και πενήντα χρόνια χαμένη παιδική του κασετίνα, "ανοίγει" και πάει να βρει την κόρη του και το εγγονάκι του για να μοιραστεί μαζί τους τη ζωή του.

Ο Νίνο, αυτός που τελικά μαζί του "τα φτιάχνει" η Amélie, δουλεύει σε sex-shop. Μέσα στο κατάστημα που δουλεύει οι κοπέλες προσφέρουν θέαμα στους πελάτες και αυτός, φευγάτος, μαζεύει κομμένες φωτογραφίες από αυτόματα μηχανήματα φωτογραφιών για ταυτότητες, αδιαφορώντας για το θέαμα. Το μυστήριο στο άλμπουμ του είναι μια φυσιογνωμία που εμφανίζεται 12 φορές. Προς το τέλος του έργου η Amélie θα τον βοηθήσει, πάντα διακριτικά, να ξεδιαλύνει το μυστήριο.

Ο ζωγράφος είναι αποκλεισμένος είκοσι χρόνια στο διαμέρισμά του και το “παίζει” Ρενουάρ. Χάρη στην Amélie προσγειώνεται και αρχίζει να ζωγραφίζει πιο απλά, σχεδόν παιδικά. Σε κρίσιμες στιγμές την βοηθάει.

Ο κουλοχέρης, μετανάστης και με άσχημη προφορά, ζει την κόλασή του εξ αιτίας της άγαρμπης συμπεριφοράς του αφεντικού του. Η Amélie τον απελευθερώνει (για ένα διάστημα μαθητεύει στο ζωγράφο) και του προσφέρει μια ανάσα αυτοπεποίθησης.

Ο πατέρας της ένας γιατρός παγόβουνο, μετά το θάνατο της μητέρας της κλείνεται ακόμη περισσότερο στον εαυτό του. Όταν η Amélie ήταν 6 χρονών διέγνωσε καρδιοπάθεια επειδή στο καημένο το κοριτσάκι σκιρτούσε η καρδούλα του όταν την εξέταζε, ο παγερός πρώην στρατιωτικός γιατρός, ο πατέρας της, που ποτέ άλλοτε δεν την αγκάλιαζε. Αυτή η διάγνωση είχε σαν συνέπεια να αποκλείσουν το παιδί από το σχολείο (η μητέρα της που ήταν δασκάλα τη δίδασκε κατ’ οίκον) και τη συναναστροφή με τα άλλα παιδιά της ηλικίας της, για λόγους υγείας. Τον κατάφερε στα γεράματά του να κάνει τουρισμό (να βγει από τον εαυτό του) με ένα κόλπο που του σκάρωσε με τον αγαπημένο του νάνο - κούκλα. Έδωσε τον νάνο σε μια γνωστή της αεροσυνοδό και κάθε τόσο έπαιρνε ο πατέρας της φωτογραφίες του από διάφορες χώρες του κόσμου. Τελικά αποφάσισε να ακολουθήσει το παράδειγμα του νάνου ... Τον έπεισε χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του.

Η Amélie μεγάλωσε αποκλεισμένη, χωρίς παρέα και παιχνίδι με συνομήλικα παιδιά. Κοπέλα πια, έφυγε από το σπίτι της και έπιασε δουλειά σ’ ένα Μπιστρό. Θεόκλειστη, αδέξια κοινωνικά, ασέξουαλ, ανηδονικιά, παιδί, με ανύπαρκτη σχεδόν, συμβατική κοινωνικότητα. Αυτή, η “προβληματικιά”, συνετέλεσε τελικά στην ουσιαστική κοινωνικοποίηση του περιβάλλοντός της. Λόγω μεγάλης προϋπηρεσίας στη μόνωση ανέπτυξε το χάρισμα να βλέπει και να χαίρεται με απλά, μικρά, ασήμαντα πράγματα. Όταν ζοριζόταν πήγαινε σε μια λιμνούλα και πετούσε πλάκες χοροπηδηχτά πάνω στο νερό. Από το web Site της ταινίας http://www.Amelie-lefilm.com μου έστειλαν το ακόλουθο email: “Do as Amelie Poulain and indulge your taste for life's tiny pleasures!” Δίδαγμα: “σαν την Amélie ευαισθητοποίησε τη γεύση σου, στης ζωής τις ασήμαντες χαρές”. Yes, αλλά πώς;

Η ζωή της άλλαξε όταν για πρώτη φορά γεύθηκε την χαρά, του … να δίνεις χαρά … "έπαθε πλάκα". Από τότε της έγινε χόμπι, και συνετέλεσε στη “σωτηρία” όσων μπορούσαν να σωθούν από τον κοινωνικό της περίγυρο. Και όλα αυτά τα έκαμνε χωρίς να νοιώθει ότι κάμνει καλή πράξη. Αυτή απλώς έκαμνε αυτό που την ευχαριστούσε και γιαυτό δεν την ενδιέφερε να την δουν, ή μάλλον φρόντιζε να ενεργεί κρυφά.

Η κλασική φροϋδική ψυχοθεραπεία τα ανάγει όλα στη "λίμπιντο" (την συσσωρευμένη λόγω, του ανικανοποίητου, σεξουαλική ενέργεια) και προτείνει για θεραπεία το, "... γιατί χανόμαστε". Ο σκηνοθέτης όλο αυτό το οικοδόμημα το "στέλνει" με μια σκηνή. Πέτυχαν "ζηλευτό" οργασμό, για λίγες μέρες "θεραπεύτηκαν", και μετά από λίγο επέστρεψαν στα ίδια και χειρότερα χάλια. Αυτός "ντιπ ..." με το μαγνητόφωνο στο χέρι να καταγράφει την τάχα λάγνα συμπεριφορά της προς τους πελάτες, κι αυτή ξανάβγαλε σπυριά, σπαστικιά, κατά φαντασίαν ασθενής. Δηλαδή τα πράγματα είναι σοβαρά. Μπορεί κανείς να είναι τόσο λάθος στις επιλογές του που με τίποτα να μη μπορέσει να σωθεί τελικά. Το σεξ πράγματι εκτονώνει προσωρινά το δύστυχο το ζώο, τα προβλήματα όμως ξανάρχονται δριμύτερα. Η όλη σκηνή γελοιοποιεί το βασικό ένστικτο, “νά! ποιοι κάνουν τέτοιο κτηνώδες (άλλο ζωώδες και άλλο κτηνώδες), με μοναδικό σκοπό την ηδονή, αμερικάνικο σεξ”.

Την κρίσιμη πληροφορία, για τον ιδιοκτήτη της κασετίνας, την πήρε από ένα ζευγάρι που το σπίτι τους ήταν χτισμένο κάτω από μία ανακαινισμένη γέφυρα (δίπλα σε έναν πεσσό) ρωμαϊκού υδραγωγείου. Την πληροφορία της την έδωσε η "τακτικιά" νοικοκυρά από τα καλογραμμένα αρχεία της αλλά την είχε προλάβει ο παππούς σύζυγός της που υποτίθεται ότι τα είχε χαμένα. Είχε όμως κάνει λάθος στην ορθογραφία του επωνύμου. Ψάχνοντας έπεσε πάνω σε έναν "ρεαλιστή νέο", έναν τραβεστί και μια κηδεία. Την καθοδήγησε ο γέρος (αποτραβηγμένος από τη ζωή) ζωγράφος, διορθώνοντας την προφορά του επωνύμου και δίνοντάς της τη σωστή διεύθυνση του ιδιοκτήτη της κασετίνας. Ο ζωγράφος για να μην έχει να κουρδίζει το ρολόι του είχε στήσει μια βιντεοκάμερα στο παράθυρο και έβλεπε στη τηλεόραση το ρολόι του απέναντι καταστήματος. Στον πίνακα που ζωγράφιζε του έλειπε η έκφραση του βλέμματος μιας κοπέλας που κρατούσε στο χέρι ένα ποτήρι κρασί.

Ίσως το σημαντικότερο με την Αμελί ήταν το ότι “δεν είχε λογισμούς”. Από την μια υπάρχει γνώση ψιλή (διανοητική χωρίς συμμετοχή της καρδιάς) και λογισμοί εγκάρδιοι (εμπαθείς) και από την άλλη, γνώση εγκάρδια και λογισμοί ψιλοί. Η Αμελί σαν τη δεύτερη περίπτωση μάλλον είχε γνώση ζεστή και λογισμούς στη ψύχρα, άνευ πάθους οι όποιες εικόνες μέσα της κυκλοφορούσαν, πλην του Νίνο που τον ερωτεύτηκε - ίσως από φιλανθρωπία προς τον μέσο θεατή. Ο μέσος συνδαιτυμόνας της σύγχρονης καταναλώσιμης τέχνης έχει εθισθεί να περιμένει για φινάλε και κύριο πιάτο κάποιο ερωτικό κορύφωμα (ένα ή πολλά), με θετική ή αρνητική έκβαση. Διψάμε για ζωή έστω και virtual, οι στερημένοι.

Η εποχή μας μοιάζει με την εποχή του Χριστού. Και τότε υπήρχε παγκοσμιοποίηση. Σήμερα είναι πιο προχωρημένη σε οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο, ενώ τότε εξ επόψεως κρατικής δομής. Τότε οι Ιουδαίοι είχαν την Αποκάλυψη και οι Ρωμαίοι τον πολιτισμό. Υπήρξαν οι ρωμαίοι Πατέρες, οι ρωμαϊκές (Οικουμενικές) Σύνοδοι και προσέλαβε η Εκκλησία (τα αγιασμένα με πόνο και ιδρώτα μέλη Της) το πολιτισμικό σώμα του Ελληνισμού και “από χρυσαλίδα το έκανε πεταλούδα” (Ν. Γ. Πεντζίκη).

Σήμερα η ανθρωπότητα “ζυμώνεται” για να επιτευχθεί η πολυπόθητη παγκοσμιοποίηση. Το ερώτημα, “είσαι υπέρ ή κατά της παγκοσμιοποίησης;” είναι παραπλανητικό. Το πραγματικό ερώτημα είναι, “υπέρ ποίας παγκοσμιοποίησης είσαι;” Είναι αυτονόητο ότι ο στόχος είναι η παγκοσμιοποίηση. Το θέμα είναι με ποίου τους όρους θα προχωρήσει. Με αυτούς των Περσών ή με τους, του Ελληνισμού; Κατά τους περσικούς πολέμους οι αρχαίοι ημών πρόγονοι αντιστάθηκαν στην παγκοσμιοποίηση με τους όρους των Περσών και λίγο μετά πέτυχαν - το ανέφικτο – παγκοσμιοποίηση με τους δικούς τους όρους. Και να ληφθεί υπ’ όψιν ότι τότε δεν διέθεταν την αστείρευτη πηγή ενέργειας (άκτιστης) που έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο καταδίκασε τον εθνοφυλετισμό ως αίρεση. Είναι αίρεση πρώτον γιατί κόβει κομμάτια από την “πίτα” του ποιμνίου της Εκκλησίας και δεύτερον γιατί αλλοιώνει εντελώς την “ματιά” του Kοινωνιολόγου, του Ιστορικού, του κάθε σκεπτόμενου θνητού.

Η ελληνική παγκοσμιοποίηση άρχισε με τον Όμηρο (που σημαίνει συνάντηση), συνεχίστηκε με την “ξενία” (η φιλοξενία συνώνυμη του ξένου), βάθυνε με το Δράμα, βοηθήθηκε από αισιόδοξους οραματιστές σαν τον Ισοκράτη (ο γνωστός ορισμός του Έλληνα – ο μετέχων της ελληνικής παιδείας), απλώθηκε στον κόσμο με τον Μ. Αλέξανδρο, απέκτησε μόνιμη κρατική ισχύ με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, εμπλουτίστηκε, ενδυναμώθηκε, όταν ο Ξένος Εκείνος σαρξ εγένετο, και ολοκληρώθηκε από τον μεγάλο μεταρρυθμιστή, τον Flavio Valerio Constantino, το Μέγα Κωνσταντίνο. Αυτή η παγκοσμιοποίηση κράτησε περίπου 1000 χρόνια (συν-πλην μερικούς αιώνες) και μετά το 1453 συνέχισε χωρίς κρατική οντότητα, ως καημός της Ρωμηοσύνης. Το πολίτευμα εκείνο, η παγκοσμιοποιημένη εκείνη κοινωνία, αντιστάθηκε στους βάρβαρους φονταμενταλιστές, ρατσιστές, εθνικιστές εχθρούς της με επιτυχία μέχρι τον 7ο αιώνα. Από τότε άρχισε η αντίστροφη μέτρηση σε Ανατολή και Δύση. Στην Ανατολή κέρδιζε έδαφος ο αραβικός φονταμενταλισμός και στην Δύση από τον 9ο κυρίως αιώνα ο φραγκο-τευτονικός εθνοφυλετισμός. Τελικά κατά τον 19ο και 20ο αιώνα ολοκληρώθηκε η μεγαλύτερη επιχείρηση πολιτισμοκάθαρσης που στήθηκε ποτέ. Σήμερα κάθε νηφάλιος αναλυτής οφείλει να αγνοεί την επί 1000 χρόνια κυρίαρχη παγκοσμιοποίηση (τη Ρωμηοσύνη) και να βλέπει την ιστορία με τα γυαλιά της αίρεσης του εθνοφυλετισμού.

Ο ελληνικός πολιτισμός διασώθηκε στη Δύση αλλά σε μια αιρετική εκδοχή του. Παραθεωρήθηκε η σπουδαιότητα του μύθου, της εικόνας  και απολυτοποιήθηκε η σημασία του λόγου, της αλήθειας (που κατάντησε ορθολογική εκδοχή) εις βάρος του κάλλους (που εξοστρακίστηκε στο κόσμο των ιδεών). Κουτσός Ελληνισμός, με ένα ποδάρι, βασανίζει και σακατεύει επί αιώνες τους ταλαίπωρους θνητούς. Σήμερα χτίζετε μια καινούργια παγκοσμιοποίηση κι έχει επιλεγεί για σκελετός το χρήμα και η τεχνολογία, με όχημα την εικόνα, και δη την κινούμενη, του Χόλυγουντ και του CNN. Ο Λόγος όμως σαρξ εγένετο, σώζοντας ακριβώς τον άνθρωπο από τις μεταπτώσεις στα άκρα του μύθου ή του λόγου. Παρέχοντας άπειρη, άκτιστη δύναμη βοηθάει τον θνητό να καλλιεργεί ταυτόχρονα τις δύο αλληλοαναιρούμενες σε κτιστό επίπεδο λειτουργίες του, του παρέχει την δυνατότητα να θέτει σε πλήρη, αρμονική, εν ειρήνη λειτουργία τα δυο εγκεφαλικά του ημισφαίρια. Γαντζωμένος ως άλλος Οδυσσέας στα απομεινάρια του πλοίου ξεφεύγει, απ’ τη Σκύλλα των λόγων (τις σκέψεις που ζώνουν σαν τα φίδια και βασανίζουν το θνητό) και από τη Χάρυβδη, το χάος των λογισμών και των εικόνων, το δάσος. Γλιτώνει από τους “λόγους και τους λογισμούς της πονηρίας”. Στο αδιέξοδο δόθηκε διέξοδος, η επί ξυρού ακμής ισορροπία, η καλούμενη και Ορθοδοξία. Το αίτημα του μέτρου βρήκε ρεαλιστική εκπλήρωση στο Σταυρό και επιτεύχθηκε η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ.

Η Εκκλησία ως εθναρχία δεν εκκοσμικεύθηκε αναλαμβάνοντας την σωτηρία ενός έθνους αλλά αγωνίστηκε να περισώσει ότι ήταν δυνατόν από εκείνη την πρώτη παγκοσμιοποίηση. Ο ρόλος της δεν είναι η αντιεκσυγχρονιστική, αντιδραστική “επιβολή του προαστικού πατριαρχισμού στη νεοελληνική κοινωνία και νοοτροπία” αλλά 1) η, με προφητική έμπνευση, ενδυνάμωση της κοινωνίας με την άκτιστη δύναμη που διαθέτει η Εκκλησία του Χριστού και 2) η προσφορά της ιστορικής της πείρας (της Ρωμηοσύνης) ώστε να πετύχει και αυτή η δεύτερη (τα τελευταία 3.000 χρόνια) προσπάθεια παγκοσμιοποίησης. Να γίνει δηλαδή εφικτό να νικηθούν οι δυνάμεις της εντροπίας (της καταστροφής της πληροφορίας) και του χάους που εμφωλεύουν στην ανθρώπινη φύση και κοινωνία και να κυριαρχήσει η πληροφορία, ο λόγος, που όταν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να γίνει η ΜΕΤΑΦΟΡΑ, επιτρέπει να συμβαίνει το θαύμα, η τρέλα της ζωής.

“Φίδι, πίθηκος κι αετός” είναι οι δυνατές εκδοχές. Μετοχή σε κτιστή δύναμη προερχόμενη από το πνεύμα το σκοτεινό, δύναμη ταραχώδη, τρεμουλιάρικια, με ημερομηνία λήξης. Πραγμάτωση της ζωώδους εγγενούς δυνάμεως με όλα τα συμπαραμαρτούμενα της ζούγκλας. Μετοχή σε άκτιστη δύναμη που μεταλλάσσει το σκουλήκι σε αετό. Αετός το σύμβολο της Ρωμηοσύνης για να θυμίζει τον προορισμό του ανθρώπου, για να υπενθυμίζει την έννοια του ανθρώπου. Άνθρωπος, ο άνω θρώσκον, αυτός που τείνει προς τα άνω, όχι αναζητώντας ηλιθίως θεούς και άλλα ανώτερα όντα, αλλά αυτός που έχοντας υπομείνει εν τω Άδη χρόνον ικανόν, έχοντας εκεί το σπίτι του, “κράτα τον νου σου στον Άδη και μη απελπίζου”, όταν έρχεται η ώρα δέχεται την έμπνευση, ξεχειλίζει και δρα, ομιλεί και ενεργεί, “βγαίνει” και πάλι μέσα μπαίνει, στον οίκο επιστρέφει. Δηλαδή καθημερινώς κι ολημερίς, εκτός διαλειμμάτων για-ξεκούραση ή από-έμπνευση, εν τη οικία ζει, “μόνος στο σπίτι”. Εις την οικία μένει, την Οικουμένη αναμένει .

Η Ελλαδίτσα ίσως δεν πρόκειται να καταφέρει και πολλά πράγματα. Το μέλλον ίσως ανήκει στους “εξ εθνών” της Δύσεως ταλαίπωρους, ταλαιπωρούμενους θνητούς. Κάποιοι καλλιεργημένοι σαν το σκηνοθέτη εις του οποίου την ταινία αναφερθήκαμε (Jean-Pierre Jeunet) που όταν τύχει και γνωρίσουν την παράδοση ζωής που ρέει ακόμη σε κάποια κανάλια στο τόπο μας και αλλού, "παθαίνουν" ... σαν εκείνον τον Αχμέτ τον κάλφα. Είθε να βρεθούν αρκετοί (όσοι χρειάζεται … η “κρίσιμη μάζα”) που να προσλάβουν το πολιτισμικό σώμα της ταλαίπωρης σύγχρονης ανθρωπότητας, και να το σώσουν αφού πρώτα φυσικά θα έχουν σωθεί οι ίδιοι.

Η Ζαν ντ’ Αρκ (η Ιωάννα της Λορένης) γεννήθηκε στις 6 Ιανουαρίου του 1412 και μαρτύρησε πάνω στη πυρά τις 30 Μαΐου του 1431, σε ηλικία 19 χρονών. Η νεαρή αυτή κοπέλα συνετέλεσε στη διάσπαση του Αγγλοσαξονικού κέντρου εξουσίας και αυτή η διάσπαση άνοιξε το δρόμο για το μεγάλο σεισμό της γαλλικής Επανάστασης. Το 19ο και 20ο αιώνα, σείστηκαν τα θεμέλια της παραδοσιακά άρχουσας τάξης της Δύσης, και μεγάλο μέρος του οικοδομήματος γκρεμίστηκε. Ο Διαφωτισμός μπορεί να μη κατάφερε να φωτίσει το σκότος των θνητών, να βρει την ανθρωπιά, για την οποία τα εκατομμύρια των πολιτών της Δύσης και όλου του πλανήτη, διψούν, αλλά τα θεμέλια των αρχαίων ρωμαϊκών ναών παραμένουν και περιμένουν, στις βάσεις των γοτθικών, των νορμανδικών, των φράγκικων μεγαθηρίων. Πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά μας θα ‘ναι.

Η Audrey Tautou (Ωντρέ Τωτού), η Amélie, στη συγκεκριμένη ταινία μοιάζει κοριτσάκι. Σε άλλες της φωτογραφίες, όμως, φαίνεται ότι είναι “κανονική” γυναίκα (γεννήθηκε 9-8-1978). Το όλο της παιδιάστικο παρουσιαστικό είναι αριστοτεχνικά κατασκευασμένο, "εξεπίτηδις". Μια παιδικότητα που καλλιεργήθηκε χάρη στην "σκληρή άσκηση", σχεδόν απόλυτη μόνωση, που άθελά της, η Amélie, υπέστη επί 10-15 χρόνια. Θα μπορούσε βέβαια να "βαρυστομαχιάσει", να "πνιγεί", αλλά ευτυχώς άντεξε και κατάντησε ερωτευμένη, ναγαπά. “Τέτοια αγάπη δεν χρειάζεται απάντηση γιατί έχει μέσα της και το κάλεσμα και την απόκριση· εισακούεται μόνη της” (Ρίλκε σελ. 143). Σαν τα μικρά χαρούμενα παιδιά που παίζουν μόνα τους και είναι πλήρη. Χωρίς καμιά μέριμνα για κοινωνική προσφορά προσφέρουν στην ανθρωπότητα το μείζον, διασώζουν την εικόνα του ανθρώπου. Ο τρόπος της Amélie θυμίζει κάπως το, “1.93 σημείον άκρας απαθείας το ψιλά τα νοήματα των πραγμάτων αεί αναβαίνειν επί την καρδίαν” του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή από τις Περί αγάπης εκατοντάδες.

 

ΜΕΡΟΣ 2ο

Κάτι σαν ΑΠΟΛΟΓΙΑ για τη ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ της "Amélie"

Όταν ήταν μικρός, "έπιανε το χέρι του". Ζωγράφιζε. Η μητέρα του τον ρωτούσε, "τι ζωγραφίζεις;" "... Ότι βγει". Κατά κάποιο τρόπο χαοτική τακτική. Μαζεύεις όσα "σου αρέσουν" σχετικά με κάποιο θέμα, τα ρίχνεις στη κατσαρόλα, ανακατώνεις, μαγειρεύεις.

Εκ των υστέρων και μετά τη συζήτηση που ακολούθησε της παρουσιάσεως θα μπορούσε να πει ότι ο τίτλος της εργασίας του είναι: "Μια προσπάθεια προσέγγισης των προβλημάτων της σύγχρονης εν Ελλάδι θεολογίας. Με έμφαση στην ανθρωπολογία".

Στην αρχή χρησιμοποιείται το χωρίο του Ρίλκε για να τονιστεί το "μοχθηρόν" της υπόθεσης. Δια του θανάτου η ζωή. Ο μελετητής των πατερικών κειμένων οφείλει να το έχει πάρει απόφαση ότι πρέπει να πεθάνει. Να κόψει το κεφάλι του. Ο Ν. Γ. Πεντζίκης έλεγε ότι τα εκκλησιαστικά κείμενα, λειτουργικά και πατερικά, είναι αιώρα φτιαγμένη από γερό καραβόπανο. Μπορείς να ξαπλώσεις επάνω της και δεν κινδυνεύεις να σχιστεί. Ενώ τα κοσμικά είναι σαθρά. Με το που πάς να στηριχθείς, να αναπαυθείς, χράτς, σχίζονται και ξαπλώνεσαι φαρδύς πλατύς στο πάτωμα. Επίσης έλεγε ότι, αν σου πονάει το κεφάλι πάρε και διάβασε εκκλησιαστικά κείμενα ή Όμηρο. Θα σου περάσει ο πονοκέφαλος. Το πρόβλημά μας σήμερα είναι ότι όταν μελετάμε τους Πατέρες αντί να μας περάσει, μας πιάνει πονοκέφαλος. Μάλλον, επειδή αρνούμαστε να απεκδυθούμε τις όποιες θεωρίες, προλήψεις μας. Πονοκεφαλιάζουμε στη προσπάθεια να στριμώξουμε την πατερική διδασκαλία στα καλούπια μας. Μπορεί να προσπερνάμε εκατό αναφορές μέχρι να βρούμε μία που κάπως να μας ταιριάζει. Άτιμο πράγμα ο εγκέφαλος. Κόβουμε λωρίδες από το γερό καραβόπανο και υφαίνουμε τις σάπιες κουρελούδες μας. Γιαυτό ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης μιλάει για "non Patristic context", μη πατερική ανάγνωση των πατερικών κειμένων και για παρανοήσεις που συνεχίζονται μέχρι σήμερα "today's continued misunderstandings".

Ο ίδιος χρησιμοποιούσε συχνά το παράδειγμα της Αστρονομίας. Οι Αστρονόμοι βλέπουν με το τηλεσκόπιο και γράφουν τα βιβλία τους. Για να καταλάβει κάποιος, ακριβώς, τι, θέλουν να πουν πρέπει να δει και ο ίδιος με το τηλεσκόπιο. Αν δεν έχει δει, τότε πρέπει, με πάρα πολύ μεγάλη προσοχή, να επαναλαμβάνει αυτά που οι Βλέποντες έχουν γράψει. Δηλαδή μπορεί να ονομαστούμε και εμείς, οι φιλολογοθεολόγοι, επιστήμονες μόνο όταν κενούμενοι μελετάμε τους Πατέρες. Αλλά: 1) Είναι προδοσία να υιοθετούμε άσχετα ερμηνευτικά σχήματα που αλλοιώνουν το τοπίο και πασχίζουν να παρουσιάσουν τους Πατέρες ως διαφωνούντες αλλήλων κατά το πρότυπο των Λατίνων συγγραφέων μετά το Σχίσμα. Και, 2) Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να ξεγελαστούμε από τον τίτλο "επιστήμονας". Ο επιστήμονας γιατρός οφείλει να αποφασίσει με βάσει αυτά που ξέρει όταν του προκύψει κάποιο καινούργιο θέμα. Ο επιστήμων φιλολογοθεολόγος οφείλει να ρωτήσει τον έχοντα εμπειρία για να βρει πώς θα ενεργήσει, όταν προκύψει κάποιο καινούργιο θέμα. Αν δεν διαθέτει Βλέποντα τότε οφείλει να κάνει ... "την πάπια" και όχι με ύφος σαράντα καρδιναλίων να αποφθέγγεται. Το βασικό πρόβλημα των συγχρόνων θεολόγων δεν είναι ότι δεν είμαστε άγιοι, αλλά ότι το "παίζουμε" αυθεντίες και θέλουμε να εκσυγχρονίσουμε τα βιβλία και τις πρακτικές της Αστρονομίας με μοναδικό μας εφόδιο ένα κούφιο καλάμι ....

Στις θεολογικές Σχολές δεν έχει θέση η Ηθική ως δεοντολογία. Τι να πει κανείς για την συμπεριφορά; Η συμπεριφορά είναι απροσδιόριστη και μπορεί κανείς να φέρεται, από ‘ως τρελάρας’ μέχρι ‘ως λογικότατος’, ανάλογα με την περίσταση. Το χριστιανικό ήθος, που στο κάτω κάτω μπορεί να προσλάβει άπειρες μορφές, έχει σαν προϋπόθεση την πίστη, άρα συζήτηση περί αυτού ως δέοντος δεν χωράει στο Πανεπιστήμιο (και μάλλον πουθενά δεν χωράει τέτοια συζήτηση ενδορθοδοξιακά). Μόνο ιστορική αναδρομή, αναφορά, στα μέχρι τώρα καταγεγραμμένα παραδείγματα μπορεί να γίνει. Το ίδιο και για την Ποιμαντική. Η καθοδήγηση του ποιμνίου χρήζει εμπνεύσεως και ελευθερίας. Και εδώ, στο μόνο που επιτρέπεται να αναφερθεί κανείς είναι το παρελθόν. Τότε έγινε από τον τάδε εκείνο έτσι. Άλλη περίπτωση ίσως είναι η προπονητική, η Ασκητική. Αλλά και σε αυτή τη περίπτωση μόνο ιστορική αναδρομή μπορεί να γίνει και οπωσδήποτε όχι δεοντολογία γιατί θα καταλήξει στείρα ηθικολογία. Το μέλλον είναι ανοικτό και δεν έχει δικαίωμα καμία “αυθεντία” να το συσκοτίζει με προκάτ κανόνες και ηθικές εντολές. Αλλά και το παρόν είναι αναπόδραστα αρρωστημένο μια και πρωτοπαθές εν ημίν το θέλημα. Αν τυφλός, οδηγεί την τύφλα του εις βόθυνον πεσούνται, "πακέτο", τα πολυσχιδή εγώ κάθε θνητού, σχεδόν σχιζοφρενή, πανέξυπνου, γεγυμνασμένου στον εγκέφαλο, ενημερωμένου και μη εξημερωμένου, σημερινού πολίτη. Γιαυτό επιβάλλεται, ο ίδιος ο θνητός, μετά πολύ εξέταση να διαλέξει γιατρό, θεραπευτή, ικανό να βοηθήσει στη θεραπεία του γνωμικού θελήματος, του προς την ηδονήν ρέποντος. Πατέρα ικανού να γεννάει άνωθεν, πατέρα ήδη γεννημένου. Επειδή όμως το είδος σπανίζει, ας ψάξει ο καθείς να βρει τη λύση του. Κάθε κατσίκι από το ποδάρι του κρέμεται ... οι καιροί πάντα ήταν δύσκολοι ... και συνταγές δεν υπάρχουν και δεν πρέπει να υπάρχουν και μάλιστα στον ακαδημαϊκό χώρο.

Επισυνάπτονται σε υποσημείωση δύο αναφορές από τον Α' τόμο της Φιλοκαλίας για να φανεί ότι ο μεγαλύτερος όγκος της σημερινής θεολογικής παραγωγής μάλλον θα χαροποιούσε τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό παρά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, ο οποίος, ίσως, βιώνοντας το σκότος του κτιστού όντος, όταν μετά αιματηρούς ασκητικούς αγώνες αρνήθηκε την κτιστή φωτοχυσία των λόγων και των λογισμών του εγκεφάλου, έκραζε "φώτησόν μου το σκότος". Ο κοινός θνητός, όμως, συνήθως θεοποιεί αυτό το κτιστό "φως" και αγνοεί την εντολή του Κυρίου, "σκόπει ουν μη το φως το εν σοί σκότος εστίν". Αρνείται να νεκρώσει τα μέλη του τα επί της γης, τα εγκεφαλικά ... Πρέπει να πεθάνει το θνητό, το κτιστό, να "κοπεί το κεφάλι" για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ... κάποτε - και αν, και όταν, θελήσει ο Χορηγός, να δοθεί ο φωτισμός της γνώσεως, η έμπνευση. "Μονάχα όταν γίνουν αίμα μέσα μας, (τα πατερικά κείμενα) βλέμμα και χειρονομία, δίχως όνομα και δίχως να μπορεί κανείς να τα ξεχωρίσει από μας τους ίδιους, τότε μόνο μπορεί μια πολύ σπάνια ώρα να υψωθεί στη μέση τους και να βγει απ’ αυτα η πρώτη λέξη ενός στίχου", θεολογικού ... αργότερα η σταγόνα μπορεί να γίνει και ποτάμι που θα αρδρεύει την ανθρωπότητα. Τα υπόλοιπα είναι δουλειά του "Σβατσενέγκερ" των θεολογικών μελετών. Δουλειά ανθρώπων πολυμαθών και έξυπνων, άνοστων όμως και ξερών, πνιγηρών, θνητών, απελπιστικά "σαρκικών" ... μια και "ουκ έστιν αύτη η σοφία άνωθεν κατερχομένη, αλλά επίγειος, ψυχική, δαιμονιώδης", ανθρώπων θνητών περιπατούντων, "εν σοφία σαρκική αλλ· ουκ εν χάριτι Θεού", όμως, "ο σπείρων εις την σάρκα εαυτού εκ της σαρκός θερίσει φθοράν, ο δε σπείρων εις το πνεύμα εκ του πνεύματος θερίσει ζωήν αιώνιον".

Ακολούθησε η αναφορά στο στόρι της ταινίας. Κεντρικό πρόσωπο η Amélie. Η συζήτηση φούντωσε με αφορμή όσα ελέχθησαν για το ότι η Amélie παρουσιάζεται ασέξουαλ, ανηδονικιά.

Ο άνθρωπος είναι σαν κάτοπτρο που ή είναι στραμμένο προς το Θεό και δια του φωτός Του βλέπει φυσικά, φυσιολογικά, κατά φύσιν, τα κτίσματα ή στρέφεται προς τα κτίσματα και αστοχεί, αμαρτάνει και νομίζει τα ουκ όντα ως όντα. Ουκ όντα, τα φαύλα, και όχι τα ανύπαρκτα. Η γροθιά που προσγειώνεται στο πρόσωπο ή η ηδονή που κατακλύζει το κορμί είναι πραγματικότατα πράγματα, αλλά, ουκ όντα ... Εδώ χρειάζεται το παράδειγμα του DNA. Το κομπιούτερ είναι καλό ή κακό; λάθος τίθεται το ερώτημα. Το PC είναι ουδέτερο ... Το DNA αποτελείται από 4 αμινοξέα που δομούνται κατάλληλα και μεταφέρουν την πληροφορία. Τα αμινοξέα είναι υγιή ή άρρωστα; Λάθος ερώτηση. Η πληροφορία που μεταφέρουν θα δημιουργήσει υγιή οργανισμό ή άρρωστο. Τα πράγματα είναι ουδέτερα σαν τα αμινοξέα, γίνονται όμως όργανα, φορείς καλού ή κακού ως σύμβολα. Από το χρήστη εξαρτάται αν το PC είναι καλό ή κακό. Αν αυτός είναι κάτοπτρο στραμμένο προς τον Κτίστη του τότε γεμίζει τον κόσμο με σύμβολα, φορείς του ακτίστου, τα οποία με τη σειρά τους ανάγουν τους κοινούς θνητούς όταν διαβάζονται σωστά, ουχί ιουδαϊκώς δηλαδή.

Η ηδονή είναι "πρόγραμμα" (software) που μπήκε εκ των υστέρων στον άνθρωπο όταν αυτός έστρεψε το κάτοπτρο προς τα αισθητά και τότε αλλοιώθηκε και ο τρόπος με τον οποίο βλέπει τα πράγματα, σκοτίσθηκε και νομίζει πλέον την ηδονή καλό. Η λύση είναι η άσκηση, ο αγώνας για τη κάθαρση της καρδιάς και τότε, όταν το κάτοπτρο καθαριστεί πάλι λάμπει το κατ' εικόνα. Ο άνθρωπος αρκεί να αποβάλλει την σκουριά και ο σίδηρος λάμπει, το κάτοπτρο αστράφτει. Ο άνθρωπος είναι το τελειότερο ον γιατί μετέχει και των δύο κόσμων, υλικού και κτιστού πνευματικού, γης και κτιστού ουρανού, αισθητού και κτιστού νοητού, υλικού Α' και υλικού Β', ζώου και αγγέλου· είναι ανακεφαλαίωση της κτίσεως, πραγματικός μικρόκοσμος. Στο χέρι του ήταν αν θα κυριαρχούσαν οι λειτουργίες του ζώου ή του αγγέλου. Έπεσε και παρεσυνεβλήθει τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ομοιώθει αυτοίς. Η ζωή του κατάντησε σαν των ζώων. Τρέφεται σαν τα ζώα, γεννιέται σαν τα ζώα, πεθαίνει σαν τα ζώα, ηδονίζεται σαν τα ζώα. Ενώ αν έμενε και τρεφόταν από το ξύλο της Ζωής θα ζούσε σαν άγγελος· ενώ όταν μετανοιώνει και τρέφεται από το ξύλο της Ζωής κάνει ότι περνάει από το χέρι του ώστε από τον αιώνα τούτο τον απατεώνα ν' αρχίσει να ζει αγγελική ζωή· βίον ισάγγελον.

Ερωτεύεται τα κτιστά και αμαρτάνει θεωρώντας τα ουκ όντα ως όντα. Τσιμπιέται με τη κουμπάρα. Η αγάπη που ανθίζει ανήκει στα όντα ή στα ουκ όντα; Μάλλον εκμεταλλεύεται την λειτουργία της αγάπης προς ίδιον, ηδονικόν όφελος. Δάγκωσε τη λαμαρίνα, τσιμπήθηκε, τον τσίμπησε ο δραγάτης, τον αιχμαλώτησε, αιχμαλωσία νοός ο καθ' ημάς έρως. Βγάζουνε τα μάτια τους. Μοιχεία. Βέβαια αυτό δεν εμποδίζει την αξιοποίηση της κόπρου των εν ημίν αμαρτιών ώστε επιτέλους τα λάχανα να γίνουν νόστιμα, αρκεί να μην τη συσκευάζει κανείς σε πλαστικές σακούλες (όπως έλεγε ο π. Παΐσιος) και την περιτυλίγει με χαρτιά πολυτελείας για να φαίνεται μη κόπρος. Τότε τσάμπα η βρώμα και η σήψη.

Ο Όμηρος εννιά φορές αναφέρει τη λέξη "πρόσωπα" και εννοεί τα μάτια. Μάτια, κάτοπτρο, λύχνος του σώματος. “11.34 ο λύχνος του σώματός εστιν ο οφθαλμός σου. όταν ο οφθαλμός σου απλούς ή, και όλον το σώμά σου φωτεινόν εστιν· επάν δε πονηρός ή, και το σώμά σου σκοτεινόν. 11.35 σκόπει ουν μη το φως το εν σοί σκότος εστίν. 11.36 ει ουν το σώμά σου όλον φωτεινόν, μη έχον μέρος τι σκοτεινόν, έσται φωτεινόν όλον ως όταν ο λύχνος τη αστραπή φωτίζη σε”. (Κατά Λουκάν) Με το "ελεύθερο" sex "βγάζουμε τα μάτια μας", σβήνει το φως του λύχνου, ο καθρέπτης αμαυρώνεται, χάνει το φως.

“Λέει ο αρχιτέκτων μετά στην παρέα του: "Παρατηρήσατε κάτι;" Εκείνα απόρησαν. "Για ρίξτε μια ματιά ο ένας στο πρόσωπο του άλλου, λέει, και μετά ρίξτε και μια ματιά στα άλλα παιδιά. Για δέστε τα μάτια τους πώς γυαλίζουν και δέστε τα μάτια τα δικά μας πώς είναι σαν τα μάτια του χαλασμένου ψαριού". Και πράγματι, όταν πρόσεξα και εγώ, έτσι ήταν· μάτια χαλασμένων ψαριών. Θολά, αλλοιωμένα ... Ενώ τα μάτια των άλλων παιδιών έλαμπαν! Γιατί τα παιδιά της Σχολής κάνουν μετάνοιες, κάνουν Ακολουθίες. Ο άνθρωπος καθρεφτίζεται στα μάτια. Γι' αυτό και ο Χριστός είπε: "Ο λύχνος του σώματος εστιν ο οφθαλμός"”.

Το πρόσωπο, μηδέν, καθρέπτης, συσχηματίζεται προς αυτό που βλέπει. Το κάτοπτρο υπάρχει, είναι κάτι, αλλά εξ επόψεως μορφής που εικονίζει είναι μηδέν, συσχηματίζεται προς το αντι-κείμενο. Το οντολογικό υπόβαθρο του "έν οίδα ότι ουδέν οίδα" ίσως, είναι η γνώση, ότι, η ουσία του ανθρώπινου προσώπου είναι το μηδέν, το κάτοπτρο. Ο αυτόνομος άνθρωπος δεν υποστασιάζει τίποτα, ή μάλλον "υποστασιάζει" τα υπ' αυτού καθρεπτιζόμενα ουκ όντα. Η αναγνώριση της αστοχίας του αυτής νοστιμίζει τα λάχανα όταν ως κόπρος σκορπίζεται υπό του κηπουρού. Όταν ο άνθρωπος αγωνίζεται να παραμένει στο μηδέν δίνει το δικαίωμα στο Δημιουργό να επέμβει. “Επιστρέφοντες εις το μηδέν γινόμεθα "ύλη", εξ ής ίδιον εις τον Θεόν ημών είναι να δημιουργή”. Ως άλλος "Ούτις", ξεφεύγει από τα χέρια του Πολύφημου, κρυμμένος στο εξημερωμένο ζώο, το πρόβατο, το εγκρατευόμενο σώμα. Κρατάει το νου του στον Άδη χωρίς να απελπίζεται. Δεν "την βρίσκει" στο σκοτάδι όπως ο Βουδιστής αλλά κράζει με πανανθρώπινο κλαυθμό, "φώτισόν μου το σκότος". Ειδωλολατρία η αυτοερωτική ανακήρυξη του σκότους, του κτιστού, του μηδενός ή του ουκ όντος, σε ΟΝ. Ο άνθρωπος δεν είναι ον αλλά δύναται να μετέχει του όντος. Τότε υποστασιάζεται(;) υπό του ΟΝΤΟΣ έχοντας στρέψει το κάτοπτρο προς το ΟΝ, όταν βρίσκεται στο χώρο του ΟΝΤΟΣ. Εν τω φωτί Του οψόμεθα και εσόμεθα φώς.

Τελειώνοντας για να θυμώμαστε ότι άλλο ο πήχης (η ακρίβεια) και άλλο η καθ' ημέραν ξεφτύλα μας (τα κατ' οικονομία τελούμενα), ότι αν ο άνθρωπος "ψάχνεται" με ειλικρίνεια τίποτα δεν πάει χαμένο, ας δούμε τί παρήγαγον τα κύτταρα του εγκεφάλου με αφορμή τα λόγια ενός τραγουδιού των "ΗΜΙΣΚΟΥΜΠΡΙΑ". Δίσκος, ΗΜΙΣΚΟΥΜΠΡΙΑ 2030· τραγούδι, "Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ".

Η "πεντάμορφη": "Σε κοιτάζει και τα μάτια της πετάνε ακτίνες γάμα ...". "Το κοντό της το φουστάνι για το βλέμμα σου κλειδί. Ξεκλειδώνει την θολούρα στον αμφιβληστροειδή", σου ξεθολώνει το σαν χαλασμένο ψάρι θολό μάτι, εν ολίγοις, σε εκπαιδεύει να βλέπεις. Ενώ χαζεύεις αφηρημένα μόλις εμφανιστεί στο οπτικό σου πεδίο ένα τέτοιο πλάσμα αμέσως ξυπνάς, σχεδόν χτυπάει συναγερμός.

Συντελεί τα μέγιστα στην, εντός του μίζερου αχθοφόρου του καθημέραν βίου, ανάδυση της πίστης στο ανέφικτο. "Σιγά μη μου δώσει σημασία εμένα του κοινού θνητού, του κακάσχημου" υποβάλλει ο προσγειωμένος στην αμεσότητα λογισμός της λογικής, ενώ, ο άλλος, ο τρελλούτσικος της πίστεως εις το θαύμα, θα αντιπροτείνει με θράσος, "πάει στοίχημα;"

Καλλιεργεί την ευφυΐα, την ευρηματικότητα. Ο παρατηρητής αισθανόμενος την ανάγκη κάπως να απαντήσει, συχνά ψάχνει τρόπο να τραβήξει την προσοχή, ει δυνατόν να προκαλέσει έκπληξη που διώχνει την πλήξη και αφήνει πάντα ανοικτό το ενδεχόμενο να προκληθεί απορία, ερώτηση και γιατί όχι έρωτας. Τότε είναι όμως, που καλείται πλέον ο θνητός να ασκηθεί διπλά, να υπερβεί εαυτόν, γιατί άμα ενδώσει και δουλικά προσκολληθεί στη Κίρκη, είναι: "Επικίνδυνη, αδίσταχτη απλά θανατηφόρα, θα σου φάει όλη την ψίχα θα σου μείνει μόνο κόρα", διότι "μασουλά τα αρσενικά σαν κριτσίνια του Κρις Κρις"

Η σημαντικότερη όμως προσφορά της είναι ότι συνήθως σε "γράφει", σημασία δεν σου δίνει, γεμάτη αυτοπεποίθηση και υπεροψία, μπουχτισμένη από το σύνηθες βλακωδώς κοινότυπο "καμάκι", που της δημιουργεί την εντύπωση ότι μάλλον πρόκειται περί αράς (κατάρα η ομορφιά της) και όχι περί δώρου προς την ανθρωπότητα, όπως και είναι (οι διάφοροι λεκτικοί τύποι που συχνότερα φτάνουν στα αυτιά της, συστημένοι γιαυτήν, συνήθως καταλήγουν στην εύηχη κατάληξη: "-άρα!") και έτσι σε βοηθάει να προσγειωθείς να ταπεινωθείς, να νιώσεις τη μηδαμινότητά σου. Σε ταΐζει δηλαδή, τη παιδική εκείνη τροφή, που χρειάζεται για να μετατραπεί το άμεσο ερωτικό συναίσθημα σε ερωτικό αίσθημα, χυλόπιτα ζεστή. Γιουφκάδες λοιπόν, ώστε μέσω της γιούφκας σου, της αποτυχίας να βρείς τη μπάλλα πάνω στο σούτ, να πάρει δρόμο εκείνο το άτιμο το "συν-" (βλ. συναίσθημα) που "εγώ σακάτικο και υπερφίαλο" το λένε, ο δολοφόνος του πραγματικού σου "εγώ", ο δεσμοφύλακας που σε κρατάει δέσμιο μέσ’ τη μορφή του όνου, του χοίρου, του ίππου, ή όποιου άλλου κτήνους. Τότε είναι που πλέον αρχίζεις να μαθαίνεις να βλέπεις κενούμενος, εκούσια παραιτούμενος της αναγνωρισμένης και τόσο γνωστής και αυτονόητης για σένα ωραιότητός σου, όπως πολύ παραστατικά το εκφράζει το ρεφρέν: "ΤΙ ΚΙ ΑΝ ΕΙΜΑΙ ΟΜΟΡΦΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΥΠΕΡΛΑΜΠΡΟΣ ΑΣΤΕΡΑΣ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ ΚΙ ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ". Εν τω μεταξύ καλείσαι να δεχτείς, να συναινέσεις μετά ενθουσιασμού στην αντικατάσταση του θηλυκού "αυτή" με το πρώτο πληθυντικό "αυτοί", η ανθρωπότης όλη, οι ξένοι και εχθροί, όλοι σε ένα "εμείς", σε ένα "εγώ", που ως "εγώ" εννοεί να νοιώθει τον όλο Αδάμ, από τον πρώτο άνθρωπο μέχρι και τον τελευταίο.

Σε αυτή τη κατάσταση η περίπτωση σου πλέον μοιάζει πολύ με την περίπτωση του μικρού παιδιού που θαυμάζει και απορεί για τα πάντα, που χαίρεται με όλα και παίζει συνεχώς χωρίς να μας εμπαίζει, το σκασμένο, όσες πλάκες κι αν μας κάνει. Περίπου σαν την Amélie. Μας αγαπά, και μας θυμίζει κάποιον Άλλον που μας αγαπά, ανείπωτα, ασύλληπτα, λαμπρά. Εκείνο το Παιδίον το Νέον που ήρθε ανάμεσά μας, καταδέχτηκε να έχει για καλύτερη παρέα Του, παιδιά, τελώνες τε και πόρνες που μας προάγουν στην Βασιλεία των Ουρανών αυτές οι συνεχώς προαγόμενες, γιατί αυτές είναι οι μόνες που δεν πουλάνε τον έρωτα μα το φτωχό κορμί τους. Γιατί αυτοί, τω καιρώ εκείνω τουλάχιστον, ήταν οι μόνοι που είχαν μόνιμα το σάλιο των συνανθρώπων τους στα μούτρα τους επάνω, και ήταν ανοιχτοί να Τον νοιώσουν και να Τον δεχτούν στη συντροφιά τους, γιατί έτσι, με σάλιο και χώμα (πού είναι το σώμα) φτιάχνεται ο άνθρωπος. Αυτός που προς τα πάνω ξεχειλίζει από ζωή, από έμπνευση, από χαρά και χάρη σε σημείο που να λέει φτάνει, όταν θα έχει γίνει όμοιος με το Παιδί, το μόνο καινούριο υπό τον ήλιο, που μας σύστησε, ότι αν δεν κενωθούμε θα πάθουμε ότι και ο καλός εκείνος χριστιανός (από τις ιστορίες εκείνες των παιδικών μας χρόνων) με το Χριστό, που χτύπησε πολλές φορές σαν μικρό παιδάκι την πόρτα του μετά που του είχε υποσχεθεί στο όνειρό του ότι την άλλη μέρα θα τον επισκεπτόταν, και ο περιχαρής πιστός, προετοιμαζόμενος άψογα για την υποδοχή του Θεανθρώπου έδιωχνε το παιδί Θεάνθρωπο μη του χαλάσει τη γιορτή.

“Η άρρωστη ψυχή είναι υπεροπτική, ενώ η υγιής ψυχή αγαπά την ταπείνωση, ... Κι αυτά τα γράφω τώρα από πόνο για τους ανθρώπους, πού, όπως κι εγώ, είναι υπερήφανοι και γι’ αυτό πάσχουν. Τα γράφω για να μάθουν την ταπείνωση και να βρουν ανάπαυση κοντά στον Θεό.

Ισχυρίζονται μερικοί πώς όλα αυτά γινόταν "τώ καιρώ εκείνω", αλλά τώρα είναι πια ξεπερασμένα. Για τον Κύριο όμως τίποτε δεν μειώνεται ούτε αλλάζει ποτέ. ... Όποιος ζητά τη χάρη, σ’ αυτόν δίνει ο Κύριος τα πάντα - όχι γιατί είμαστε άξιοι, μα γιατί ο Κύριος είναι σπλαχνικός και μας αγαπά.

Το να μάθη κανείς την κατά Χριστόν ταπείνωση είναι μεγάλο αγαθό. Μ’ αυτήν γίνεται εύκολη και ευχάριστη η ζωή και όλα γίνονται αγαπητά στην καρδιά. Μονάχα στους ταπεινούς εμφανίζεται εν Αγίω Πνεύματι ο Κύριος κι αν δεν ταπεινωθούμε δεν θα δούμε τον Θεό. Η ταπείνωση είναι το φώς, μέσα στο οποίο μπορούμε να δούμε τον Θεό - Φώς, όπως ψάλλεται: "Εν τω φωτί Σου οψόμεθα φώς".

Τέτοιος είναι ο παράδεισος του Κυρίου. Όλοι θα βρίσκωνται μέσα στην αγάπη και από την κατά Χριστόν ταπείνωση όλοι θα χαίρωνται να βλέπουν τους άλλους ανώτερούς τους. Η ταπείνωση του Χριστού κατοικεί στους μικρότερους κι αυτοί χαίρονται που είναι μικροί”. (Άγ. Σιλουανός σ. 336-7)

"ΤΙ ΚΙ ΑΝ ΕΙΜΑΙ ΟΜΟΡΦΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΥΠΕΡΛΑΜΠΡΟΣ ΑΣΤΕΡΑΣ

ΑΥΤΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΟΙ ΚΙ ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ"

Σήμερα κυριαρχεί στο στυλ της ζωής μας, της σκέψης μας, του γραψήματός μας η αναίδεια κι όλο και περισσότερο η ομορφιά παραχωρεί τη θέση της στο ... τέρας. Στο όνομα μιας ελευθερίας και μιας χειραφέτησης, άδικης για το θνητό πολίτη του κόσμου, η σύγχρονη παιδεία έχει εντελώς απαξιώσει τη μη αναίδεια, σε σημείο η συγκεκριμένη ταινία να δέχεται τα πυρά κάποιων "προοδευτικών" κριτικών του κινηματογράφου για νεοσυντηρητισμό. Από τα βασικά στοιχεία του στυλ της Amélie στη ταινία που ξενίζει το σύγχρονο Νεοέλληνα, τουλάχιστον, θεατή είναι ακριβώς αυτή η σχεδόν πλήρης απουσία της αναίδειας. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ιδιαίτερα των καθυστερημένα και ημιτελώς δυτικών κοινωνιών, στη τρικοσμικίζουσα π.χ. περιοχή μας κάθε άλλο παρά βοηθάει. “Το περιβάλλον επιδρά πολύ. Λίγα παιδιά είναι που έχουν συστολή και φιλότιμο. Τα περισσότερα παιδιά που είναι άγρια, είναι γιατί φέρονται με αναίδεια. Όταν τα παιδιά μιλούν με αναίδεια στους μεγαλυτέρους διώχνουν την Χάρη του Θεού. Και όταν φύγη η Χάρις του Θεού, έρχονται τα ταγκαλάκια και τα παιδιά αγριεύουν, κάνουν αταξίες ... Η πολλή ευλάβεια στον Θεό, με τον πολύ σεβασμό στους μεγαλυτέρους, φέρνει την πολλή θεία Χάρη στις ψυχές και τις χαριτώνει, μέχρι που προδίδονται από την θεία λάμψη της Χάριτος. Η Χάρις του Θεού δεν πάει στα ανταρτάκια· πάει στα φιλότιμα, στα φρόνιμα, στα ευλαβικά παιδιά. Και τα παιδιά που έχουν σεβασμό, ευλάβεια φαίνονται. Έχουν ένα βλέμμα που ακτινοβολεί! Και όσο πιο πολύ σεβασμό έχουν στους γονείς, στους μεγαλυτέρους, τόσο δέχονται την Χάρη του Θεού. Όσο ατίθασα είναι, τόσο εγκαταλείπονται από την Χάρη του Θεού ... Όλα τα παιδιά που τους κάνουν τα θελήματα γίνονται ανταρτάκια. Εάν δεν μετανοήσουν τα παιδιά, για να απαλλαγούν από το κακό κύμα που τα χτυπάει, και συνεχίσουν να φέρωνται με αναίδεια, τότε - Θεός φυλάξοι!- γίνεται διπλή εγκατάλειψη ...”. Τα σχετικά περί αναίδειας δεν αναφέρονται για λόγους ηθικολογικούς αλλά μάλλον οντολογικούς. Δηλαδή ο εμπειρικός επιστήμων, στην περίπτωση ο π. Παΐσιος, εκ της γεύσεως γνωρίζει και μας πληροφορεί ότι η αναίδεια διώχνει τη θεία Χάρη.

Κάποιος έλεγε: “μακάρι νάχαμε άπειρες ζωές, να αφιερώναμε από μία, σε κάθε έρωτά μας. Να κάμναμε, ότι, μας κατέβαινε ... να βγάζαμε τα μάτια μας. Καλύτερα δίχως μάτια στη Ζωή παρά με μάτια μακριά Της. Αλλά "δυστυχώς" υπάρχει ένας αχόρταγος, ζηλιάρης, Εραστής που όσα ζητά, διπλά, τριπλά στα δίνει. Δεν προλαβαίνεις να εκπληρώσεις ούτε τις στοιχειώδης ανάγκες σου. Κι άπειρες ζωές μαζί Του αν περνούσες αυθόρμητα κι άλλο θα ζητούσες”.

Μάιος 2002

 

"ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΚΙ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ"

1. ΠΕΡΙ ΘΕΑΤΡΟΥ και ΥΠΑΚΟΗΣ

Το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή είναι το θέατρο. Απαραίτητο του όμως αξεσουάρ η μνήμη. Κεντρικό πρόσωπο στα ΕΠΗ του Ομήρου ο Οδυσσέας. Ο οδυνόμενος πολυμήχανος θεατρίνος που δεν ξεχνά την Πηνελόπη, την συνεχώς εργαζόμενη. Το μέλος του ταλαίπωρου σαρκίου μας που δουλεύει συνεχώς και συχνά μας “δουλεύει” με τις λάθος επενδύσεις του είναι η καρδιά. “Υιέ μου δος μοι συν καρδίαν”. “υιέ μου, γνώθι τον Θεόν των πατέρων σου και δούλευε αυτώ εν καρδία τελεία και ψυχή θελούση, ότι πάσας καρδίας ετάζει Κύριος και πάν ενθύμημα γιγνώσκει· εάν ζητήσης Αυτόν, ευρεθήσεταί σοι, και εάν καταλείψης Αυτόν, καταλείψει σε εις τέλος.

Με θέατρο και μνήμη χτίζεται ο άνθρωπος. Το θέατρο χωρίς μνήμη κινδυνεύει να καταλήξει στη πλήρη απόσχιση, την απώλεια της επικοινωνίας των διάφορων προσωπείων της προσωπικότητας του θεατρίνου, κοινώς στην ιερά νόσο. Η μνήμη χωρίς θέατρο γίνεται φονταμενταλισμός, “θεμελιοκρατία”, στείρα, φανατική προσήλωση στον τύπο τον παραδομένο, ο οποίος τύπος όμως, όταν έχει να κάνει με τον Αρχέτυπο και εν ταπεινώσει τηρείται, είναι φορέας Ζωής.

Με θέατρο αρχίζει η πνευματική ζωή. “Κάνε αγάπη”. “Μα δεν αγαπάω, δεν νοιώθω τίποτα, πώς να κάνω αγάπη;” “Ακριβώς, κάνε πως αγαπάς”. Φέρσου όπως θα φερόσουν αν αγαπούσες, φέρσου όπως φέρονται αυτοί που αγαπάνε, πίεσε τον εαυτό σου ξεπέρασε τον αυθορμητισμό σου, και σιγά σιγά θα συντονιστείς. Με θέατρο τελειώνει. “Θέατρον εγενήθημεν τω κόσμω και αγγέλοις και ανθρώποις.”, και “Ελεύθερος γαρ ών εκ πάντων πάσιν εμαυτόν εδούλωσα, ίνα τους πλείονας κερδήσω· 9.20 και εγενόμην τοις Ιουδαίοις ως Ιουδαίος, ίνα Ιουδαίους κερδήσω· τοις υπό νόμον ως υπό νόμον, μη ών αυτός υπό νόμον, ίνα τους υπό νόμον κερδήσω· 9.21 τοις ανόμοις ως άνομος, μη ών άνομος Θεού αλλ· έννομος Χριστού, ίνα κερδάνω τους ανόμους· 9.22 εγενόμην τοις ασθενέσιν ασθενής, ίνα τους ασθενείς κερδήσω· τοις πάσιν γέγονα πάντα, ίνα πάντως τινάς σώσω”.

 Η υπακοή ξεκινά ως θέατρο δια τον Λόγο και κινδυνεύει να εξελιχθεί σε θέατρο του παραλόγου όταν δεν εστιάζει ο εντέλων και ο υπακούων στον Θεάνθρωπο Λόγο αλλά στα χαρακτηριστικά “του λόγου του” ο καθένας. Τότε αναπαράγεται απλώς “του λόγου του”, με όλες τις φοβίες, και τις ιδιοτροπίες, και τα κουσούρια του. Συχνά παρατηρείτε το εξής “χαριτωμένο” φαινόμενο: κουτσαίνει ο προκαθήμενος στραβοπατάει και ο παρακαθήμενος, αλληθωρίζει ο αρχηγός αλλού κοιτά και πέρα βλέπει ο υπαρχηγός. Κοινώς κλωνοποιήση. Αν και για ένα αρχικό στάδιο είναι θεμιτό και ίσως αναπόφευκτο να συμβεί και αυτό, αρκεί να έχει την ετοιμότητα και να αγωνίζεται για να ξεκολλάει κανείς.

Εδώ μάλλον ταιριάζει ένα απόσπασμα από μια εργασία του Ηλία Πετρόπουλου για τον Ν. Γ. Πεντζίκη: “... Όποιος πήγαινε για πρώτη φορά στο φαρμακείο του Πεντζίκη υφίστατο μια τρομερή επίθεση … παντού και πάντοτε, ήθελε νάχει τον κύριο λόγο. … Ο Πεντζίκης ήτανε καταπιεστικός δάσκαλος, αλλά Μεγάλος δάσκαλος. Όλοι οι μαθητές του Τσαρούχη είναι ανυπόφορα Τσαρουχάκια. Ο Πεντζίκης εδολοφόνησε τους περισσότερους μαθητές του και καλώς έπραξεν. Έκαστος επιζήσας μαθητής του Πεντζίκη διαθέτει αυτόνομη προσωπικότητα. Ο Πεντζίκης για να σκοτώνει τους μαθητές του εφήρμοζε με απίστευτη σκληρότητα την δικιά του θεωρία της νάρκης, γιατί επίστευε ότι βάζοντας νάρκες και παγίδες στο λογοτεχνικό-καλλιτεχνικό πεδίον μάχης απαλλάσσει την χώρα από τα ασήμαντα και θνησιγενή ταλέντα, και, γιατί θεωρούσε αντι-οικονομική … την ύπαρξη τους. …”.

Ή επί τω θεολογικότερον, “Υιέ μου, μη ολιγώρει παιδείας Κυρίου, μηδέ εκλύου υπ· αυτού ελεγχόμενος· 12.6 όν γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν όν παραδέχεται. 12.7 εις παιδείαν υπομένετε· ως υιοίς υμίν προσφέρεται ο Θεός· τις γαρ υιός όν ου παιδεύει πατήρ;” (Προς Εβραίους 12, 5-7). Δυστυχώς όμως συχνά, δεν αντέχουμε την παιδεία και θεωρούμε καταπιεστές και εχθρούς, κάποιους εν αγάπη κοπιώντες για τη θεραπεία των ψυχών και των σωμάτων, του νου της καρδίας, των νεφρών και των σπλάγχνων ημών, και για την εύρυθμη και εν ειρήνη λειτουργία των νευρικών μας συνάψεων.

2. ΠΕΡΙ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΥ

Η εποχή της νεωτερικότητας μας συνήθισε στο κυνήγι του νέου, του μη συνηθισμένου, του καινούριου, του μη ίδιου, του πρωτότυπου. Η επανάληψη θεωρήθηκε αιτία βαρεμάρας. Η επανάληψη “του ίδιου” θεωρήθηκε ότι στερείται παντώς ενδιαφέροντος και έτσι εγκλωβίστηκε ο θνητός στην αγωνιώδη αναζήτηση του “κάτι άλλο”, του καινούριου, αυτού που δεν έχει ξαναειπωθεί, ξαναβιωθεί, στο κυνήγι των νέων εμπειριών, των νέων γνώσεων, των νέων, νέων, νέων και γενικά στην κυριαρχία του μοντέρνου.

Με την έλευση της μεταμοντέρνας εποχής αυτός ο μονοδιάστατος προσανατολισμός ξεπεράστηκε και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στους γηγενείς να απεγκλωβιστούν από αυτήν την εναγώνια αναζήτηση του νέου. Είναι χαρακτηριστική η διατύπωση ενός θεσσαλονικιού λογοτέχνη, του Ν. Γ. Πεντζίκη, ότι “ο ρόλος των νέων λογοτεχνών είναι να βρέχουν τις πέτρες των μνημείων … Τι ωραίες, δροσερές, ζωντανές, είναι οι βρεγμένες πέτρες!” Έ, αυτός είναι ο σκοπός των νέων, να βρέχουν τις πέτρες τις παλιές (παίζοντας σαν τα μικρά παιδιά) και να τις ξαναζωντανεύουν εξ επόψεως μορφής γιατί κατά το περιεχόμενο σφύζουν από ζωή, είναι φορείς Ζωής, τα Πατροπαράδοτα ημών μνημεία. Αυτή η πολιτισμική στροφή βοήθησε και πολλούς εξ Εσπερίας να εκτιμήσουν το πολιτισμικό σώμα της Ρωμηοσύνης που μέχρι τότε υβριστικά χαρακτήριζαν ως “βυζαντινισμό” (και ως αντικατοπτρισμός αυτή η εκτίμηση εισήχθη και στην ελληνική επικράτεια). Ακριβώς αυτός ο χαρακτηρισμός υπονοούσε και θρασύτατα βροντοφώναζε ότι πρόκειται περί άνευ εμπνεύσεως πνιγηρών αναμασημάτων στερουμένων πρωτοτυπίας. Αγνοώντας ότι επρόκειτο για έργα που ως κύριο μέλημα τους είχαν το φρεσκάρισμα της όψεως των λίθινων πλακών της άπαξ και δια παντός αποκαλυφθείσης Αλήθειας, του μοναδικού μετά την δημιουργία του Αδάμ καινού υπό τον ήλιον, του Ήλιου της δικαιοσύνης, της Πέτρας της ζωής.

Δεν είμαι ειδικός για να ξέρω αν όντως αυτό ισχύει για το χώρο της λογοτεχνίας αλλά μοιάζει να ταιριάζει απόλυτα με τα της θεολογίας. Σκοπός του νέου θεολογούντος δεν μπορεί να είναι το, να ανακαλύψει νέες φαντασιακές συλλήψεις και ανάλογα με τις εγκεφαλικές του δυνατότητες να χτίσει μεγαθήρια ή και καλύβες, ιδεολογικές κατασκευές, παλάτια στην άμμο την υγρή των κτιστών εμπειριών του θνητού σαρκίου και ενίοτε φευ στην ιλύ των παθών.

Ο Ων, ο Ην, και ο Ερχόμενος, άπαξ και διαπαντός απεκαλύφθει. Αίτημα ο συντονισμός, η ενσωμάτωση, η ρύθμιση, η κάθαρση, ο φωτισμός και η θέωση. Η κοινωνία όμως θέλει να ακούει φρέσκα λόγια. Γιαυτό ο “παραδοσιακός” καλό είναι, να είναι μοντέρνος στα ρουχαλάκια του. Τέτοιος ήταν και ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Παραδοσιακός μοντέρνος, όσο μπορούσε φυσικά, γιατί στην επί γης ζωή του ο θνητός συχνά δεν τα καταφέρνει να λειάνει κάποιες αιχμηρές του γωνίες και να γίνει λεία κροκάλα. Τι να κάνουμε οι γωνίες γδέρνουν, πληγώνουν τους βροτούς κι οι πληγωμένοι, όταν δύνανται, εκδικούνται, αδικούμενοι, και αδικούντες την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Τελικά αυτός που χάνει είναι η κοινωνία των γηγενών που στερείται τη δυνατότητα πρόσβασης σε κάποιες καλές και ωφέλιμες πληροφορίες που θα της έδιναν την δυνατότητα να παραμένει, και συνεχώς να γίνεται, καινή κτίση και όχι κενό καινούριο κτίσμα, άδεια νεόκτιστα ντουβάρια.

3. S.PR.DI.PR.

 Όταν με το καλό θα επιβληθεί το λατινικό αλφάβητο το Σ.ΠΡ.ΔΙ.ΠΡ. θα γράφεται S.PR.DI.PR. Μέχρι τότε όμως μπορούμε να το γράφουμε ελληνιστί Σ.ΠΡ.ΔΙ.ΠΡ. Συχνά ακούγεται η επισήμανση ότι μία βασική διαφορά μεταξύ Σχισματικών και Ορθοδόξων εστιάζει στο θέμα της ευδαιμονίας. Αυτοί θεωρούν ως σκοπό του ανθρώπου την ευδαιμονία και ημείς την φιλότιμη, ανιδιοτελή, αυτοπροσφορά. Okay but, η διατύπωση ότι σκοπός του ανθρώπου είναι η προσφορά και όχι η ευδαιμονία χτυπάει ολίγον άσχημα στα αυτιά του κοινού θνητού, σκοτεινιάζει η ατμόσφαιρα και αρχίζει να μυρίζει κλεισούρα, σκοταδισμό, και ύπουλη προπαγάνδα των ντόπιων και ξένων μονοπωλίων της εξουσίας. Ίσως, λοιπόν, μπορεί να λέγεται ότι, ναι, σκοπός του ανθρώπου είναι η ευδαιμονία, αλλά το πρόβλημα μετατίθεται στο, ποια άποψη έχει κανείς περί ευδαιμονίας.

Η άστοχη, θεωρεί ευδαίμονα κατάσταση, την εν απολαύσεσι διαβίωση του θνητού, το πλημμύρισμα του σαρκίου από τη χημεία εκείνη, την μεταπτωτική, που ονομάζεται ηδονή (που εν είδει φυσικού νόμου διατηρήσεως του ισοζυγίου της ηδονοδύνης επισύρει ισόποσον μάζαν πόνου και οδύνης), την φίλαυτη εγωκεντρική αυτοϊκανοποίηση. Η άλλη, η ορθή, θεωρεί ευδαιμονία την εν χαρά, εμπνεύση τε και πληρότητι ζωής διαβίωση του μεταλλαγμένου κτήνους, του αετού, που έχει βρει το κόλπο να διατηρεί την πτήση της έμπνευσης, δια της αυθορμήτου, ανιδιοτελούς, αυτοπροσφοράς, δια της εκουσίου ταφής κοινώς. Σε αυτή την περίπτωση κυρίαρχη κατάσταση δεν είναι η απόλαυση αλλά η χαρά, που τελικά είναι απόλαυση εις το τετράγωνο, τον κύβο, ή καλύτερα εις την “ν”, όπου “ν” τείνει εις το άπειρο. Αυτή είναι η καθαυτού ευδαιμονία, το πατερικό “ευ ζειν”. Και πολύ σοφά ονόμασαν οι ελληνόφωνοι, την κατάσταση αυτή χαρά, τουτέστιν χάρισμα, κάτι δηλαδή που δεν είναι του χεριού σου αλλά σαν χάρισμα σου δίδεται, εξ ου και χάρη. Δεν είναι του χεριού σου μεν, αλλά από σένα εξαρτάται δε, αν όχι το να την αποκτήσεις, αλλά σίγουρα το να διαμορφώσεις τις συνθήκες, εκτελώντας κάποιες, άσχετες κατά την εκτίμηση του εφήμερου ξερόλα θνητού, ασκήσεις ώστε να επιτρέψεις και να διευκολύνεις την εμφάνιση της. Στο χέρι μας είναι να “φτιάξουμε ατμόσφαιρα”, να καθαρίσουμε την ατμόσφαιρα από τα νέφη των θλιβερών μας θελημάτων και θα ανατείλει και ο ήλιος όταν εκείνος κρίνει.

Στυφή η γεύση της είδησης περί μη ευδαιμονίας. Όμως, και ο αρχηγός της πίστεως ημών, κάπως έτσι μας τα είπε με το “ο θέλων οπίσον μου ελθείν αρράτω τον Σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι”, και με τα περί στενής και τεθλιμμένης οδού. Δεν μίλησε για απολαύσεις και μισθούς αλλ’ όμως χώρισε τους προσερχόμενους σε τρεις κατηγορίες. Οι δούλοι, που ότι κάνουν το κάνουν από το φόβο της τιμωρίας. Οι μισθωτοί, που ότι κάνουν το κάνουν λόγω της επιθυμίας του μισθού. Και οι υιοί, που ότι κάνουν το κάνουνε από αγάπη. Αποδεκτά λοιπόν και τα κατώτερα στάδια των δια ευδαιμονιστικούς λόγους προσερχομένων. Απλώς στη Δύση το πρόβλημα μάλλον είναι ότι ξεχάστηκε, λησμονήθηκε, όχι διανοητικά μόνο αλλά βιωματικά κυρίως, λόγω του Σχίσματος, η κατηγορία των υιών. Κατά τα άλλα δεν είναι κατακριτέα η εκπεφρασμένη αναζήτηση της ευδαιμονίας σ’ Ανατολή και Δύση. Άλλωστε οι μόνοι που “καταφέρνουν” να ξεριζώσουν την υγειή επιθυμία των θνητών “να ζήσουν την ζωή τους” είναι οι εξ Ανατολών, επιστήμονες, ασκηταράδες της απόγνωσης, που κάνουν κόλπα ζόρικα εις τας Ινδίας, και οι αυτόχειρες.

Ανακοινώνουμε λοιπόν την ίδρυση του συλλόγου μας “Σ.ΠΡ.ΔΙ.ΠΡ.”, του Συλλόγου δηλαδή ΠΡοστασίας του ΔΙκαιώματος της ΠΡοσφοράς. Επίκειται η Ολυμπιάδα του 2004 και καλόν είναι να θυμηθούμε, οι αλλαξοπιστήσαντες, ότι πλέοντες εις το πέλαγος της διεκδίκησης των δικαιωμάτων μας, χάσαμε το λιμάνι, λησμονήσαμε το πρωταρχικό μας δικαίωμα, το δικαίωμα να αντιμετωπίζουμε χωρίς ιδεολογικές προκαταλήψεις την προσφορά, το δικαίωμα στην ανιδιοτέλεια, το δικαίωμα στο φιλότιμο, που τελικά είναι η τέχνη του αετού.

Έν αμελές μέλος … Διονύσης Παπαχριστοδούλου

 

 

 

 

ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΡΑΜΦΟ

Κάποιος φίλος διαδικτυούμενος καθ’ εκάστην εκτός περιπτώσεως απουσίας εις εκτός γραφείου υπηρεσίαν, έγραψε:

“Διαβάζοντας την ογκώδη και πολύ εμπεριστατωμένη μελέτη του Κιτρομηλίδη "Νεοελλληνικός Διαφωτισμός" (ΜΙΕΤ, 1996 -- αποτελεί επεξεργασία της διδακτορικής διατριβής του στο Χάρβαρντ και, βέβαια, ως διατριβή στο Χάρβαρντ δεν είναι της πλάκας) διαπιστώνω το εξής: την εποχή που γίνεται η διαμάχη (κάποιων της) Εκκλησίας και διαφωτιστών στην Ελλάδα, οι διαφωτιστές προσπαθούν να αποφύγουν την απευθείας μετωπική σύγκρουση, για να μην κατηγορηθούν κιόλας για άθεοι, οπότε χρησιμοποιούν συνεχώς το επιχείρημα (π.χ. για την ηλιοκεντρική θεωρία) ότι άλλο η θρησκεία και άλλο η επιστήμη, ότι η Αγία Γραφή δεν έχει σκοπό να διδάξει Αστρονομία, ότι όσα σχετικά έγραφαν οι Πατέρες δεν είναι δογματικές αλήθειες αλλά απλώς η γνώση της εποχής τους, κλπ. κλπ. Με λίγα λόγια, αυτά ακριβώς που χρησιμοποιούν σήμερα οι της Εκκλησίας (!) Ρε πώς αλλάζουν οι καιροί....”

Και προκάλεσε την παρακάτω απάντηση:

Είπαμε, δόξα τω Θεώ που υπήρξε ο Διαφωτισμός και φωτίστηκε και λίγο και η λογική μας ενέργεια γιατί μόνο με τη φώτιση της νοερής μπαίνεις βέβαια, σίγουρα και με τα τσαρούχια, στον Παράδεισο από “εδώ και τώρα”, αλλά επί γης φλομώνεις τους θνητούς με του κόσμου τις ... αν δεν σου κόβει κιόλας ... Χαρακτηριστικά έλεγε ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης (ίσως το 1982-83) κατά την διάρκεια παραδόσεων του, στο Επιλεγόμενο του, στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ.: “Η ισότης των ανθρώπων από ορθοδόξου απόψεως, βασίζεται στο ότι ο καθένας έχει νοερά ενέργεια, νοερά ενέργεια. Η οποία ξεχωρίζει από την λογικήν ενέργειαν, οπότε ένας άνθρωπος ημπορεί να φτάσει στα ύψη της νοεράς ενεργείας, εις την θέωσιν, και εις την λογικήν του ενέργειαν να είναι μηδέν. Εις την λογικήν ενέργειαν να είναι μηδέν. Αυτό που λέμε εις το τροπάριο της Πεντηκοστής, της Αγίας Τριάδος: “ευλογητός ει Χριστέ ο Θεός …” κ.λπ. Πήρε ο Χριστός ψαράδες και τους ύψωσε στα ύψη της θεώσεως δηλαδή. Οι οποίοι έγιναν υπέργειοι, δηλαδή, και ξεπέρασαν όλους τους ανθρώπους στη θέωση, ποιοι; Οι αγράμματοι ψαράδες, δηλαδή. Αυτό πάει να πει, εξύψωσις εις την νοεράν ενέργειαν μέχρι την εμπειρία της Πεντηκοστής, και εξ απόψεως λογικής ενεργείας γιόκ. Εάν έδινε κανείς ένα μαθηματικό πρόβλημα εις τον απόστολον Πέτρο είναι βέβαιον ότι δεν θα ημπορούσε ποτέ να λύσει ούτε μαθηματικά προβλήματα, ούτε γεωφυσικά, ούτε πολιτικά κ.λπ. Παρά ταύτα όμως είναι ο κορυφαίος των Αποστόλων. Καταλάβατε; Από το άλλο μέρος ημπορεί κανείς να φτάσει εις τα ύψη της λογικής διανοήσεως, της λογικής διανοήσεως, και να είναι πλήρως καταρρακωμένος εις την νοερή ενέργεια και να έχει φτάσει στην πώρωση της καρδίας. Απ’ τάλλο μέρος ημπορεί ένας να φτάσει εις τα ύψη της νοεράς τελειότητος και της λογικής τελειότητος διότι έχει σπουδαίαν παιδεία. Στα ύψη και των δύο. Απ’ τάλλο μέρος όμως ημπορεί ένας να φτάσει εις το κατακόρυφον … πώς να το πούμε; Εις το κατώτατον όριον της λογικής ενεργείας, δηλαδή να είναι ντιπ ντιπ βλάκας, ανόητος και μπούφος, ξέρω γω τι, και να έχει πώρωση της καρδίας δηλαδή, να έχει πώρωση της καρδίας. Από το άλλο μέρος ημπορεί ένας να είναι μισότρελος και να μη δουλεύει η λογική σωστά αλλά να έχει έναν πνευματικόν πατέρα, να τον αποδεσμεύσει από τις αδυναμίες που έχει εις την λογικήν, και να φτάσει μέχρι την θέωσιν ο άνθρωπος και να είναι και βλάκας δηλαδή, εξ επόψεως γραμμάτων. Λοιπόν εξ επόψεως πνευματικής ισότητος υπάρχει απόλυτος ισότης των ανθρώπων, διότι όλοι οι άνθρωποι έχουν νοερά ενέργεια. Και τα ύψη της θεολογίας δεν έχουν σχέση με την λογική ενέργεια. Με παρακολουθείτε; Λοιπόν απ’ αυτής της επόψεως η ορθόδοξος θεολογία έχει μια ισότητα που δεν υπάρχει σε κανένα άλλο τομέα, διότι, ότι και να πούμε δεν θα υπάρξει ποτέ ισότητα εις την λογική. Δεν θα υπάρχει ποτέ ισότητα εις την λογική. Διότι η λογική ενέργεια του ανθρώπου έχει σχέση με την φαιά ουσία, με τα κληρονομικά προβλήματα που έχει από τους γονείς κ.ο.κ. Ότι και να κάνουμε ο ένας δίνει εξετάσεις και μπαίνει στο Πανεπιστήμιο, ο άλλος δίνει δεκαπέντε φορές εξετάσεις, δεν μπαίνει στο Πανεπιστήμιο. Ο ένας παίρνει το πτυχίο του Γυμνασίου ο άλλος δεν παίρνει το πτυχίο του Γυμνασίου κ.λπ. καταλάβατε; Αλλά όμως φαίνεται ότι απ’ αυτά ο άνθρωπος δεν υπάρχει ισότητα … αλλά όμως εις την θεολογία υπάρχει ισότητα. Οπότε πιο πολύ ισότητα ξέρουμε εμείς οι ορθόδοξοι θεολόγοι, απ’ ότι ξέρουν από την κοινωνία, καταλάβατε; Μετά ισότητα εις την τελειότητα σημαίνει και ισότητα εις τα πλούτη. Διότι πλούσιος γίνεται εκείνος ο οποίος φτάνει εις την θέωση, αλλά κατά κόσμον όμως γίνεται φτωχούλης δηλαδή, καταλάβατε; Οπότε ως πτωχός ισοπεδούται με όλους τους πτωχούς του κόσμου, και γίνεται ίσος με τους πτωχούς δηλαδή, με παρακολουθείται; Οπότε δεν υπάρχει κοινωνικό πρόβλημα απ’ αυτής της απόψεως, διότι δεν ταυτίζεται ποτέ με τον πλούσιον αλλά με τον φτωχό. Αυτό είναι αυτόματο εις την ορθόδοξον θεολογίαν και δεν ημπορεί να είναι να γίνει αλλιώτικα. Διότι εκείνος ο οποίος ταυτίζεται με τους πλουσίους … είναι απόδειξις ότι δεν έχει νοεράν προσευχήν. Διότι δια να έχει νοεράν προσευχήν πρέπει να ταυτισθεί με τους πτωχούς. Με παρακολουθείται;”

Ο Διαφωτισμός παρά τις τραγικές του παρενέργειες (βασική του παρενέργεια ήταν η δημιουργία των εθνικισμών και των υπόλοιπων –ισμών που αιματοκύλησαν την ανθρωπότητα εν ονόματι, μεγαλόστομα διατυπωμένων “καλών και ωφέλιμων” ιδεών) άνοιξε νέους ορίζοντες στον εγκλωβισμένο (στο σφιχτό κορσέ του απάνθρωπου χριστιανισμού που του φόρεσε το Σχίσμα) δυτικό άνθρωπο. Όπως λέει ο Κάρλ Πόππερ, “…τα μεγαλύτερα προβλήματά μας … είναι υποπροϊόντα αυτού που αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη από όλες τις ηθικές και πνευματικές επαναστάσεις της ιστορίας (του Διαφωτισμού) - ενός κινήματος που άρχισε πριν από τρεις αιώνες. Είναι η δυνατή επιθυμία αναρίθμητων άγνωστων ανθρώπων να απελευθερώσουν τους εαυτούς τους και το νου τους από την κηδεμονία της αυθεντίας και της προκατάληψης. Είναι η προσπάθειά τους να οικοδομήσουν μια ανοιχτή κοινωνία που θα απορρίπτει την απόλυτη αυθεντία του απλά κατεστημένου και του απλά παραδοσιακού, ενώ θα προσπαθεί να διατηρήσει, να αναπτύξει και να εδραιώσει παραδόσεις, παλιές και νέες, που να ανταποκρίνονται στα δικά τους κριτήρια ελευθερίας, ανθρωπιάς και ορθολογικής κριτικής. Είναι η απροθυμία τους να αδρανήσουν και να αφήσουν όλη την ευθύνη για δεινά που μπορούν να αποφευχθούν και να δουλέψουν για την αποφυγή τους. Αυτή η επανάσταση έχει δημιουργήσει δυνάμεις τρομακτικής καταστροφικότητας και ωστόσο, αυτές μπορεί να κατανικηθούν”.

Ίσως, κύριος παράγοντας της παρακμής της καθ’ ημάς Ανατολής τον Μεσαίωνα να ήταν η αστοχία των παρ’ ημίν καλλιεργούντων τη λογική ενέργεια. Αυτοί, οι καλλιεργημένοι, οι πλούσιοι κατ’ άνθρωπον και σε κτιστό επίπεδο σπουδαίοι, που ήταν και η κυρίαρχη πλειοψηφία των ενδοκοσμικώς εξουσιαζόντων (σε κοινωνία κι επιστήμη) συνήθως ξεχνούσαν την ανθρωπολογική σπουδαιότητα της καλλιέργειας της νοερής ενέργειας και υπερφίαλα εστίαζαν στην απολυτοποιημένη λογική τους ενέργεια. Το κατάντημα των, εις την καθ’ ημάς Ανατολήν, τοιούτων μπορούμε να το δούμε και από την νοοτροπία που επικρατούσε και κατά την εποχή του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Σακατεμένοι, λοιπόν, λόγω της έλλειψης της έμπνευσης (της έμπνευσης που εξασφαλίζει η καλλιέργεια της νοερής ενέργειας) σε επίπεδο λόγου, έκφρασης και δράσης (στην κοινωνία, στην επιστήμη και στην πολιτική), εγκλωβίστηκαν στα λόγια τα παλιά τα μουχλιασμένα των αρχαίων ημών προγόνων και υπήρξε η ανάγκη της έλευσης του Διαφωτισμού και των ποικίλων κοινωνικών και επιστημονικών επαναστάσεων για να δημιουργηθούν οι συνθήκες αφύπνισης των αγκυλωμένων ανάπηρων θνητών.

Δηλαδή για την, σε κοινωνικό επίπεδο, παρακμή της Ρωμηοσύνης δεν ευθύνεται η Μαρία, όπως θάθελε ο Στέλιος ο Ράμφος, η οποία ούτως ή άλλως “τήν αγαθήν μερίδα εξελέξατο ήτις ουκ αφαιρεθήσεται αυτής” δεν ευθύνονται οι καλλιεργούντες την νοεράν ενέργειαν -αποκλειστικά και μόνον- ασκητές (αυτός είναι ο κλήρος τους ο αγγελικός), αλλά ευθύνεται η Μάρθα, η ούτως ή άλλως δρώσα (στο χώρο της κοινωνίας, της πολιτικής και της επιστήμης) η οποία όταν απολυτοποίησε την δράση του αυτόνομου Εγώ, εγκλωβίστηκε σε φονταμενταλιστικού τύπου προγονολατρεία και έχασε την ζωογόνο και προφητική δυνατότητα της έμπνευσης για δημιουργική παρέμβαση στα δρώμενα της κοινωνίας και της επιστήμης, επειδή ξέχασε την οντολογική αναγκαιότητα της καλλιέργειας και της νοερής ενέργειας. Ενώ ο λογικοκαλλιεργούμενος όταν αποφασίζει να παραμείνει ορθόδοξος καταντάει φονταμενταλιστής προγονολάτρης, ο έχων ενεργεί και ζώσα την νοερή ενέργεια, ή τουλάχιστον ο έχων πρόσκαιρα γευθεί αυτού του δώρου και οπωσδήποτε μη αρνούμενος την ύπαρξη και οντολογική προτεραιότητα του φωτισμού της νοερής ενέργειας, κουβαλάει μεν μέσα του όλα τα πατρογονικά αλλά δρα με προφητική έμπνευση· καινοτομώντας ανακαινίζει την κοινωνική δομή, το κοινωνικό γίγνεσθαι, τον κόσμο όλο, παράγει πρωτότυπη επιστημονική έρευνα (π.χ. π. Ιωάννης Ρωμανίδης) και είναι “μπροστάρης” όχι επειδή ασθμαίνοντας και με την γλώσσα όξω ακολουθεί, μίζερα εκσυχρονιζόμενος, τους πρωτοπόρους των “εθνών”, αλλά επειδή αυτός δημιουργεί -και “σώζει” και τα υπ’ αυτού προσλαμβανόμενα δημιουργήματα των άλλων- χτίζοντας την Οικουμένη, παράγοντας αληθινή παγκοσμιοποίηση.

Η Ρωμηοσύνη παρήκμασε, σχεδόν εξέλειπε, αλλά διασώθηκε μέχρι σήμερα ο κεντρικός πυρήνας της, οι μάρτυρες, οι ησυχαστές, οι κολλυβάδες, οι γέροντες που ξέρουν την μέθοδο του νοεράς προσευχής, του φωτισμού της νοερής μας ενέργειας. Η λογική μας ενέργεια καλλιεργήθηκε και καλλιεργείται πλέον (μετά την επώδυνη σωματικά περίοδο της Τουρκοκρατίας) και παρ’ ημίν κατά κόρον, αφειδώς και ακατάσχετα. Επείγουσα ανάγκη όμως είναι να καταφέρει ο θνητός, να το πάρει απόφαση επιτέλους η Μάρθα, να ασκηθεί, να προπονηθεί, να αγωνιστεί, ώστε να καλλιεργηθεί και η λησμονημένη νοερή ενέργεια, να φωτιστεί το σπήλαιο των ληστών, η σκοτεινή καρδιά. Ο ζων στην κατάφωτη ατμόσφαιρα του Διαφωτισμού, μέσα στο φως της λογικής ενέργειας, που είναι όντως φωτεινότατο φως αλλά όταν αυτονομείται και απολυτοποιείται παραμένει κτιστό φωτάκι, μη αληθινό (δε δύναται να υπερβεί τη λήθη, οπωσδήποτε την ώρα που τα σκουληκάκια θα απολαμβάνουν τον ενδοκρανιακό μας πελτέ, αλλά συχνότατα και πολύ νωρίτερα, εις τον επίγειό μας βίο, λησμονούμε ή και “το χάνουμε” εντελώς τελείως το “νιονιό” μας το ταλαιπωρούμενο) μη αιώνιο, που δηλαδή διαρκεί όσο και ο χρόνος και που στην ποιότητα του είναι ενδοχωροχρονικό, δηλαδή κτιστό. Ο ζων λοιπόν στην κατάφωτη ατμόσφαιρα του Διαφωτισμού, αν θέλει να έχει ελπίδες να μεταλλαχθεί σε αετό οφείλει, όντας μέσα στο φως της λογικής ενέργειας, να κράζει προς τον Κύριο της Δόξης, ή καλύτερα προς την Υπεραγία Θεοτόκο την μεσίτρια ημών των γηγενών, να φωνάζει μετά κλαυθμού και οδυρόμενος, “φώτισον μου το σκότος” το νοερό, μεταμόρφωσε το κτήνος, το θηρίο που είμαι σε αετό.

Ο Διαφωτισμός μπορεί να μη κατάφερε να φωτίσει το σκότος των θνητών, να βρει την ανθρωπιά, την έμπνευση, την αληθινή ζωή, την αιώνια, για την οποία τα εκατομμύρια των πολιτών της Δύσης και όλου του πλανήτη διψούν, αλλά τα θεμέλια των αρχαίων ρωμαϊκών ναών παραμένουν και περιμένουν, στις βάσεις των γοτθικών, των νορμανδικών, των φράγκικων μεγαθηρίων, στην καρδιά των βασανισμένων και βασανιζόντων λαών της Ευρώπης, της Αμερικής. Πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά μας θα ‘ναι· με την προϋπόθεση ότι ως “μας” εννοούμε όχι την Ελλαδίτσα μας, ή την όποια μικροπαρέα μας, την φυλετική, ιδεολογική, κοινωνικοσυγγενή, θρησκευτική, αλλά τον κόσμο όλο, τον αληθινό κόσμο των φωτισμένων, των ζώντων εν τω φωτί της δόξης του Δημιουργού των κόσμων όλων. Αμήν.

ΓΙΑ ΤΟ ΡΑΜΦΟ

Σε συνέντευξη του στο περιοδικό ΑΡΔΗΝ ο Στέλιος Ράμφος λέει: “Ενώ λοιπόν το πρώτο μέρος της εργασίας μου ήταν η ανάδειξη και η περιγραφή της παραδόσεως μας, το δεύτερο ήταν ο εντοπισμός των εσωτερικών προβλημάτων τα οποία οδήγησαν σε κρίση αυτό τον πολιτισμό και σήμερα σε περιθωριοποίηση, εν σχέσει με τον υπόλοιπο αναπτυγμένο κόσμο. ... Συνεχίζω προς την κατεύθυνση αυτή και όταν θεωρήσω ότι θα εξαντληθεί, θα προχωρήσω σ' ένα τρίτο μέρος που θα είναι η σύνθεση. ... Θα προσπαθήσω να περιγράψω ποιες είναι οι δυνατότητες των οργανικών συνθέσεων, οι οποίες θα επιτρέψουν πλέον σε κοινωνίες, όπως η δική μας είτε η ρωσική, που δείχνουν να περιθωριοποιούνται, να ενταχθούν στον σύγχρονο κόσμο” (Περιοδικό ΑΡΔΗΝ, Τεύχος 18, Μάρτιος-Απρίλιος 1999, σελ. 59). Τώρα, ή, στην καλύτερη περίπτωση, μας δουλεύει, ή, στην χειρότερη, δουλεύει τον εαυτό του. Παρουσιάζει τα δύο πρώτα μέρη της εργασίας του ως συνεχή ενώ υπάρχει μια ριζική ασυνέχεια μια δυσαναλογία ανάμεσα τους. Αυτό που διαφέρει ριζικά είναι τα γυαλιά που φοράει. Τη μια, βλέποντας μέσα από κόκκινου χρώματος κρυστάλλους διατείνεται ότι το άσπρο χαρτί είναι ερυθρό και την άλλη επειδή χρησιμοποιεί μπλε χρώματος φακούς υποστηρίζει ότι το λευκό χαρτί μας είναι κυανούν. Στο πρώτο μέρος προσπαθεί να δει τα πράγματα ενστερνιζόμενος, όσο μπορεί, τις ορθόδοξες προϋποθέσεις, ενώ στο δεύτερο μετά ενθουσιασμού ακολουθεί και θεωρεί αυτονόητες τις προϋποθέσεις των Σχισματικών. Στο δεύτερο μέρος, στον τρόπο σκέψης του Ράμφου κυριαρχεί το “σκέφτομαι άρα υπάρχω”. Άνθρωπος, Εγώ, θεωρείται πλέον ο έχων καλλιεργημένη και αυτόνομη την λογική του ενέργεια, και αγνοείται, και αποσιωπάται, και δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν για την επεξεργασία των δεδομένων, η ύπαρξη της νοερής ενέργειας του ανθρώπου, η οποία, όταν θεραπεύεται και φωτίζεται, επιτρέπει στο θνητό να γίνει Άνθρωπος, Εγώ, όχι αυτόνομο, αλλά θυγατρικό του αποκαλυφθέντος και εν αυτώ ζώντος άκτιστου “Εγώ Ειμί”. Φυσικά ο καθένας έχει το δικαίωμα να δηλώνει ότι θέλει και επιπλέον δύναται να προσπαθεί να αποκρύψει από τα μάτια των άλλων, στη χειρότερη περίπτωση και από τα δικά του, τις πραγματικές προϋποθέσεις του μέσα σε νέφη από φανταχτερές και ποικιλόχρωμες φιλοσοφικότατες και σπαζοκεφαλιέστατες μπουρ-μπουρ-λήθρες.

Σε άλλο σημείο της συνέντευξης λέει: “Όταν ο Παλαμάς είπε ότι υπάρχουν δύο γνώσεις, “η γνώση της σωτηρίας και η γνώση της περιεργείας, και απορρίπτουμε την περιέργεια”, χάθηκε το παιχνίδι της Ιστορίας …”. Κατ’ αρχήν αυτό δεν το είπε πρώτος ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Τον χωρισμό των δύο γνώσεων τον κάμνει η Καινή Διαθήκη και όλη η πατερική παράδοση. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς απλώς συνεχίζει αυτή την παράδοση προκρίνοντας την ανάγκη για καλλιέργεια και φωτισμό της νοερής ενέργειας και αυτό δεν είναι δικιά του ιδιοτροπία αλλά σταθερός προσανατολισμός του ευαγγελικού κηρύγματος που η λήθη του ταλαιπώρησε και ταλανίζει την ανθρωπότητα. Η λογική ενέργεια μπορεί να φωτιστεί, μπορεί και να μη φωτιστεί, είναι θέμα ντεκόρ, ενώ ο φωτισμός της νοερής ενέργειας είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου. Φυσικά αυτό δεν μπορεί να το παραδεχθεί κάποιος που εκ προοιμίου αρνείται και αυτή την ύπαρξη της νοερής ενέργειας. Το παιχνίδι της Ιστορίας στην Ανατολή πράγματι χάθηκε μετά το Σχίσμα και σιγά σιγά, αλλά γιαυτό δεν φταίει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι Ησυχαστές αλλά οι εκκοσμικευμένα δρώντες ενδοκοσμικοί. Οι του λογικού φωτισμού που απολυτοποίησαν την αμυδρή του λάμψη και έσβησαν το φως το άλλο, που ανασταίνει την νοερή ενέργεια και μετατρέπει τον θνητό σε αετό.

Χαρακτηριστική επί του θέματος είναι η θέση που διατυπώνει ο π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ στο βιβλίο του ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ. “Υπάρχουν δύο είδη θεολογίας: το έν –ευρέως γνωστόν κατά τους παρελθόντας αιώνας– είναι η επαγγελματική καθέδρα του πολυμαθούς· το άλλο η συσταύρωσις μετά του Χριστού, η γνώσις Αυτού εν τοις ενδομύχοις της καρδίας. Το πρώτον είδος είναι προσιτόν εις το πλήθος των διανοητικώς πεπροικισμένων ανθρώπων, των προτιμώντων την φιλοσοφικήν προσέγγισιν της θεολογίας. Η πραγματική δε πίστις εις την Θεότητα του Χριστού, ήτις εκφράζεται δια ζωής συμφώνου προς το πνεύμα των εντολών Αυτού, δεν είναι απαραίτητος δι’ αυτούς. Το δεύτερον είδος είναι θεολογία ομολογίας, ήτις γεννάται δια του βαθέος φόβου του Θεού εν τω πυρί της φλογεράς μετανοίας, ήτις εισάγει εις την οντολογικήν πραγματικότητα δια της εμφανίσεως του Ακτίστου Φωτός. Η ακαδημαϊκή θεολογία εν συνδυασμώ μετά της ζώσης πίστεως δίδει αγαθά αποτελέσματα. Ευκόλως όμως “εκφυλίζεται”, αποβαίνει αφηρημένη θεωρία, παύει να είναι εκείνο, όπερ παρατηρείται εν τη ζωή των Αποστόλων, των Προφητών και των Πατέρων ημών, τουτέστιν άμεσος ενέργεια του Θεού εν ημίν … Η Αγία Τριάς είναι Θεός Αγάπης. Η αγάπη, περί της οποίας γίνεται λόγος εν τω Ευαγγελίω, είναι άκτιστος ζώσα ενέργεια της ανάρχου Θεότητος. Ίδιον αυτής είναι να ενοί ημάς εν αυτώ τούτω τω είναι. … Φυσική αύξησις εν τω Πνεύματι μέσω της διαμονής εν τω Θείω χώρω δια της τηρήσεως των εντολών του Χριστού. Ο νους αίφνης αποκτά γνώσιν και εκφράζει αυτήν δι’ ανθρωπίνων όρων. Τούτο έρχεται ως λάμψις αστραπής, όταν η καρδία πυρούται δια της αγάπης. Τούτο είναι το “θαυμαστόν φως” της αιωνιότητος, εις το οποίον πάντες ημείς εκλήθημεν. Η συσσώρευσις τοιούτων στιγμών ελλάμψεως της συνειδήσεως ημών εν τη πείρα της Εκκλησίας ωδήγησεν οργανικώς εις την σύνθεσιν αυτών εις έν όλον. Ούτως εμφανίζεται η πρώτη απόπειρα συστηματοποιήσεως της ζώσης θεολογίας, ήτις εγένετο υπό του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ανδρός ωσαύτως πλουσίου και κατά την προσωπικήν αυτού πείραν” (σελ. 99-100).

Εδώ είναι χρήσιμο για την αξιολόγηση της άποψης του Ράμφου να δούμε με τι απαξιωτικό τρόπο αναφέρεται σε αυτή την πρώτη απόπειρα “συστηματοποιήσεως της ζώσης θεολογίας” του αγίου “Ιωάννου του Δαμασκηνού, ανδρός ωσαύτως πλουσίου και κατά την προσωπικήν αυτού πείραν”.

Γράφει ο Ράμφος στο βιβλίο του Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΟΥ ΕΝΟΣ: “Θεωρώ ιδιαιτέρως αρνητικό για την πνευματική ιστορία της χριστιανικής Ανατολής το γεγονός ότι ο Ιωάννης Δαμασκηνός παρέβλεψε την ανθρωπολογική διάστασι του ενυποστάτου στο καθοριστικά συστηματικό έργο του. …. Υπ’ αυτούς τους όρους ο κόσμος ήταν αναπόφευκτο να έχη την σημασία του δεδομένη, να εγκλωβίζεται σε συστήματα συμβατικών συμβολισμών και οιαδήποτε προοπτική καινισμού του ιδρυμένου νοήματος εξ ορισμού ν’ αποθαρρύνεται. Ο άνθρωπος αντί να δημιουργή διακρίνει και ταξινομεί, βρίσκει τον εαυτό του σε αποπετρωμένες μορφές θρησκείας, τέχνης, βίου. Έξ ου και η επιτακτική ανάγκη συστηματοποιήσεως του δόγματος στην συγγραφή ενός έργου όπως η Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως. … Με το έργο αυτό του Δαμασκηνού η κρατούσα συμβολική τάξις παγιώνεται και ο διαιωνισμός της γίνεται κυριαρχική φροντίδα του βυζαντινού πολιτισμού” (σελ. 164-166). Ενώ από την άλλη μεριά η σχολαστική θεολογία της μεσαιωνικής Δύσης έφτασε για τον Ράμφο στην κορυφή με την διδασκαλία του Θωμά του Ακινάτη! “Η φύσις είναι κοινή σε πολλά πρόσωπα, εις τρόπον ώστε τα πρόσωπα να στερούνται αυτονομίας. Είναι κοινή ως πραγματικότης καθ’ εαυτήν (-sistentia), την οποία αποκτά και κατέχει ένα εκτός της (ex-) πρόσωπο. Εξ ου και η ύπαρξι (existentia) διαθέτει αξία συγκεκριμένης σημασίας και όχι αφηρημένης εννοίας, είναι αυτό το οποίον υπάρχει και όχι ό,τι εν γένει υπάρχει. Για την ακρίβεια ο συγκεκριμένος άνθρωπος, το άτομο. Το φυσικά προσδιωρισμένο τούτο ανθρώπινο πρόσωπο, εις το οποίο έφθασε η μεσαιωνική Δύσις σπουδάζοντας τα πρόσωπα του τριαδικού Θεού, έπρεπε να λάβη το μεγαλύτερο δυνατόν βάθος για να σταθή στα πόδια του, να καταστήση εφικτό και να κρατήση στους ώμους του ολόκληρο το νέο οικοδόμημα της ανθρωπολογίας. Αυτό το μεγαλύτερο βάθος έδωσε στο πρόσωπο ο Θωμάς Ακινάτης, διακρίνοντας αποφασιστικά μεταξύ ουσίας και υπάρξεως και ταυτίζοντας την ύπαρξι με την ουσίωσι, τουτέστιν την ενεργό υπόστασι. Για τούτο το επίτευγμα ο Ζιλσόν τοποθετεί τον Θωμά στην κορυφή της μεσαιωνικής –ανατολικής και δυτικής- προσωπολογίας, συνομολογεί δε και ο Λόσκυ. Όμως η κορυφή δεν είχε απλή ανάβασι …” (Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΟΥ ΕΝΟΣ, Στέλιου Ράμφου, σελ. 136-137). Πράγματι “η κορυφή δεν είχε απλή ανάβαση” στην ουσία πρόκειται για τραγική κατάβαση την οποία ο Ράμφος επιδέξια προσπαθεί να μας την πλασάρει για ανάβαση. Να πως τελειώνει την προηγούμενη του αναφορά ο π. Σωφρόνιος στο βιβλίο του ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ. “Η ματαίωσις της θαυμαστής αυτής αναβάσεως προς τον Θεόν προέκυψεν εις εποχάς παρακμής της ζώσης πείρας δια της τάσεως υποβολής των δεδομένων της Αποκαλύψεως εις την κριτικήν του λογικού ημών· δια της στροφής προς την “φιλοσοφίαν της θρησκείας”. Έπακόλουθον τούτου είναι τα σχολαστικά συστήματα θεολογίας, εν τοις οποίοις επικρατεί η φιλοσοφία και ουχί το πνεύμα της ζωής” (σελ. 100-101).

Στην παραπάνω συνέντευξη του ο Ράμφος συνεχίζει: “… για τους θεολόγους μας, πρόσωπο είναι μόνο ο Άγιος. Δεν τους απασχολεί ο κοινός θνητός και το παρόν του· τους ενδιαφέρει ο χρόνος του μέλλοντος, αφού μόνο ο Άγιος, μόνο ο σεσωσμένος είναι πρόσωπο. Αυτό πρακτικώς σημαίνει εμμονή στην άρνηση της ιστορίας. Πιστεύω ότι οιαδήποτε ανάταξη της δικής μας παραδόσεως, πρέπει να εντάξη την ανθρωπολογία μέσα στο σώμα της”. Αλλού μας εξηγεί καλύτερη τι θέλει να πει: “Η ανθρωπολογία αρχίζει όταν ο άνθρωπος μπορή να βασίζεται σε κάποιο δικό του χαρακτηριστικό, κάτι που εν προκειμένω δεν υφίσταται, αφού ως φυσική εικόνα του Θεού υπάρχομε αντανακλαστικά” (Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΟΥ ΕΝΟΣ, Στέλιου Ράμφου, σελ. 18). Και πάλι στην συνέντευξη: “Η ανθρωπολογία μας είναι ισχνή. Καλά οι άγιοι· αλλά τι θα γίνει με “εσένα” και “εμένα”, τα ερείπια ή τα κτήρια της ζωής; Ή είμαστε ή δεν είμαστε. Υπάρχει θέμα ενότητος και ταυτότητος του συνηθισμένου ανθρώπου, όπως εμείς;” Δεν υπάρχει ανθρωπολογική διαφορά στο κτιστό επίπεδο μεταξύ αγίου και κοινού θνητού. Όλοι κτισθήκαμε από το μηδέν και μόνο όταν επιστρέφουμε στο μηδέν, μόνο όταν αναγνωρίζουμε την “μηδαμινότητα” μας πλησιάζουμε την αλήθεια. Στο είναι του και ο άγιος και ο κοινός θνητός είναι μηδέν. Ο άγιος όμως διαφέρει γιατί έχει άνωθεν δεχθεί την δωρεά της Ανάστασης, της θεραπείας του κατ’ Εικόνα της ολοκλήρωσης του καθ’ Ομοίωσιν. Δεν “ενδιαφέρει ο χρόνος του μέλλοντος μόνο”, απλούστατα γιατί η αιώνια Ζωή δίδεται από “εδώ και τώρα”. Συνήθως βέβαια πολύ γκρι υπάρχει στο μεσοδιάστημα της ζωής του ράθυμου κοινού θνητού αλλά τελικά όλοι θα καταλήξουμε σε επιλογή ή του άσπρου ή του μαύρου και ακόμη κάθε μας επιλογή αν και γκρί τίνει ή στο άσπρο ή το μαύρο. Και αυτό ισχύει για όλους. Επισημαίνει σχετικά ο π. Σωφρόνιος: “Το είναι παντός λογικού-προσωπικού όντος κινείται μεταξύ δύο ορίων: Το όνομα του ενός είναι αγάπη προς τον Θεόν μέχρι του αυτομίσους· του άλλου, αγάπη προς εαυτόν μέχρι του μίσους προς τον Θεόν. (Μίσος προς τον Θεον εννοούμεν την έκπτωσιν, την εγκατάλειψιν, την αποχώρησιν, την απομάκρυνσιν ... Δεν συνδέεται απαραιτήτως μετά τινων αισθημάτων, καρδιακών κινήσεων, πράγμα όπερ ωσαύτως δυνάμεθα να συναντήσωμεν. Το μίσος τούτο δύναται να λάβη μορφήν ψυχράς αποφάσεως του νου. Εις πολλούς εφάνη ως "φως" συνέσεως, αλλ' εξ αυτών απεκρύπτετο η πραγματικότης: Το "φως" αυτών δύναται να εξελιχθή κατά τον ιδιάζοντα εις αυτό τρόπον και να φθάση το σημείον του απολύτου ψύχους, όπερ φονεύει πάσαν ζωήν). Υπάρχει αναρίθμητον πλήθος ενδιαμέσων καταστάσεων. Τοιαύτας καταστάσεις βλέπομεν εις μεγάλην μάζαν αδρανών ψυχών· εις τας ψυχάς αυτάς δεν υφίσταται ούτε καθαρά συνείδησις της υπάρξεως, ούτε εναργώς εκπεφρασμένος αυτοκαθορισμός προς οιανδήποτε κατεύθυνσιν. Εν τούτοις, όσον εγγύτερον πλησιάζομεν τα ακραία όρια, τοσούτον πλέον δυναμική καθίσταται η ορμή του πνεύματος, τοσούτον επιτακτικόν τίθεται το ερώτημα της οριστικής εκλογής. Έκαστος θα εκλέξη εκείνο, όπερ πλείον ηγάπησε. ... η μακραίων ασκητική πείρα και η Αποκάλυψις μαρτυρούν ότι το κτισθέν πνεύμα δύναται να απωθήση τον μέχρι τούδε επιτευχθέντα σκοπόν αυτού και, ομοίως προς αστραπήν ([αρνητική περίπτωση] πτώση Εωσφόρου – [θετική περίπτωση] ομολογία ληστού επί του σταυρού), αυτοστιγμεί να μεταφερθή δια μέσου της αβύσσου και να στερεωθή εις την απέναντι όχθην” (ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ, Αρχιμ. Σωφρονίου σελ. 85).

Τον Ράμφο τον ενοχλεί ιδιαίτερα το γεγονός της άνωθεν δωρεάς του προσώπου, του Είναι, της “ταυτότητας”. “Ή μήπως ταυτότητα έχουν μόνο οι τριαδικές υποστάσεις και οι άγιοι; Εάν συνεχίσουμε τη συζήτηση περί προσώπου, αδιαφορώντας για τον άνθρωπο, δεν θα ωφεληθούμε σε τίποτα. Το παρελθόν από αυτή την άποψη είναι διδακτικό. Τα πράγματα παγώνουν στην Χριστιανική Ανατολή μετά τον 6ο αιώνα, ενώ στη Δύση, η ανάγκη μιας ανθρωπολογίας του προσώπου γίνεται πολύ γρήγορα –με τον Βοήθιο τον 6ο αιώνα- αισθητή και η ζύμωση κορυφώνεται με τον Θωμά Ακινάτη. Αναπτύσσεται σοβαρός προβληματισμός για την ενότητα του ανθρώπου στην ίδια του την ταυτότητα, την ιστορική του ύπαρξη. Σε μία τέτοια προοπτική, δεν θα πρέπει κανείς να σκέπτεται ένα “επέκεινα” εκτός ζωής, αλλά ένα “επέκεινα” μέσα στην ζωή. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι να … έχουμε ποιότητα στην φθορά. Γι’ αυτό το λόγο στερείται γονιμότητος η καθαρώς θεολογική ανάπτυξη του προβλήματος. Ζητείται μία ανθρωπολογική διάνοιξη της θεολογίας, δηλαδή μια θέση για την ανθρωπολογία στην ορθόδοξη πνευματικότητα” (από την συνέντευξη στο ΑΡΔΗΝ). Σε αυτό του το αίτημα έσπευσαν τινες θεολόγοι να ανταποκριθούν και κατά κόρον πλέον ακούγεται η δήθεν ανάγκη για “ανθρωπολογική διάνοιξη της θεολογίας” η τάχαμου ανάγκη για “μια θέση της ανθρωπολογίας στην ορθόδοξη πνευματικότητα”. Αυτά παθαίνει κανείς όταν ιδεολογικοποιεί τη θεολογία και “πνευματικοποιεί” την ασκητική ζωή πλατωνικά σε στυλ Βαρλαάμ του Καλαβρού. Η ασκητική ζωή είναι υλικότατη και σωματικότατη, και η εξ αυτής θεολογία διαθέτει πλήρη και πλούσια ανθρωπολογία. Βέβαια αν κανείς απλώς ενδιαφέρεται για να διακοσμήσει τη φυλακή του (που δεν έχει καμιά σχέση με την φυλακή του Πλάτωνα) τότε φυσικά, πρωτίστως “ενδιαφέρει να έχουμε ποιότητα στην φθορά” μη τυχών και ξυπνήσουμε ποτέ μας. Αδιαφορούν για τον άνθρωπο αυτοί που εδώ και αιώνες χύνουν το αίμα τους για να γυρίσει ο Ήλιος και να φύγουν τα σύννεφα που αλλοιώνουν το τοπίο, και ευτυχώς που εμφανίστηκε ο Ράμφος στα τέλη του 20ου και τις αρχές του 21ου αιώνα να ενδιαφερθεί για τον άνθρωπο! Και να μας θυμίσει το πόσο γόνιμα ενδιαφέρθηκαν οι Σχολαστικοί! Αυτό που βασικά τον ενδιαφέρει είναι να νεκραναστήσει δια της υποτιθέμενης συνθέσεως που υπόσχεται την ήδη όζουσα Σχολαστική θεολογία και μάλιστα να μας την επανεισάγει (μετά την πρώτη αποτυχημένη προσπάθεια του Βαρλαάμ του Καλαβρού) με καινούριο περιτύλιγμα. Αποτελεί φοβερή οπισθοδρόμιση και σκοταδισμό να φιλοσοφεί κανείς με υποτίθεται σύγχρονους όρους και να μη λαμβάνει υπόψιν του τον μεγάλο στοχαστή και επαναστάτη (στην ζωή του πρώτα απ’ όλα και όχι στις πλάτες των αθώων οπαδών του) του δυτικού σκέπτεσθαι τον Wittgenstein.

Αυτό που εμποδίζει τη γνήσια κατανόηση είναι συχνά, όχι η απουσία ευφυίας, αλλά η παρουσία της έπαρσής μας. Γι' αυτό: “Πρέπει να γκρεμίσεις το οικοδόμημα της έπαρσής σου. Κι αυτό απαιτεί φοβερή δουλειά”. Η διερεύνηση του εαυτού σου, που απαιτείται για την κατεδάφιση της έπαρσής σου, είναι αναγκαία, όχι μόνο για να γίνεις αξιοπρεπής άνθρωπος, αλλά και για να γράψεις αξιοπρεπή φιλοσοφία. “Αν κάποιος είναι απρόθυμος να κατεβεί στο βάθος του εαυτού του, επειδή θα είναι πολύ οδυνηρό, τα όσα γράφει θα είναι επιφανειακά””.

Για το έργο του είπε:

“Θα ήθελα να πω “προς Δόξαν Θεού γέγραπται”, αλλά σήμερα αυτή η δήλωση δεν θα 'ταν άλλο από μια αγυρτεία, αφού κανείς δεν θα την αντιλαμβανόταν όπως πρέπει. Θέλω να πω ότι το βιβλίο γράφτηκε με καλή θέληση κι αν τυχόν δεν γράφτηκε με καλή θέληση, αλλά από ματαιοδοξία, κλπ. Ο συγγραφέας του θα επιθυμούσε να το δει να καταδικάζεται. Δεν μπορεί να το αποκαθάρει από τέτοιου είδους συστατικά, περισσότερο απ' ό,τι ο ίδιος κατάφερε ν' απαλλαγεί απ' αυτά”.

Για μια σύντομη περαιτέρω γνωριμία με τον Wittgenstein ιδού κάποια αποσπάσματα από μια ανακοίνωση της Μαρίας Βενιέρη, Λέκτωρος του Πανεπιστημίου Κρήτης σε φιλοσοφικό Συμπόσιο που έλαβε χώρα τον Νοέμβριο του 1991 στην Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης, δημοσιευμένη στο βιβλίο ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Αθήνα 1995.

“Τα φιλοσοφικά προβλήματα έχουν ως μια βασική αιτία τους τη μορφή ζωής. Εάν η μορφή ζωής ήταν διαφορετική, θα έπαυαν να υπάρχουν τα φιλοσοφικά προβλήματα, τουλάχιστον στην παρούσα μορφή τους. Ο Wittgenstein θεωρεί τη μορφή ζωής μας ασθενή, δηλ. λανθασμένη, όταν μιλά για την “ασθένεια της εποχής”. Τα φιλοσοφικά προβλήματα αντιμετωπίζονται και αυτά ως ασθένεια. (σελ. 12) … Η έννοια της μορφής ζωής περιλαμβάνει όλο το πλέγμα της γλώσσας και των δραστηριοτήτων που χαρακτηρίζουν ένα κοινωνικό σύνολο. Αποστολή της φιλοσοφίας είναι η διάλυση των φιλοσοφικών προβλημάτων. Η φιλοσοφία δεν είναι τίποτε πέρα και πάνω από τα φιλοσοφικά προβλήματα. Αυτά δημιουργούνται από την τάση των ανθρώπων να παρανοούν τη λειτουργία της γλώσσας. Αιτία της παρανόησης είναι η ίδια η γλώσσα, η οποία μας παραπλανά. Αυτό συμβαίνει όταν φιλοσοφούμε, δηλ. όταν προσπαθούμε να βρούμε εξωγλωσσικά απόλυτα και σταθερά θεμέλια της γλώσσας. Η γλώσσα φαίνεται να δημιουργεί την οφθαλμαπάτη ενός βάθους, ενός θεμελίου που στην πραγματικότητα δεν έχει. Ο Wittgenstein δείχνει στο ύστερο έργο του ότι δεν υπάρχει άλλο θεμέλιο για τη χρήση της γλώσσας από την ίδια τη χρήση στα πλαίσια μιας μορφής ζωής. Ένα παράδειγμα της παραπλάνησής μας από τη γλώσσα όταν φιλοσοφούμε, είναι όταν, παρασυρόμενοι από την κοινή γραμματική μορφή των ουσιαστικών ονομάτων, αναζητούμε αντικείμενα στα οποία αυτά αναφέρονται και, αν δεν βρούμε φυσικά, αξιώνουμε την ύπαρξη νοητικών ή μεταφυσικών αντικειμένων που δίνουν στα ονόματα το νόημά τους. Έτσι οδηγούμαστε σε φιλοσοφικά προβλήματα. Έργο της φιλοσοφίας είναι λοιπόν η περιγραφή των περιοχών εκείνων της γλώσσας, των γλωσσικών παιχνιδιών, στα οποία παρουσιάζονται τα φιλοσοφικά προβλήματα, ώστε να δειχθεί η παρανόηση που οδήγησε σε αυτά. Με αυτόν τον τρόπο δεν λύονται, εφόσον είναι ψευδοπροβλήματα, αλλά διαλύονται, όταν γίνεται φανερό ότι οφείλονται σε παρανόηση της λειτουργίας της γλώσσας μας.

Γιατί όμως η γλώσσα μας έχει τέτοια μορφή που μας οδηγεί σε φιλοσοφικές πλάνες; Η απάντηση είναι ότι η γλώσσα είναι μέρος της μορφής ζωής. Έτσι μια προβληματική, μια ασθενής (άρρωστη) μορφή ζωής αντανακλάται και στην ίδια τη γλώσσα, που δεν είναι και αυτή υγιής. … Από τους πειρασμούς της γλώσσας μπορούν να απελευθερωθούν μόνο εκείνοι που ενστικτωδώς αντιστέκονται στη γλώσσα, σε αντίθεση με το μεγάλο πλήθος που τη δημιούργησε και βρίσκει σ’ αυτήν τον πραγματικό τρόπο έκφρασής του. Με τη γλώσσα κληρονομούμε λοιπόν μια σειρά πειρασμών … Η δημιουργία των φιλοσοφικών προβλημάτων λοιπόν οφείλεται αφενός στην ίδια τη γλώσσα, αφετέρου στον μεταφυσικό οίστρο των φιλοσόφων που προσπαθούν να υπερβούν τα όρια της γλώσσας αναζητώντας μεταφυσικά θεμέλια (σελ. 14-15).

Γράφει ο ίδιος του σε προσχέδιο για τον Πρόλογο στις Φιλοσοφικές παρατηρήσεις: “Αυτό το βιβλίο γράφτηκε για όσους συμπαθούν το πνεύμα με το οποίο είναι γραμμένο. Το πνεύμα αυτό δεν είναι, πιστεύω, εκείνο που διέπει το κύριο ρεύμα του αμερικανικού και του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Το πνεύμα αυτού του πολιτισμού εκδηλώνεται στη βιομηχανία, στην αρχιτεκτονική και στη μουσική του καιρού μας, στο φασισμό και στο σοσιαλισμό του, και είναι ξένο και αποκρουστικό για το συγγραφέα” (σελ. 18).

Σε μια μορφή ζωής που διέπεται από τον ορθολογισμό, οι μεταφυσικές τάσεις του ανθρώπου εκδηλώνονται με την προσπάθεια μιας εξήγησης της γλώσσας και του κόσμου στα πλαίσια της ορθολογικότητας. Σε μια διαφορετική μορφή ζωής ο υπερβατικός ζήλος των ανθρώπων θα έβρισκε κάποια άλλη διέξοδο, δεν θα έπαιρνε τη μορφή αναζήτησης αναγκαίων αληθειών για τον κόσμο και τον άνθρωπο πάντα μέσα στα όρια του λόγου. Έτσι σε μια άλλη μορφή ζωής οι άνθρωποι δεν θα έπεφταν σε φιλοσοφικής πλάνες που οφείλονται στην παρανόηση της γλώσσας, οπότε η φιλοσοφία εννοούμενη ως διάλυση φιλοσοφικών προβλημάτων δεν θα είχε λόγο ύπαρξης (σελ. 19).

Ο ορθολογισμός με τις εκφράσεις του της κυριαρχίας του επιστημονισμού και της τεχνολογίας, που χαρακτηρίζουν το δυτικό τρόπο ζωής αποτελεί πρόσφορο έδαφος για την εμφάνιση των φιλοσοφικών προβλημάτων. Οι υπερβατικές τάσεις των ανθρώπων εκδηλώνονται στην αναζήτηση αναγκαίων αληθειών για τη γλώσσα και τον κόσμο μέσα στα πλαίσια του ορθολογισμού. Έτσι όμως οι άνθρωποι δεν κάνουν τίποτε άλλο, παρά να προσκρούουν στα όρια της γλώσσας, με αποτέλεσμα να αποκτούν μώλωπες ή αλλιώς φιλοσοφικά προβλήματα. Σκοπός του έργου του Wittgenstein είναι βαδίζοντας ενάντια στο ρεύμα της εποχής του, να δείξει ότι τα φιλοσοφικά προβλήματα δεν είναι παρά ψευδοπροβλήματα, και μ’ αυτόν τον τρόπο να πείσει τους ανθρώπους να πάψουν να φιλοσοφούν” (σελ. 20).

Οι φιλοσοφικές ερωτήσεις χρήζουν διαλύσεως. Π.χ. “τι εστι αλήθεια;” Ο Χριστός διέλυσε την ερώτηση του Πιλάτου με το να μη την απαντήσει και με την Σταύρωση και Ανάστασή Του· εξασφαλίζοντας και για τον Πιλάτο την εν τω Παραδείσω διαβίωση εις πάντας τους αιώνας. Το να πάμε στον Παράδεισο όταν πεθάνουμε είναι το μόνο εύκολο, ίσως, το μόνο σίγουρο. Το δύσκολο είναι να πάμε από “εδώ και τώρα”. Και το ακόμα πιο δύσκολο να έρθει “εδώ και τώρα” στη γη, ως καινούρια μορφή ζωής, για όλους τους θνητούς. Η σωστή ερώτηση ήταν: “Τις εστι αλήθεια;” Και η απάντηση θα ήταν: “Εγώ Ειμί”! Καθόλου φιλοσοφική δηλαδή φαντασιακή, και λείαν πραγματική και υλική, χειροπιαστή. Αυτό είναι ανθρωπολογία και όχι οι φαντασιακές συλλήψεις πολυμαθών και έξυπνων, αυτοϊκανοποιούμενων διανοιών.

Παγερά και παγωμένα είναι τα πράγματα στις καρδιές των “βομβαρδιστών” της ανθρωπότητας και εντός ημών των ιδίων, και καθόλου δεν “παγώνουν στην Χριστιανική Ανατολή μετά τον 6ο αιώνα” όπως φαντασιώνεται ο μεγάλος μας σχολαστικοκήρυκας που έχει καταφέρει να επηρεάσει πολλούς χριστιανοστοχαζόμενους θεολογούντες εν Ελλάδι. Πολλούς από αυτούς που έχουν την αφέλεια να νομίζουν ότι μπορούν να μιλάνε για ορθοδοξία χωρίς τουλάχιστον να αναφέρουν (ακόμη καλύτερα να βιώνουν) το βασικό χαρακτηριστικό της που την διαφοροποιεί από τις αγκυλωμένες και πνιγηρές ιδεολογικές ορθοδοξίες που τόσο ταλαιπώρησαν και βασανίζουν τον κοσμάκι. Η Ορθοδοξία είναι θεραπευτική επιστήμη και τα πορίσματά της τα έχει βγάλει από την μακραίωνη πράξη της θεραπείας των επί γης θνητών και πεπτωκότων, και την προσπάθεια έκφρασης της συνακόλουθης θεωρίας που βιώνουν. Θεωρία όχι η διανοητική σύλληψη αλλά η λειτουργία του βλέπειν, κατά το δημώδες “τί με θωρείς ορέ;” Η επιστήμη αυτή εδώ και αιώνες παίρνει τον καταμελανιασμένο, σακατεμένο από την πτώση θνητό και τον θεραπεύει δίνοντας του φτερά και μάτια αετού, οδηγώντας αυτούς που συνεργάζονται και συνεργούν από την κάθαρση, στο φωτισμό και τελικά στη θέωση. Το αν απλώθηκε ή όχι ώστε να ξεφύγει από τα όρια των καρδιών κάποιων επί γης αγωνιστών και να προσλάβει μεγακοινωνικές διαστάσεις δεν έχει να κάνει με την ορθότητα ή μη των μεθόδων της αλλά με τη διάθεση ημών των γηγενών να δεχθούμε τη σωτήρια αγωγή της. Όταν δεχτούν πολλοί ή τουλάχιστον αρκετοί, εκούσια, να ανεβούν στον σταυρό της συνθλίβουσας τα οστά θλίψης για τα δικά μου (πρώτα) και για τα της ανθρωπότητας (κατόπιν) χάλια τότε η ζωοποιός άκτιστη θεία Χάρη θα μπορέσει να μεταμορφώσει και μεγάλες κοινωνικές ομάδες και εν καιρώ τον κόσμο όλο, προσφέροντας στους θνητούς καινούρια μορφή ζωής τέτοια που δεν θα προκαλεί στους θνητούς μώλωπες δηλαδή φιλοσοφικά προβλήματα.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ ΡΑΜΦΟΥ “Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΟΥ ΕΝΟΣ”.

“Με τον ορισμό τούτον (του Βοήθιου, “πρόσωπο ειναι η φύσει λογική ατομική υπόστασις”), ασχέτως των όποιων στενοτήτων του, η Δύση ανοίγεται πέρα της Τριαδολογίας και στην ανθρωπολογία του προσώπου, αναπτύσσει δε έκτοτε ακαταπαύστως μέχρι σήμερα τον αντίστοιχο προβληματισμό, άνευ του οποίου τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτου θα ήσαν αδιανόητα. ... το παρόν επιτάσσει να δεχθούμε ως σημείο ερμηνευτικής αναφοράς τον νεώτερο άνθρωπο, στον ασπαίροντα κόσμο του οποίου ο παλαιός λόγος θα πρέπη να ενεργοποιηθή. Αυτό υποδεικνύει διακριτικά η πρότασι να βασισθούμε στο υπαρξιακό υπόστρωμα της πατερικής σκέψεως, για να επιτύχωμε σταδιακά σύνθεσι χριστιανικής Ανατολής και Δύσεως. ... Κατ' αυτό τον τρόπο η εμμονή μας στην πατερική κληρονομιά θα έχη ζωογονητικήν επίδρασι και αντί να ευνοή την αποπετρωμένη, στείρα απολογητική, θα γίνη εφαλτήριο εκτινάξεως προς το μέλλον (σελ. 19). .... Ο ερμηνευτής δεν μπορεί να αρκεσθή σε ιστορική προσέγγισι των κειμένων· αφ' ής στιγμής σκοπεύει να δώση ζωή στα κείμενα και όχι απλώς να τα περιγράψη, οφείλει να εγκεντρίση στο σώμα τους μόσχευμα του καιρού του. ... Να ντύσωμε τον λόγο περασμένων εποχών με σημερινά λόγια αποτελεί μάλλον στρουθοκαμηλισμό παρά πνευματικήν επιδίωξι και οδηγεί σε παροξυσμό τα σημερινά αδιέξοδα, αφού αποβλέπει στην επιβίωσι. Εάν όμως δεν ενδιαφέρη η επιβίωσι αλλά η ζωή, τότε χρέος μας είναι ο αναπλασμός της αλήθειας των παλαιών στην δική μας αλήθεια, ο αναβαπτισμός της σε ύδατα εις τα οποία εκβάλλει, πλην έχουν προ πολλού πάψει να της είναι χωρικά. Η παράδοσι δεν διαρκεί τυραννικά ούτε μεταμφιεσμένη σε ανανέωσι· η παράδοσι διαρκεί ποιητικά σαν την συνέχεια αλυσιδωτά εκρηκτικής δημιουργίας (σελ. 20). ... Όταν μιλούμε περί ερμηνευτικής βρισκόμαστε ήδη σε κόσμο διαφορετικόν από εκείνο των πηγών. Καλό είναι να το κατανοήσωμε και ειλικρινά να το παραδεχθούμε (σελ. 22). Το πρόσωπο είναι κοινωνητικό άτομο ή ριζική εσωτερικότης; (σελ. 23) ... Δημιουργεί (ο άνθρωπος), δεν υφίσταται την ζωή του (σελ. 165). ... Πρόκειται για διεργασία αυτελευθερώσεως του ανθρώπου μέσω της ικανότητος του να δημιουργή, να συγκροτή δικό του ανώτερο κόσμο αναζητώντας στην πραγματικότητα μία ενότητα η οποία να υπερβαίνη τα δεδομένα της (σελ. 165)” (Από το βιβλίο του Στέλιου Ράμφου, Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΟΥ ΕΝΟΣ).

Τα δικαιώματά μας έχουν αυτονόητο υπόβαθρο τον ευδαιμονισμό. Αυτή η προοπτική έχει συσκοτίσει εντελώς το δικαίωμα στην αυτοπροσφορά που γεμίζει τη ζωή του θνητού με έμπνευση και χαρά επάνω στον σταυρό που γιαυτό ακριβώς χαρακτηρίζεται ως ελαφρύ φορτίο. Μιλάει για σύνθεση Ανατολής και Δύσης και παρακάτω εξηγεί ότι εννοεί “τον αναπλασμό της αλήθειας των παλαιών στην δική μας αλήθεια” κοινώς δηλαδή να πάρουμε τα συγγράματα των Πατέρων και να τους αλλάξουμε τα φώτα ή όπως έλεγε ο Ρωμανίδης να τα “κατανοήσουμε εκτός των πατερικών πλαισίων”. Δεν πρόκειται για σύνθεση αλλά για αποσύνθεση όζουσα και σκοτεινή. Ο καθρέπτης πάλιν και πολλάκις συνειδητά αποφασίζει να αυτοπλασάρεται ως ήλιος, και να παραμυθιάζεται ότι τάχα “πρόκειται για διεργασία αυτελευθερώσεως του ανθρώπου μέσω της ικανότητος του να δημιουργή, να συγκροτή δικό του ανώτερο κόσμο”.

Εδώ μάλλον ήρθε η ώρα να βάλουμε και λίγα μαθηματικά στην κατσαρόλα. “Σύμφωνα με ένα θαυμάσιο συμπέρασμα του Αυστριακού Κερτ Γκέντελ, σε κάθε μαθηματικό σύστημα αξιωμάτων υπάρχουν προτάσεις που είναι αδύνατον να αποδειχθεί η αλήθεια ή το ψεύδος τους (με άλλα λόγια, είναι αδύνατον να αποφανθεί κανείς για τις προτάσεις αυτές και αυτό είναι ένα γεγονός που αποδεικνύεται με αυστηρά μαθηματικά). Το θεώρημα του Γκέντελ βρίσκει εφαρμογή και στα χωράφια της τεχνητής νοημοσύνης. Οι επιστήμονες είδαν ξεκάθαρα ότι είναι αδύνατη η κατασκευή ενός προγράμματος ή μιας μηχανής ικανής να κάνει υποθέσεις για τον ίδιο της τον εαυτό. Για την ακρίβεια, είναι αδύνατη η συγγραφή ενός προγράμματος που θα εξετάζει εάν το ίδιο λειτουργεί σωστά ή –για να δανειστούμε τον αντίστοιχο όρο της θεωρητικής πληροφορικής-, αν “τερματίζει”. Μόνος τρόπος να διαπιστώσει αν όντως τερματίζει είναι να “κοιτάζει” τον εαυτό του επ’ άπειρον. (Περιοδικό RAM, Σεπτεμβρίου 2002, [Αχ, αυτοί οι μαθηματικοί, του ΧΡ. ΒΑΡΕΛΑ] σελ. 73)”. “Η αδυναμία στον ορισμό του προγράμματος M(x, y) έγκειται στο γεγονός ότι, για να διαπιστώσουμε ότι ένα πρόγραμμα δεν τερματίζει, πρέπει να περιμένουμε για πάντα για να το δούμε... να μην τερματίζει. Μια “γαργαλιστική” πλευρά της απόδειξης που μόλις κάναμε είναι ότι δώσαμε στο πρόγραμμα M με τον ίδιο του τον αριθμό Goedel, m. Υπό μία έννοια, το πρόγραμμα προσπαθεί να μιλήσει για τον ίδιο του τον εαυτό: “Τερματίζω ή δεν τερματίζω;” (κάτι σαν το “should I stay or should I go”). Φαίνεται ότι ποτέ δεν θα μπορέσουμε να κατασκευάσουμε μια μηχανή που να της δίνουμε την εντολή “γνώρισε, παιδί μου, τον εαυτό σου!” και αυτή να το κάνει. Αν μια μηχανή είναι αρκετά χαζή για να θέτει ερωτήματα για άλλες μηχανές, τότε μάλλον θα “αποφεύγει” τους ατέρμονες βρόχους. Αν πάλι είναι τόσο έξυπνη, ώστε να αποκτήσει “αυτογνωσία”, τότε σίγουρα θα “παγιδευτεί” σε κάποιον ατέρμονα βρόχο! (Περιοδικό RAM, Δεκεμβρίου 1999 [Computability Οι υπολογιστές, οι συνταγές και το άπειρο, του ΧΡ. ΒΑΡΕΛΑ] σελ. 76)” Ο έξυπνος που αποφασίζει ότι δύναται αυτόνομα να αποκτήσει αυτογνωσία παγιδεύεται τελικά σε έναν ατέρμονα “βρόχο”. Σύνθημα του νεοπλουτώδους δυτικού πολιτισμού που νόμιζε ότι θα κατακτήσει όλο τον κόσμο εξ απόψεως γνώσεως, και δυστυχώς ή ευτυχώς τον κατέκτησε εξ απόψεως Ιστορίας, είναι η εν αυτονομία αυτογνωσία. Σύνθημα της ημετέρας παραδόσεως είναι η αυτομεμψία και η υπακοή που θεραπεύει την εξ αρχής και πρώτη αμαρτία την υπερφίαλη αντιεπιστημονική ψευδαίσθηση του δήθεν αυτόνομου Εγώ.

“Εάν ο άνθρωπος του ορθόδοξου ησυχασμού κάλυπτε πλήρως τις απαιτήσεις του δυναμισμού της εποχής μας, δεν θα ετίθετο σήμερα ζήτημα να ζωογονηθή η παράδοσι. Δεν θα είχε οδηγηθή σε παρακμή και πτώσι ο βυζαντινός πολιτισμός αλλά σε αναγέννησι. Αυτό συνέβη διότι ακριβώς ο άνθρωπος του υστέρησε δραματικά και δεν ανταποκρίθηκε στην νέα τότε εποχή της ιστορικής δημιουργίας. Εξ ου και η πρόσφατη, δυνάμει γόνιμη, επιστροφή στην παράδοσι συντελείται ως ερμηνευτική επανένταξι της στον χρόνο μας και μάλιστα τη συνδρομή της φιλοσοφίας, αφού ο σύγχρονος άνθρωπος ακόμη και όταν πιστεύη θέλει να σκέπτεται και να κατανοή” (Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΟΥ ΕΝΟΣ, Στέλιου Ράμφου, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2000, σελ. 56).

“…Δεν θα ετίθετο σήμερα ζήτημα να ζωογονηθή η παράδοσι …”. Προφανώς έχει εθισθεί να θεωρεί παράδοση το σύνολο των πολιτιστικών μνημείων του παρελθόντος. Αυτά να βλέπουν όσοι θεωρώντας ότι ανακάλυψαν τον σύγχρονο ρόλο της ορθοδοξίας εστιάζουν στα πολιτιστικά αγαθά της ημετέρας παραδόσεως ως το υπέρτατο τάχα αγαθό της και εγκλωβίζουν την σχέση με την παράδοση στο δίπολο ή του απολιθωμένου φονταμενταλισμού ή του πατροκτόνου εκσυγχρονισμού. Παράδοση δεν είναι το πολιτισμικό σώμα της Εκκλησίας, αν και δι’ αυτού υπό ορισμένας συνθήκας (ανθρώπινη συνέργια -μετάνοια, άσκηση κ.λπ.) μεταφέρεται στις επόμενες γενιές η ζώσα Παράδοση. Παράδοση είναι η μεταφορά, η μετάγγιση της αιώνιας Ζωής “εδώ και τώρα”, η έκχυση της ζωοποιού θείας Χάρης από τον χαρισματικό πνευματικό πατέρα στον υπάκουο γιό, η εν ταπεινώση αφομοίωση των ζωογόνων χυμών της εκκλησιαστικής ζωής από τον πιστό.

“…Δεν θα είχε οδηγηθή σε πτώσι ο βυζαντινός πολιτισμός …”. Η πτώση της Ρωμηοσύνης επήλθε επειδή οι φωτισμένοι στη λογική ενέργεια ξέχασαν ότι απαραίτητο οντολογικό συμπλήρωμα του φωτισμού του λογικού είναι ο φωτισμός και η ανάσταση του νου. Τότε ο άνθρωπος γίνεται αληθινό “Εγώ” και περνάει από το μίζερο “εμείς” των κοινωνικοεργαζόμενων και της “παρέας”, στο αρχοντικό “Εγώ” που ως “Εγώ” αισθάνεται και νοιώθει τον “όλο Αδάμ” από τον πρώτο μέχρι και τον έσχατο, συν όλη την κτίση. “Όταν εν ανειδέω σιγή παριστάμεθα τω Θεώ εν πλήρει απογυμνώσει της όλης ημών υπάρξεως, τότε τα βάθη της φύσεως ημών διανοίγονται και δι’ ημάς αυτούς. … δίδεται εις ημάς να ίδωμεν ότι το είναι απάσης της ανθρωπότητος κατά την προέλευσιν και την φύσιν αυτού αποτελεί έν είναι, ένα άνθρωπον. Ως εκ τούτου είναι “φυσική” η κίνησις του πνεύματος ημών προς προσευχήν υπέρ πάντων ανθρώπων, υπέρ όλου του Αδάμ ως περί εαυτού του ιδίου” (ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ, Αρχ. Σωφρονίου, σελ. 83).

“…Ο άνθρωπος του υστέρησε δραματικά …”. Ο καθημερινός άνθρωπος της Ρωμηοσύνης, ο αποτυχημένος Ρωμηός, ίσως υστέρησε για τους παραπάνω λόγους. Αλλά είναι λίγο χοντροκομμένο, αφελές και ύποπτο, να διατείνεται κανείς ότι πάντοτε ο νικητής είναι ο, και οντολογικά ανώτερος. Μπορεί κάλλιστα να είναι ο πιο δυνατός, ή ο πιο τυχερός, ή αυτός που έστησε καλύτερη διαπλοκή. Οι βάρβαροι δεισιδαίμονες έχουν για κριτήριο της αλήθειας τη θεοδικία.

“…Επιστροφή στην παράδοσι συντελείται … τη συνδρομή της φιλοσοφίας …”. Ο Ράμφος, μάλλον, έκανε την προσπάθεια του για επιστροφή στην παράδοση μόνο σε φιλοσοφικό επίπεδο και γιαυτό φαίνεται να έχει αποφασίσει ότι ο χώρος βρίθει ασιτίας. Αν δεν ταπεινωθεί ο θνητός για να δώσει τη δυνατότητα στο κορμί του να γευθεί τους ζωογόνους χυμούς του δένδρου πώς να ελπίζει, σε επιστροφή στη Παράδοση, σε επανατροφοδότηση από το φωτεινό χείμαρρο της Παράδοσης. Δυστυχώς ο αυτόνομος κτιστός φωτισμός της λογικής ενέργειας δημιουργεί την ψευδαίσθηση του Εγώ Ειμί και δένει χειροπόδαρα τον υπερφίαλο γηγενή στα τάρταρα του άδη, στο σκοτάδι των κτιστών φώτων, των σκουληκιασμένων και σκωληκόβρωτων. Που να καταλάβουν οι έξυπνοι γραφιάδες, το θαύμα της παράδοσης που ζούνε οι γιαγιάδες.

“…Ο σύγχρονος άνθρωπος ακόμη και όταν πιστεύη θέλει να σκέπτεται και να κατανοή …”. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν πιστεύει αν δεν δει, αν δεν του αποδειχθεί το προτεινόμενο και αυτό ο Ρωμηός το ξέρει από τη Φιλοκαλία και από τον 6ο αιώνα. Δεν περίμενε, η ανθρώπινη σκέψη να κατακτήσει το θετικιστικό τρόπο σκέψης, για να πει, πρώτα γνωρίζω και μετά πιστεύω. Ο άγιος Διάδοχος πολλούς αιώνες πριν οι εν Εσπερία θνητοί κατακτήσουν το θετικιστικό τρόπο σκέπτεσθαι έγραφε: “ο πιστεύων μόνον και μη ων εν τη αγάπη ουδέ αυτήν την πίστιν ην δοκεί έχειν, έχει. Ελαφρότητι γαρ τινι πιστεύει νοός” (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ Ά τόμος σελ. 240). Και ο Μάρκος και ο Ησύχιος τονίζουν, “ο μη γινώσκων την αλήθειαν, ουδέ αληθώς πιστεύειν δύναται. Η γαρ γνώσις, κατά φύσιν προηγείται της πίστεως” (ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ Ά τόμος σελ. 103 και 150). Αντίθετα ο αθεράπευτα ιδεαλιστής θρησκευάμενος, σήμερα που φοριέται πολύ το συνολάκι του φωτισμού της λογικής ενέργειας, θέλει τουλάχιστον να σκέπτεται και να έχει την ψευδαίσθηση ότι τάχα κατανοή τις “αλήθειες” που αφελώς, “ελαφρότητι νοός” πιστεύει. Έτσι καταντάει να σαγηνεύεται από τις μπουρμπουλήθρες των φιλοσοφούντων αντί να ανασαίνει τον ζωογόνο αέρα της μωρίας του κηρύγματος. Του κηρύγματος που νικάει τον πάνοπλο Γολιάθ, τον κατά κόσμο σοφό και λογιότατο φωτεινό παντογνώστη, τον Σβατσενέγκερ της διανοίας, με μία πέτρα στο κούτελο, με μια γελοία σφενδόνα, που σημειωτέον είναι παιδικό παιχνίδι. Και μετά παίρνει την σπάθα την πλατειά του φονευθέντος και περιφέρει την τμηθείσα κεφαλή ως αλλόφρον στα στέκια του λαού.

“Ο Βοήθιος θέλει το πρόσωπο ατομικήν υπόστασι με ουσιαστικό γνώρισμα το έλλογον (“ατομικήν υπόστασι ελλόγου φύσεως”, “naturae rationalis individual substantia” σελ. 131). Η αναγνώρισις του ελλόγου ως ουσιαστικού γνωρίσματος του προσώπου αποτελεί σημαντικώτατο γεγονός στην ιστορία της φιλοσοφίας, δεδομένου ότι ώθησε άνδρες όπως ο Ντεκάρτ, ο Κάντ, ή ο Φίχτε, να εστιάσουν εκεί το ανθρωπολογικό θεμέλιο του προσώπου. Εκτός του ελλόγου, η Δύση δεν είχε ίσως άλλον τρόπο να μεταβή από την θεολογία των τριαδικών προσώπων στα ανθρώπινα πρόσωπα. … Τον ενδιέφερε να εναρμονίση … τα υπόλοιπα, κεκρυμμένα εις το “έλλογον” από καταβολής, δηλαδή το αίσθημα του Εγώ και η σταδιακή του ανάπτυξι, έγιναν εν αγνοία του. Όχι όμως και ερήμην του, αφού εκείνος προσέφερε το μεταφυσικό θεμέλιο” (Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΟΥ ΕΝΟΣ, σελ. 134).

Με τη βοήθεια του Βοήθιου, λοιπόν, ο Ράμφος μας λέει ότι, αυτός που διαθέτει φωτισμό λογικής ενέργειας είναι Άνθρωπος, σε αυτόν αναδύεται το αίσθημα του Εγώ. Το αίσθημα του Εγώ, λοιπόν, το χρωστάμε στην παράφωνη λειτουργία των νευρικών μας συνάψεων και δη των, του ενδοκρανιακού μας ζελέ. Στην άρρυθμη λειτουργία του όλου νευρικού μας συστήματος που μοιάζει να είναι σωματικό αντίστοιχο του δένδρου της γνώσεως που τόσο πρόωρα φάγαμε και μας έφαγε το μαύρο φίδι, ο Άδης ο θεοσκότεινος. Ο αετός δηλαδή που κατάμματα ορά τον Ήλιο, που δεν ζει αυτός αλλά ζει μέσα του ο Χριστός, που έχει υπερβεί τον θάνατο, τον έχει ξεπεράσει γιατί από τώρα βρέθηκε στη μετά θάνατο κατάσταση και δεν του είναι άγνωστο το τι μέλλει γενέσθαι εκείνη την ώρα και μετά, ο έχων δοξασμένο το νου, αλλά αμόρφωτη και εν απλότητι τη διάνοια, είναι μη Εγώ, για τον Ράμφο. Εδώ ίσως ταιριάζουν τα του απ. Παύλου, “ου γαρ εν λόγω η Βασιλεία του Θεού αλλ· εν δυνάμει”, “ότι το Ευαγγέλιον ημών ουκ εγενήθη εις υμάς εν λόγω μόνον αλλά και εν δυνάμει και εν Πνεύματι αγίω και [εν] πληροφορία πολλή”.

“Συμπέρασμα (του Θωμά του Ακινάτη): Η σύμμορφη προς τον λόγο βούλησι είναι ηθικώς ορθή· η εν διαστάσει, αντιθέτως, προς τον λόγο βούλησι είναι ηθικώς διαβλητή, είτε ο λόγος ευσταθεί είτε είναι λάθος. Αφ’ ής στιγμής πρέπει να θέση εις ενέργεια τον διανοητικό του νου, είναι απαραίτητο να περιλάβη τον άνωθεν τεταγμένο σκοπό της ζωής, εάν κίνητρο του είναι η αγάπη, τότε ο άνθρωπος, ακόμη και αν παραβαίνη τον νόμο, Χάριτι συγχωρείται”. (σελ. 140) Με άλλα λόγια μπορεί ο ιεροεξεταστής να βασανίζει τον “αιρετικό” για το “καλό του”, μια και ο φρικτός πόνος που θα νοιώθει επί της γης θα τον γλιτώσει από την αιώνια κόλαση. Αυτά παθαίνει κανείς όταν αντικαθιστά την έννοια του όρου “λόγος” με τα παρ’ ημών των κοινών θνητών αντιλαμβανόμενα συμβεβηκότα των διανοητικών μας διεργασιών. Λόγος, ο μέσα μας φυτεμένος σκοπός της ύπαρξης μας, το απομεινάρι της πρώτης εκείνης δράσης του Υιού και Λόγου του Θεού πάνω μας, που όντας “το φως το αληθινό” φωτίζει “πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμο” και μας πλουτίζει άπαξ και δια παντός με λογικότητα, στην αυγή της ύπαρξης μας. Λόγος ο σκοπός, λόγος η αιτία, λόγος και η έκφραση γενικά του θνητού, λόγος και η διανοητική διεργασία. Άρα “ηθικά διαβλητή είναι η βούληση η εν διαστάσει προς τον λόγον”, το εν ημίν υπάρχον του Λόγου δώρο και όχι την φλύαρη διάνοια όπως νόμισε ο καημένος ο Ακινάτης και όλη του η βαρύγδουπη παράδοση όταν έχασε την σχέση με το Πνεύμα της Ζωής υβρίζοντας Το. Γιατί αυτή η βλασφημία είναι που δεν συγχωριέται, η βλασφημία του Πνεύματος, η άρνηση του χαρίσματος, η εγκοσμικευμένη αντίληψη για την λογικότητα του ανθρώπου ως διανοητικού όντος. Κοινώς το, να δίνει κανείς οντολογική προτεραιότητα στο “μυαλό” και να αρνείται ακόμη και την δυνατότητα ύπαρξης “καρδιάς”. “Σκέφτομαι άρα υπάρχω”.

“Στην Ανατολή ο διαφωτισμός ήταν διπλής κατευθύνσεως: του υπερκοσμίου φωτός της Χάριτος και του εγκοσμίου της γνώσεως. Υπό το πρίσμα τούτο η μυστική θεωρία του Νέου Θεολόγου αναδεικνύεται αιχμή άμα και όριο του ασκητικού ατομισμού, αποτελεί δε τον πρώτο από τους τρεις ορθόδοξους “φωτισμούς” προς αναζωπύρησιν του εκκλησιαστικού φρονήματος και απόκρουσι του κοσμικού διαφωτισμού της λεγομένης βυζαντινής “αναγεννήσεως”· ο δεύτερος θα έλθη τρεις αιώνες αργότερα με τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, ως αντίδρασι στην δεύτερη βυζαντινή “αναγέννησι”, και ο τρίτος θα συνδυασθή με την έκδοσι της Φιλοκαλίας των αγίων Μακαρίου Νοταρά και Νικοδήμου του Αγιορείτου, αντίλογο έμμεσο περιωπής εις τον νεοελληνικό διαφωτισμό του δεκάτου ογδόου αιώνος” (σελ. 252). Ωραία αυτά όμως παραμένει αθεράπευτα ιδεαλιστής και ερμηνεύει τον “διαφωτισμό της Χάριτος” ως νεοπλατωνικού τύπου πνευματικότητα ενώ η ορθόδοξη εμπειρία βρίσκεται ακριβώς στους αντίποδες αυτής της ιδεαλιστικής διαστροφής. Γράφει λίγο παρακάτω. “Ο “ανθρωπισμός” του αγίου Συμεών πορευόταν δια της υπεροχής της ψυχής επί του σώματος. Όσο και αν η ασκητική παράδοσι τιμούσε τον κόσμο ως “καλό λίαν” έργο του Θεού, δεν εκατόρθωσε ούτε θέλησε να συναιρέση ισοτίμως την ψυχή με το σώμα –ζητούσε από τον άνθρωπο να αρνηθή τον κόσμο ως συνθήκη των παθών, προκειμένου να κερδίση την ψυχική σωτηρία. … Ο ησυχαστικός διαφωτισμός παρέμενε δέσμιος του νεοπλατωνικού-αρεοπαγιτικού σχήματος της λυτρωτικής ψυχικής επιστροφής εις το Έν. … ο Θεός αποκαλείται Έν και η κίνησι του νου –όχι του συνόλου ανθρώπου- περιγράφεται ως μετάβασι “από της παρά φύσιν προλήψεως … εις την υπέρ φύσιν επάνοδον”, από “της περί τα πολλά επιθυμίας … προς το Έν μόνον και την ολικήν σχέσιν αυτού και αγάπην”. Ζητούμενο δεν ήταν βεβαίως η απόρριψις του σώματος αλλά ο αγιασμός του, όμως αφ’ ής στιγμής ο αγιασμός χωρεί μέσω νου και θελήσεως, μοναδικός δρόμος αξιώσεως του νου μένει η επιστροφή στην υπερούσια καταγωγή του” (σελ. 253).

“… Προκειμένου να κερδίση την ψυχική σωτηρία …”. Η ασκητική παράδοση όντως μας ζητά να αρνηθούμε τον κόσμο όχι για να κερδιθή η ψυχική σωτηρία αλλά για να θεραπευτούμε στη ψυχή και στο σώμα. Τα κριτήρια προόδου είναι σωματικά, δάκρυα, ζέση, σκίρτημα καρδιάς κ.λπ. Η πνευματική ζωή έχει έντονα σωματικά συμπτώματα και η ίδια λέξη πνεύμα είναι κατιτίς το υλικό. Πνεύμα είναι η πνοή, ο άνεμος, η μεταφορά πληροφορίας στα αέρια, οι κτιστές (σωματικές και ψυχικές) συνέπειες της δράσης του ακτίστου. Οι άγιοι λένε ότι βασικό πρόβλημα είναι η λήθη και η άγνοια και οι ιδεαλιστές εντοπίζουν αναβίωση του νεοπλατωνισμού. Πρώτα λήθη και μετά άγνοια άρα προϋποτίθεται, κατ’ αυτούς, το πλατωνικό παραμύθι της πτώσης από τον κόσμο των ιδεών. Όμως η λήθη προηγείται επειδή το κατ’ αρχήν πρόβλημα μας είναι η λησμονιά του πρώτου εκείνου φωτισμού που δεχτήκαμε όταν πραγματοποίηθηκε, λίγο μετά την δημιουργία του καθενός μας, ο φωτισμός μας από τον Χριστό που είναι το φως το φωτίζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον. Κάθε θνητός (και ο μουσουλμάνος, και ο βουδιστής, και ο άθεος) ξεκινάει την ζωή του με μια εμπειρία παραδεισένια. Αυτή λησμονάμε και επιπλέον αγνοούμε και το ανώτερο δώρο που έρχεται με το Βάπτισμα, το δώρο της θέωσης. Αλλά ο πλατωνικός φαντάζεται απορροές και πτώσεις σε κατώτερους κόσμους.

“…δέσμιος του νεοπλατωνικού-αρεοπαγιτικού σχήματος … ο Θεός αποκαλείται Έν και η κίνησι του νου –όχι του συνόλου ανθρώπου …”. Δέσμιος του πλατωνικού σχήματος είναι ο συγγραφέας μας και δεν μπορεί ή δεν θέλει να καταλάβει τις εντελώς διαφορετικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες χρησιμοποιούν οι Πατέρες και ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης την πλατωνική ορολογία. Ο νους κινείται … αλλά αυτή του η κίνηση δεν μπορεί να του εξασφαλίσει τίποτα περισσότερο από το “τίποτα”, το μηδέν, τον Άδη. Το μόνο που μπορεί να κάνει ο θνητός είναι να κρατάει τον νου του στον Άδη. Μόνο όταν έρχεται η άκτιστη θεία Χάρη σώζεται ο άνθρωπος και τότε δεν σώζεται μόνο ο νους ή μόνο η ψυχή, αλλά ο όλος άνθρωπος. Ο οφθαλμός βλέπει το γκολ που πετυχαίνει η ομάδα η αγαπημένη αλλά όλο το σώμα πανηγυρίζει· ο λάρυγγας ξελαρυγγίζεται, τα πόδια τινάζονται, τα χέρια χτυπάνε … και αν δεν αντέξει η καρδιά, μας τρέχουν στα νοσοκομεία ενίοτε δε και εις τα κυπαρίσσια.

“…μοναδικός δρόμος αξιώσεως του νου μένει η επιστροφή στην υπερούσια καταγωγή του …”. Ο νους έχει την καταγωγή άνωθεν όχι επειδή προϋπήρχε σε κόσμους ανώτερους, αιθέριους και θεϊκούς. Ο άνθρωπος αποτελείται από ψυχή και σώμα, νοερή φύση και υλική, ένα κομμάτι του είναι σαν άγγελος (ψυχή) και ένα σαν ζώο (σώμα). Το σώμα είναι υλικό, από υλικά ενδοχωροχρονικά. Η ψυχή είναι νοερή και λογική αλλά οπωσδήποτε κτιστή, είναι υλική αλλά από άλλης φύσεως υλικά και όχι ενδοχωροχρονικά. Υπερούσιο είναι μόνο το άκτιστο και όχι τα ανώτερα υλικά δημιουργήματα, οι άγγελοι. Υπερούσια καταγωγή έχει και η ψυχή και το σώμα ως δημιουργήματα του υπεριούσιου Δημιουργού. Αΐδιες ιδέες και λοιπές αηδίες δεν υπάρχουν. Το Θείον είναι άκτιστο και αν η απόσταση μεταξύ σώματος και ψυχής, αγγέλου και ζώου είναι 5 η απόσταση μεταξύ κτιστού και ακτίστου είναι 5 φορές το άπειρο … Αυτή την εμπειρικά (για τους αγίους που είναι οι επιστήμονες του χώρου) αποδεδειγμένη προϋπόθεση δεν καταδέχονται να βάλουν στη κατσαρόλα τους οι πλατωνίζοντες και όλο τους βγαίνει άνοστο το φαγητό του νόστου τους του φαντασιακού.

“Στην Ανατολή ο διαφωτισμός ήταν διπλής κατευθύνσεως: του υπερκοσμίου φωτός της Χάριτος και του εγκοσμίου της γνώσεως …”. Είναι πράγματι διπλής κατευθύνσεως: φωτισμός της νοεράς ενέργειας υπό του ακτίστου (και όχι γενικόλογα υπερκοσμίου) φωτός της Χάριτος και φωτισμός της λογικής ενέργειας από την διαδικασία της απόκτησης της ανθρώπινης γνώσης. Στην περίπτωση του φωτισμού της λογικής ενέργειας η γνώση είναι βέβαια εγκόσμια αλλά δεν είναι καθόλου βεβαία. Την διέπει πλήρης σχετικότητα και είναι εκ των προτέρων περιορισμένη. Στην περίπτωση όμως της άλλης γνώσης που δίνει η εμπειρία του ακτίστου φωτός η αποκτηθείσα γνώση είναι αληθινή και αιώνια. Γιαυτό η θεολογία, η καθαυτού θεολογία του θεόπτη, λέγεται επιστήμη επιστημών γιατί είναι η μοναδική περίπτωση κατά την οποία ο θνητός επιστήμον βλέπει τους λόγους των όντων, βλέπει δηλαδή την δημιουργική ενέργεια του Θεού που κάνει τον κόσμο να υπάρχει, έχει άμεση, ασφαλή, απόλυτη, πληροφόρηση περί του Όντος και των όντων. “Τα δε εν τούτοις (τοις αγίοις) νοήματα ου χρη καλείσθαι νοήματα, αλλά θεωρίαν των όντως όντων (από γαρ της εκείνων θεωρίας λαλούμεν) και λέγεσθαι μάλλον χρη των οραθέντων διήγησιν τα λεγόμενα” (Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, αναφορά από το βιβλίο του Ράμφου Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΟΥ ΕΝΟΣ, σελ. 242). Τότε, αν ο βιώσας διαθέτει και λογική ενέργεια φωτισμένη, διάνοια καλλιεργημένη, προσφέρει στο Νεογέννητο χρυσό και λίβανο και σμύρνα και δεν πάει με άδεια χέρια σαν τους καλότυχους τσοπαναραίους της φάτνης. Τότε από τον φωτισμένο νου ρέουν ποταμοί υδάτων λόγων πολλών και καλλών (ωραίων) που τρέφουν το σώμα και τη ψυχή και ανασταίνουν το νου αυτών που με αγάπη ακούν και υπακούν.

Δυστυχώς όμως υπάρχει και η χειρότερη περίπτωση αυτών που ακούν, καταλαβαίνουν, και μετά εν γνώση ή από αφέλεια αλλάζουν στρατόπεδο. “Η πίστις είναι θέρμη καρδιάς … και επειδή ακριβώς πρόκειται για την θέρμη της καρδιάς, δεν έχει σημασία τόσο η αμείλικτη εγκράτεια … όσο η ψυχική καθαρότης (σημ. όχι του Ράμφου: η ψυχική καθαρότης του σώματος! Δηλαδή π.χ. η υπερηφάνεια μολύνει το σώμα, κυριαρχεί ταραχή στο νευρικό σύστημα κ.λπ.), που περνά από το άφισμα του μοναχού στον πνευματικό καθοδηγό, την κένωσι του ιδίου θελήματος. Ο απογυμνώσας τα κρυπτά της καρδίας εις τον Γέροντα “πέπεισται εκ προοιμίων” ενώ ο “αντιλέγων” γίνεται φονιάς της ίδιας του της ψυχής, αφού πνίγει την αγάπη μέσα στην επιφύλαξι. Καθαρή καρδιά χωρίς αγάπη Χριστού είναι ανέφικτη. Η αγάπη της καθαρής καρδιάς νικά την δειλία, το γέννημα του φόβου που παγώνει την ψυχή” (σελ. 238). “Προκειμένου να υποστηρίξη την θέσι του ο Νέος Θεολόγος ανοίγει μέτωπα κατά του συμβατικού θρησκευτισμού και κατά του ανθρωπιστικού διαφωτισμού. … Ο Συμεών αγωνίζεται με όλη του την δύναμι και την ίδια την ύπαρξι του να ελευθερωθούμε από την παγωμάρα της τυποκρατίας και να πετύχωμε αυθεντική πνευματική ζωή δια της ψυχικής εξάρσεως (σημ. όχι του Ράμφου: σωματικής εξάρσεως! Χτυπάει η καρδιά, καίνε τα χέρια και τρέχουνε ποτάμι τα καυτά δάκρυα) σε θερμοκρασία χιλιάδων βαθμών” (σελ. 239). Αυτά για να φανεί, το πόσο άχρηστη μπορεί να αποβεί η εγκεφαλική γνώση, ο φωτισμός της λογικής ενέργειας, ο φωτισμός του Διαφωτισμού όταν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχο φωτισμό της νοερής ενέργειας του έξυπνου και πολυμαθέστατου θνητού.

Δυστυχώς ή ευτυχώς "τό λογικό κτίσμα ανεβαίνει στον Θεό όχι με φιλοσοφικό στοχασμό ή διανοητική αφαίρεση, αλλά με τη νοερά προσευχή, δια μέσου της οποίας αποσπάται από κάθε εικόνα και έννοια των κτιστών, για να παρασταθεί γυμνό ενώπιον του Θεού, πρόσωπο με Πρόσωπο. Η απόσπαση δεν γίνεται από καταφρόνηση προς τον κτιστό κόσμο, αλλά από πόθο και αγάπη να ενωθεί με τον ζώντα και αληθινό Θεό...".

2-10-2002

 

ΔΙΑΦΟΡΑ …

ΠΕΡΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

Ο άνθρωπος είναι φύσει εγωιστής. Ο εγωισμός του αυτός διευρύνεται σε διάφορα “εμείς” εν είδει ομόκεντρων κύκλων. Κέντρο των κύκλων το “εγώ”, πρώτος ομόκεντρος κύκλος η οικογένειά μου, δεύτερος ευρύτερος η πολυκατοικία μου ή ότι άλλο, τρίτος η συνοικία μου, η πόλη μου, η περιοχή μου, η περιφέρειά μου, η φυλή μου, το κράτος μου, το έθνος μου, η θρησκεία μου, το χρώμα μου κλπ. Τα μίζερα εμείς που τρέφονται από τον λιμοκτονούν αρχικό “εγώ”. Κάποτε οι “πολιτισμένοι” καταλαβαίνουν πως είναι προς το συμφέρον όλων η παγκοσμιοποίηση και έτσι αρχίζει το “ζύμωμα”. Οι εγωκεντρικοί θνητοί πρέπει να υφίστανται συνεχώς πλύση εγκεφάλου για να πεισθούν να παραμερίζουν τα μίζερα εγωκεντρικά τους “εμείς” έναντι κοινών πανανθρώπινων συχνά πλαστών τε και ρηχών “εμείς”. Η παγκοσμιοποίηση γίνεται ένα αίτημα, ένας στόχος του κοινωνικού “γίγνεσθαι”.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος κατάλαβε ότι η Εκκλησία του Χριστού συμβάλλει σε αυτό το “γίγνεσθαι” προσφέροντας τη δυνατότητα στους γηγενείς να υποστούν όχι μία ακόμη αμφιβόλου αποτελεσματικότητας πλύση εγκεφάλου αλλά μια, με μόνιμα αποτελέσματα, πλύση καρδίας η οποία σπάει το κεφάλι του φιδιού, κόβει τη ρίζα του δένδρου και προσφέρει στην ανθρωπότητα όντα οικουμενικά που σαν “εγώ” τους νοιώθουνε τον όλο Αδάμ. “Όταν επισκεφθή τον άνθρωπον έστω και σκιά τις της Γεσθημανίου προσευχής, θραύονται τα δεσμά του εγωϊστικού ατόμου και εισάγεται ούτος εις νέαν μορφήν προσωπικού, υποστατικού είναι, κατ’ εικόνα της υποστάσεως του Μονογενούς Υιού” (σελ. 388). “Κατά την προσευχήν υπέρ όλου του κόσμου δίδεται εις ημάς να αγαπήσωμεν το ομοούσιον ημίν γένος των ανθρώπων, να ζήσωμεν πάσαν την ανθρωπότητα ως Ένα Άνθρωπον. Δια της πείρας ταύτης λαμβάνομεν νέαν γνώσιν, οντολογικήν: Το πρόσωπον-υπόστασις, κατά την φύσιν, την δομήν και τον χαρακτήρα αυτού, δεν ζη μόνον, εν απομονώσει, αλλ’ απαραιτήτως φέρεται εν αγάπη προς άλλην ή άλλας ομοίας προς αυτό υποστάσεις” (σελ. 398). “Ως ο Θεός είναι Εις και συγχρόνως Τριάς Υποστάσεων, ούτω και ο Άνθρωπος εν τη εσχάτη αυτού τελειώσει οφείλει να γίνη Είς Άνθρωπος εν πολλαπλότητι υποστάσεων” (σελ. 406). “Δια της άκρως εφικτής εις ημάς κενώσεως εν τη πράξει της μετανοίας ημών γινόμεθα ικανοί, ίνα προσλάβωμεν το πλήρωμα και της Θείας αγάπης και της αγάπης προς τον πλησίον” (σελ. 407). (ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙ, Αρχ. Σωφρονίου).

Μετά το Σχίσμα στη Δύση κυριάρχησε ο εθνοφυλετισμός των Φραγκογερμανών. Η μισή Ανατολή χάθηκε λόγω της επικράτησης του Ισλαμικού φονταμενταλισμού και η άλλη, μισή σχεδόν, ξέχασε την υποχρέωση της έναντι αυτού του προς παγκοσμιοποίησιν “γίγνεσθαι”. Αυτή η λήθη, η λησμονιά της αναγκαιότητας της παγκοσμιοποίησης, δεν είναι ασθένεια της Δύσης μόνο αλλά και της καθ’ ημάς Ανατολής. Σε αυτό συνέβαλλε και η συνεχής συρρίκνωση των περιοχών που έλεγχε η κεντρική εξουσία, η Κωνσταντινούπολη. Όντας πολίτης μιας μικρής και αδύναμης χώρας, όπως ήταν η υπαγόμενη στην Κωνσταντινούπολη ελεύθερη Ρωμανία μετά τον 11ο αιώνα, ο ελληνόφωνος Ρωμηός έπρεπε να είναι “μεγάλο ούφο” για να διατηρεί ανόθευτη την οικουμενική συνείδηση που είχε κληρονομήσει. Έτσι έχουμε μια τάση για ελληνοκεντρικό εθνοφυλετισμό σαν μια προσπάθεια απάντησης στον αντίστοιχο Φραγκογερμανικό. Ένας χώρος μόνο συνέχιζε ανεπηρέαστος να παράγει αετούς. Η ησυχαστική παράδοση με την ρεαλιστική μέθοδο της κάθαρσης, του φωτισμού και της θέωσης διατήρησε ζωντανό αυτό το δείγμα ανθρώπου, που αυθόρμητα και από καρδίας νοιώθει ότι πράγματι ουκ ένι έλλην ουδέ ιουδαίος, ξένος ή αλλότριος αλλά πάντες είς εσμέν εν Χριστώ Ιησού. Οι συνεχιστές αυτής της πατροπαράδοτης μεθόδου στις αρχές του 19ου αιώνα αισθάνθηκαν τον κίνδυνο που συνεπαγόταν ο εθνοφυλετισμός των θεωρητικών της Επανάστασης του –21 και γιαυτό πολλοί από τους Κολλυβάδες αντέδρασαν στην προσπάθεια αλλοίωσης του οικουμενικού μηνύματος του Ευαγγελίου.

Σήμερα στις αρχές της τρίτης χιλιετίας μετά Χριστόν η “πολιτισμένη” ανθρωπότητα αντιλαμβάνεται και πάλι (μετά χίλια χρόνια εθνοφυλετικού σκοταδισμού) την αναγκαιότητα, το χρήσιμον της παγκοσμιοποίησης.

Ο άνθρωπος και οι κοινωνίες του χαρακτηρίζονται όχι από το “είναι” αλλά από το “γίγνεσθαι”. Η πίστη αποτελείται από μνήμη και όραμα, από εμπιστοσύνη σε κάτι από το παρελθόν και όραμα, επένδυση σε κάτι για το μέλλον. Η πίστη είναι ποσότητα αντίστοιχη της ενέργειας στη Φυσική. Υπάρχει περίπτωση μετά από κατάλληλη προπόνηση να ελαττωθεί ή και να μηδενισθεί αυτή η ποσότητα, να φτάσουμε στο απόλυτο μηδέν. Τότε ο λαός σοφά μιλάει για απώλεια της πίστεως. Έχασα την πίστη μου. Μπορεί να πιστεύω στο Χριστό και εντούτοις να έχω χάσει την πίστη μου. Όπως και μπορεί να μην πιστεύω σε τίποτα αλλά να έχω πίστη που και βουνά μετακινεί, π.χ. ο Αβραάμ πριν να δεχθεί την αποκάλυψη. Γιαυτό ίσως ο Χριστός πάντα τόνιζε η πίστη σου σε έσωσε. Την πίστη αντιστρατεύεται, την σβήνει, η αυξημένη αυτόνομη εγωκεντρική καλλιέργεια του εγκεφάλου, του μυαλού. Γιαυτό ο δυτικός άνθρωπος (εμείς δηλαδή) ασχέτως σε τι πιστεύει ουσιαστικά δεν έχει πίστη. Ο δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται. Τότε η ζωή ξεχειλίζει. Την Βασιλεία των Ουρανών να ζητάμε και όλα τα άλλα θα μας προστεθούν. Αλλιώς επενδύει ο θνητός την όποια πίστη του σε άχρηστα πράγματα και τζάμπα τη σπαταλά. Ο καλύτερος τρόπος για να εξασφαλίσει το όποιο Κατεστημένο ότι δεν πρόκειται να ανατραπεί είναι να καταφέρει να δημιουργεί, μέσω της κατάλληλης παιδείας, ανθρώπους άνευ πίστεως, ρεαλιστές, τουτέστιν κότες.

Η άρνηση της προοπτικής του “γίγνεσθαι” εν ονόματι της μίζερης βεβαιότητας του κοινωνικορεαλιστικού “είναι” αποτελεί εσχάτη προδοσία του ατομικού και συλλογικού της ανθρωπότητας μέλλοντος. Για να πραγματοποιηθούν οι αλλαγές στην κοινωνία χρειάζεται μια “κρίσιμη μάζα”, μια κρίσιμη ποσότητα “συνεργατών”. Για παράδειγμα, αν στα Σόδομα υπήρχαν δέκα δίκαιοι δεν θα καταστρέφονταν, ενώ αν υπήρχαν 9 δεν επαρκούσαν, ήσαν λιγότεροι από την “κρίσιμη μάζα”. Ο Θεός σέβεται την ελευθερία του πλάσματός Του και μπορεί να επέμβει μόνο αν ο άνθρωπος του το επιτρέπει. Φαντάσου εν τω καιρώ “της απολύτου γνώσεως” να δω ότι χρειαζόταν ακόμη ένας να πίστευε από καρδίας στην μεταμόρφωση της Παγκοσμιοποιούμενης κοινωνίας σε παράδεισο και επειδή εγώ δεν συν-πίστεψα δεν επετεύχθει το ποθούμενο … Περίπου ο ορισμός της κόλασης. Να ξέρεις ότι εξ αιτίας της δικιάς σου μη στράτευσης (απλώς ποντάροντας σε πίστη, χωρίς την ανάγκη οποιασδήποτε κοινωνικής δράσης) δεν έγινε κοινωνική πραγματικότητα το x όραμα· ειρήνη, δικαιοσύνη, αγάπη, ρωμηοσύνη, σωστή παγκοσμιοποίηση ή ότι άλλο “σου κατέβει στην … καρδιά” ή καλύτερα το θέλημα Του επί της γης, ως εν ουρανώ. Από ότι φαίνεται για το Θεό δεν ισχύει απλή αναλογική, 50% + 1. Αν ζούσαν κανά 10.000 στα Σόδομα και τα Γόμορα οι 10 δίκαιοι που χρειαζόντουσαν ήταν το ένα τοις χιλίοις. Αν ζούσαν 100.000 το ένα τοις μυρίοις είναι η απαιτούμενη αναλογία, το κρίσιμο όριο. Αυτό ίσως είναι το υπόβαθρο του “μη φοβάστε το μικρό ποίμνιο”. Μη το φοβάστε γιατί όντας μόνο 10/00 ή 10/000 αρκεί για να επιτρέψει στον Παντοδύναμο να επέμβει.

Στα 100.000 κοτόπουλα αν βρεθούν (από δικιά τους επιλογή γίνουν) 10 αετοί εν μια νυκτί το κοτέτσι μεταβάλλεται σε αετοφωλιά. Φαντάσου να έχουν βρεθεί οι 9 και η ανθρωπότητα όλη να περιμένει από μένα να γίνω ο δέκατος! "Η εν όλω τω κόσμω παρατηρούμενη πνευματική κρίσις άρα γε δεν είναι προετοιμασία προς μίαν νέαν μεγάλην αναγέννησιν; Επομένως, ό,τι τελείται νυν εις τας ψυχάς μεμονωμένων ατόμων, δύναται να λάβη χώραν και εις πλήθος ψυχών. Και τούτο είναι δυνατόν να έλθη ως ισχυρά πλήμμυρα, ως εκτυφλωτική αστραπή εν μεσονυκτίω σκότει. Η δοθείσα εις ημάς περίοδος της ιστορίας δύναται και θα ώφειλε να αποβή περίοδος αφομοιώσεως του είναι εις όλας αυτού τας διαστάσεις. Εν τω φωτί της ελπίδος ταύτης τα παθήματα καθ' εαυτά διανοίγουν ενώπιον ημών μεγαλειώδες θέαμα: "Ημέρα τη ημέρα ερεύγεται ρήμα, και νυξ νυκτί αναγγέλλει γνώσιν", εάν διερχώμεθα αυτάς εν προσευχή, ήτις φθάνει "τα όρια της οικουμένης"... (ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ, Αρχ. Σωφρονίου, σελ. 133). Όπως έγινε το 313 μ.Χ. ...

Υπέρτατη πράξη του αετού είναι, ήταν και θα είναι το να κοιτά κατάματα τον Ήλιο. Τα άλλα είναι για τις κότες!

Για τον π. Ιωάννη Ρωμανίδη.

Η Ζάν ντ’ Άρκ (η Ιωάννα της Λορένης) κάηκε πάνω στη πυρά των βιαστών της Ρωμηοσύνης.

Ο father John S. Romanides, ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης αναλώθηκε στο πυρ του φλογερού του καημού για τη Ρωμηοσύνη.

Η νεαρή ρωμαίισα της Δύσης με τη θυσία της συνετέλεσε στη διάσπαση του Αγγλοσαξωνικού κέντρου εξουσίας και αυτή η διάσπαση άνοιξε το δρόμο για το μεγάλο σεισμό της γαλλικής Επανάστασης. Το 19ο και 20ο αιώνα, σείστηκαν τα θεμέλια της Φραγκοσύνης, της παραδοσιακά άρχουσας τάξης της Δύσης, και μεγάλο μέρος του οικοδομήματος γκρεμίστηκε. Ο Διαφωτισμός μπορεί να μη κατάφερε να φωτίσει το σκότος των θνητών, να βρει την ανθρωπιά (γιά την οποία τα εκατομμύρια των πολιτών της Δύσης και όλου του πλανήτη, διψούν) αλλά τα θεμέλια των αρχαίων ρωμαϊκών ναών παραμένουν και περιμένουν ... στις βάσεις των Γοτθικών, των Νορμανδικών, των Φράγκικων μεγαθηρίων. Πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά μας θα ‘ναι.

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης αποκωδικοποίησε το επτασφράγιστο μυστικό της μεγαλύτερης επιχείρησης πολιτισμοκάθαρσης που έγινε ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας και δίδαξε ότι η φώτιση δεν έρχεται ούτε μαγικά ούτε εγκεφαλικά παρά μόνο μετά την απαραίτητη προπόνηση, όταν με τον καιρό αρχίσει η θεραπεία του θνητού και το φθαρτό σαρκίο ενδύεται την άκτιστη ευπρέπεια μέσ’ από πόνο και ιδρώτες.

Υπήρξε επιστήμων, καλλιτέχνης επιστήμων, οραματιστής, σχεδόν προφήτης, σκαπανεύς της λεγόμενης ακαδημαϊκής θεολογίας και της ιστορίας κι ας κάποιοι σκαφτιάδες του χώρου εθελοτυφλούν και σιωπούν. Θα λαλήσει ο ουρανός.

Η δίστομος μάχαιρα του Λόγου θα λευτερώσει τους εν κοιλία θηρίου, κείμενους θνητούς και το γνωστό παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας ο μεγαλύτερος εφιάλτης της ανθρωπότητας, θα έχει αίσιο τέλος.

Τον τελευταίο καιρό τον στενοχώρησε η επίθεση που δέχτηκε εκτός των άλλων και εκ δεξιών … την ένοιωσε σαν κάτι άκομψο, τραχύ. Υπάρχει ένα στυλάκι που ενδημεί σ’ όλους τους χώρους. Φοριέται από προοδευτικούς ή συντηρητικούς, παραδοσιακούς ή εκσυγχρονιστές, επαρχιώτες ή πρωτευουσιάνους, κοσμοπολίτες ή αποτραβηγμένους, πλαδαρούς ή γυμνασμένους. Το Στύλ αυτό θα μπορούσε να ελέγξει το Χριστό για ασυνέπεια που δεν έστρεψε και την άλλη σιαγόνα, όταν Τον ράπισε ο δούλος του αρχιερέα ... Μακάρι ν’ αποφύγουμε του Χάμ τη καταδίκη.

Ρωμηός ... κοσμοπολίτης, το πιο επικίνδυνο είδος δηλαδή, δίδαξε και έδειξε λόγοις τε και εικόναις, ότι μπορεί ο χριστιανός, ο ρωμηός, ο βαλκάνιος, ο έλληνας, ο μακεδόνας, ο εδεσσαίος, ο πολίτης του κόσμου, ο καθείς, να περπατάει με ψηλά το κεφάλι, με αξιοπρέπεια, γκρεμίζοντας τις τύψεις και τις ενοχές που σωρεύουν ύπουλα του κόσμου οι δυνάστες στα κεφάλια των θνητών, μ' ανόητους εθνικισμούς, κτηνώδης ρατσισμούς και πνιγηρούς ηθικισμούς.

Το βλέμμα τ’ Αετού σ’ Ανατολή και Δύση, το δένδρο της ζωής στα έγκατα της γης καλλιεργεί κι’ ανθεί και φέρει κι’ άλλο.

Όφις δήξας Καππαδόκην έθανεν.

Είθε ο Συντρίψας την κεφαλήν του όφεως, ο Γιαχβέ, ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος, ο Κύριος της Δόξης να δοξάσει τον π. Ιωάννη Ρωμανίδη.

Νοέμβριος 2001

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ και ΕΘΝΟΦΥΛΕΤΙΣΜΟΣ

Σήμερα η ανθρωπότητα “ζυμώνεται” για να επιτευχθεί η πολυπόθητη παγκοσμιοποίηση. Το ερώτημα, “είσαι υπέρ ή κατά της παγκοσμιοποίησης” είναι παραπλανητικό. Από ρωμαίϊκη άποψη το ερώτημα είναι, “υπέρ ποιάς παγκοσμιοποίησης είσαι;” Είναι αυτονόητο ότι ο στόχος είναι η παγκοσμιοποίηση. Το ερώτημα είναι με ποιού τους όρους θα προχωρήσει. Με αυτούς των Περσών ή με τούς, του Ελληνισμού; Κατά τους περσικούς πολέμους οι αρχαίοι ημών πρόγονοι αντιστάθηκαν στην παγκοσμιοποίηση με τους όρους των Περσών και λίγο μετά πέτυχαν - το ανέφικτο – παγκοσμιοποίηση με τους δικούς τους όρους. Και να ληφθεί υπ’ όψη ότι τότε δεν διέθεταν την αστείρευτη πηγή ενέργειας (άκτιστης) που έχουμε σήμερα στην διάθεσή μας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο καταδίκασε τον εθνοφυλετισμό ως αίρεση. Είναι αίρεση πρώτον γιατί κόβει κομμάτια από την “πίτα” του ποιμνίου της Εκκλησίας και δεύτερον γιατί αλλοιώνει εντελώς την “ματιά” του Kοινωνιολόγου, του Ιστορικού του κάθε σκεπτόμενου θνητού.

Η ελληνική παγκοσμιοποίηση άρχισε με τον Όμηρο (πού σημαίνει συνάντηση), συνεχίστηκε με την “ξενία” (η φιλοξενία συνώνυμη του ξένου), βάθυνε τον καιρό του Ισοκράτη (ο γνωστός ορισμός του Έλληνα – ο μετέχον της ελληνικής παιδείας), απλώθηκε στον κόσμο με τον Μ. Αλέξανδρο, απέκτησε μόνιμη κρατική ισχύ με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, εμπλουτίστηκε όταν ο Ξένος Εκείνος σάρξ εγένετο, και ολοκληρώθηκε από τον μεγάλο μεταρρυθμιστή, τον Flavio Valerio Constantino, τον Μέγα Κωνσταντίνο. Αυτή η παγκοσμιοποίηση κράτησε περίπου 1000 χρόνια (σύν-πλήν μερικούς αιώνες) και μετά το 1453 συνέχισε χωρίς κρατική οντότητα, ως καημός της Ρωμηοσύνης. Το πολίτευμα εκείνο, η παγκοσμιοποιημένη εκείνη κοινωνία, αντιστάθηκε στους βάρβαρους ρατσιστές, εθνικιστές εχθρούς της με επιτυχία μέχρι τον 7ο αιώνα. Από τότε άρχισε η αντίστροφη μέτρηση σε Ανατολή και Δύση. Στην Ανατολή κέρδιζε έδαφος ο αραβικός εθνοφυλετισμός και στη Δύση από τον 9ο κυρίως αιώνα ο αντίστοιχος φραγκο-τευτονικός. Τελικά κατά τον 19ο και 20ο αιώνα ολοκληρώθηκε η μεγαλύτερη επιχείρηση πολιτισμοκάθαρσης που στήθηκε ποτέ. Σήμερα κάθε λογικός αναλυτής οφείλει να αγνοεί την επί 1000 χρόνια κυρίαρχη παγκοσμιοποίηση (τή Ρωμηοσύνη) και να βλέπει την ιστορία με τα γυαλιά της αίρεσης του εθνοφυλετισμού.

Ο ελληνικός πολιτισμός διασώθηκε στη Δύση αλλά σε μια αιρετική εκδοχή του. Παραθεωρήθηκε η σπουδαιότητα του μύθου, της εικόνας  και απολυτοποιήθηκε η σημασία του λόγου, της αλήθειας (πού κατάντησε ορθολογική εκδοχή) εις βάρος του κάλλους (πού εξοστρακίστηκε στο κόσμο των ιδεών). Κουτσός Ελληνισμός, με ένα ποδάρι, βασανίζει και σακατεύει επί αιώνες τους ταλαίπωρους θνητούς. Σήμερα χτίζετε μια καινούργια παγκοσμιοποίηση κι έχει επιλεγεί για σκελετός το χρήμα και η τεχνολογία, με όχημα την εικόνα και δη την κινούμενη του Χόλυγουντ και του CNN. Ο Λόγος όμως σάρξ εγένετο, σώζοντας ακριβώς τον άνθρωπο από τις μεταπτώσεις στα άκρα του μύθου ή του λόγου. Παρέχοντας άπειρη, άκτιστη δύναμη βοηθάει τον θνητό να καλλιεργεί ταυτόχρονα τις δυο αλληλοαναιρούμενες σε κτιστό επίπεδο λειτουργίες του, του παρέχει την δυνατότητα να θέτει σε πλήρη, αρμονική, εν ειρήνη λειτουργία τα δυο εγκεφαλικά του ημισφαίρια. Γαντζωμένος ως άλλος Οδυσσέας στα απομεινάρια του πλοίου ξεφεύγει, απ’ τη Σκύλλα των λόγων (τίς σκέψεις που ζώνουν σαν τα φίδια και βασανίζουν τον θνητό) και από τη Χάρυβδη, το χάος των λογισμών και των εικόνων, το δάσος. Γλυτώνει από τους “λόγους και τους λογισμούς της πονηρίας”. Στο αδιέξοδο δόθηκε διέξοδος, η επί ξυρού ακμής ισορροπία, η καλούμενη και Ορθοδοξία. Το αίτημα του μέτρου βρήκε ρεαλιστική εκπλήρωση στο Σταυρό.

Η Εκκλησία ως εθναρχία δεν εκκοσμικεύθηκε αναλαμβάνοντας τη σωτηρία ενός έθνους, αλλά αγωνίστηκε να περισώσει ότι ήταν δυνατόν από εκείνη την πρώτη παγκοσμιοποίηση. Ο ρόλος της δεν είναι η αντιεκσυγχρονιστική, αντιδραστική “επιβολή του προαστικού πατριαρχισμού στη νεοελληνική κοινωνία και νοοτροπία” αλλά 1) η με προφητική έμπνευση ενδυνάμωση της κοινωνίας με την άκτιστη δύναμη που διαθέτει η Εκκλησία του Χριστού και 2) η προσφορά της ιστορικής της πείρας (τής Ρωμηοσύνης) ώστε να πετύχει και αυτή η δεύτερη (τά τελευταία 3.000 χρόνια) προσπάθεια παγκοσμιοποίησης. Να γίνει δηλαδή εφικτό να νικηθούν οι δυνάμεις της εντροπίας και του χάους που εμφωλεύουν στην ανθρώπινη φύση και κοινωνία και να κυριαρχήσει η πληροφορία, ο λόγος, που επιτρέπει να συμβαίνει το θαύμα, η τρέλα της ζωής.

“Φίδι, πίθηκος κι αετός” είναι οι δυνατές εκδοχές. Μετοχή σε κτιστή δύναμη προερχόμενη από το πνεύμα το σκοτεινό, δύναμη ταραχώδη, τρεμουλιάρικια, με ημερομηνία λήξης. Πραγμάτωση της ζωώδους εγγενούς δυνάμεως με όλα τα συμπαραμαρτούμενα της ζούγκλας. Μετοχή σε άκτιστη δύναμη που μεταλλάσσει το σκουλήκι σε αετό. Αετός το σύμβολο της Ρωμηοσύνης για να θυμίζει τον προορισμό του ανθρώπου, για να υπενθυμίζει την έννοια του ανθρώπου. Άνθρωπος, ο άνω θρώσκον, αυτός που τείνει προς τα άνω, όχι αναζητώντας ηλιθίως θεούς και άλλα ανώτερα όντα, αλλά αυτός που έχοντας υπομείνει εν τω Άδη χρόνον ικανόν, έχοντας εκεί το σπίτι του, “κράτα τον νού σου στον Άδη και μην απελπίζου”, όταν έρχεται η ώρα δέχεται την έμπνευση, ξεχειλίζει και δρά, ομιλεί και ενεργεί, “βγαίνει” και πάλι μέσα μπαίνει, στον οίκο επιστρέφει. Δηλαδή καθημερινώς κι ολημερής, εκτός διαλειμμάτων γιά-ξεκούραση ή από έμπνευση, εν τη οικία ζεί, “μόνος στο σπίτι”, εις την οικία μένει, την Οικουμένη αναμένει.

Μάρτιος 2001

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ

“Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου”. Σε πολλούς τομείς δυνατόν να ανιχνευθεί εκκοσμίκευση. Υπάρχει η δυνατότητα εκκοσμίκευσης της εκκλησιαστικής μουσικής οπότε ο καλλίφωνος αοιδός αντί να ψάλλει τραγουδάει, τραγικά, καλλικελαηδιαστικά, κωμικοτραγικά κινούμενος, μορφάζοντας. Διασπά την ευχετική επίκληση “τους κοπιώντας και ψάλλοντας” με το να συντελεί ώστε άλλοι να είναι οι ψάλλοντες και άλλοι οι κοπιώντες. Αντί κοπιώντες να είναι αυτοί που ψάλλουν, κοπιάζουν και κατακουράζονται αυτοί που ακούνε και υφίστανται στα αυτιά τους (και όχι μόνο) το “χάρισμα” του “χαρισματούχου”. Η “πίττα” μοιράζεται στους δυο-τρεις εμπειρογμώνονες ώστε όλοι τους να ηδονιστούν αυτόνομα. Στα “παραδοσιακά” ψαλτήρια του Αγίου Όρους για παράδειγμα συμψάλλουν οι γνωρίζοντες και μόνο σε εξαιρετικά δύσκολα κομμάτια προεξάρχει ένας. Στην εκκοσμίκευση του αναλογίου συνέβαλλε πολύ και η μεταρύθμιση στην μουσική γραφή που έγινε στα τέλη του 19ου αιώνα. Με την περίπλοκη εκείνη γραφή εξασφαλιζόταν το ότι δύσκολα πολύ δύσκολα κάποιος αισθανόταν μαΐστορας. Δύο είναι οι μέθοδοι για να μάθει κανείς να ψάλλει. 1) Η καθαρώς τεχνική και 2) η βιωματική που ακόμη και αν κανείς δεν ξέρει τα μουσικά επιτρέπει στον άδοντα να ψάλλει (και όχι να τραγουδά) όσο δύναται. Η “απλοποίηση” βοήθησε την απολυτοποίηση της τεχνικής. Και τα αναλόγια γέμισαν από “εμπειρογνώμονες” τραγουδιστές. Υπάρχει περίπτωση εκκοσμίκευσης στην αγιογραφία, στον καθημερινό βίο και φυσικά στη θεολογία. Γενικότερα, στον τρόπο με τον οποίο ο θνητός σκέφτεται. Σε αυτά που όταν σκέφτεται θεωρεί αυτονόητα. Στα γυαλιά που φοράει. Σήμερα κυριαρχεί και μεταξύ ημών των ορθοδόξων πλέον (και κυρίως των μετά φανατισμού αυτοαποκαλούμενων ορθοδόξων) ο δυτικός τρόπος του σκέπτεσθαι, του βλέπειν. Το σκέπτομαι προέρχεται από το παρατηρώ. Δηλαδή φορώντας ξένα γυαλιά αγωνιζόμαστε για τα ημέτερα.

Ο σύγχρονος θεματοφύλακας της προδομένης παραδόσεως διαποτισμένος από το “αυτονόητο” “σκέφτομαι άρα υπάρχω” νοιώθει σαν έσχατη μείωση, σαν ύβρη την διατύπωση ότι είναι δυνατόν ο χαρισματικός δέκτης του θείου φωτισμού να εμφανίζεται μεταξύ των θνητών με μειωμένες διανοητικές ικανότητες. Πράγματι ο φωτισμός της νοερής ενέργειας, η συνακόλουθη θέωση, εκτός των άλλων ρυθμίζει και τις εγκεφαλικές λειτουργίες του θνητού. Μας λένε οι επιστήμονες ότι ο εγκέφαλος λειτουργεί κατά 10%. Στον άγιο λοιπόν ο ρυθμισμένος εγκέφαλος έχει την δυνατότητα να λειτουργεί όταν χρειάζεται 100%. Η απουσία της τυραννίας των λογισμών που καταπονεί τα νευρικά μας κύτταρα, που μας απορυθμίζει, του δίνει την δυνατότητα να εκμεταλλεύεται στο έπακρον της όποιες εγκεφαλικές του δυνατότητες. Εδώ ακριβώς όμως είναι το κρίσιμο σημείο. Τις όποιες εγκεφαλικές του δυνατότητες. Άλλος γεννιέται με 50ντάρα μηχανή και άλλος με 500σάρα και άλλος με μηχανή που διαθέτει πέντε χιλιάδες ή και πέντε μυριάδες κυβικά. Μπορεί κάποιος δηλαδή να είναι εξ απόψεως σωματικής – εγκεφαλικής μηχανής ντιπ κρετίνος. Κληρονομικά να έχει εκ γενετής εγκέφαλο “αφασία”. Αυτός αν βρει έναν πνευματικό έμπειρο και τον υπακούσει θα καθαριστεί, θα φωτιστεί και δύναται να οδηγηθεί και στην θέωση. Ναι, αλλά ο εγκέφαλος θα παραμένει σε “αφασία”. Εκτός και αν υπάρχει λόγος και γίνει ειδικό θαύμα, ας πούμε σαν κάποιον εκ γενετής τυφλό που θαυματουργικά θεραπεύεται. Αυτό όμως δεν είναι απαραίτητο μπορεί να γίνει (αν υπάρχει λόγος) μπορεί όμως κάλλιστα και να μη γίνει. Σε αυτή λοιπόν την τελευταία περίπτωση θα έχουμε έναν άγιο αγιότατο, φορέα της ακτίστου θείας χάριτος ο οποίος όμως, όπως άλλοι είναι τυφλοί, ανάπηροι κ.λπ. θα είναι βλάξ!

Βασικό θεμέλιο του δυτικού τρόπου είναι ότι άνθρωπος, Εγώ, είναι αυτός που έχει καλλιεργημένη τη διάνοια, τον εγκέφαλο. “Σκέφτομαι άρα υπάρχω”. Ο άλλος, ο “καθυστερημένος”, ο προβληματικός στο ρετιρέ, θεωρείται κατώτερης κλάσεως άνθρωπος, αν θεωρείται άνθρωπος. Ή έχεις ρετιρέ ή σε φωνάζουν ρέ! …

Πως λοιπόν αντιμετωπίζει κανείς την ερώτηση: “Μπορεί ένας άγιος να είναι βλάκας;” Έ! Για σιγά το παραξηλώσαμε … ξεφύγαμε εντελώς δηλαδή. Για πρόσεξε πως εκφράζεσαι. Λίγος σεβασμός. Υβρίζεις το άγιο Πνεύμα … Μπορεί ένας άγιος να είναι φαλακρός; Φυσικά, τι πειράζει; Μπορεί ένας άγιος να είναι κουτσός; Εννοείται. Μπορεί να είναι τυφλός; Και βέβαια. “Βλάξ;” Έ! Φτάνει πια! Συμμαζέψου γιατί θα τις μαζέψεις. Αναίσθητε. Εξυπνάκια. Ανόητε.

Αν λοιπόν στο άκουσμα αυτής της είδησης νοιώθουμε ντροπή ή έστω και μια μικρή συστολή (και όλοι οι, φίλα προσκείμενοι, το νοιώθουμε αυτό) τότε έχουμε μολυνθεί από το μικρόβιο της σύγχρονης νοησιαρχικής ανθρωπολογίας, το “σκέφτομαι άρα υπάρχω” και νοιώθουμε ως υπέρτατη προσβολή της οντολογικής ποιότητας, της τιμής ενός αγίου, την αναφορά σε τυχόν διανοητική του υστέρηση. Νοιώθουμε τον μη καλλιεργημένο και μη χαρισματικό διανοητικά ως κατώτερου επιπέδου άνθρωπο άρα θεωρούμε το “βλάξ” ανάξιο χαρακτηρισμό για κάποιον καθόλα ως θα όφειλε έντιμο και τιμώμενο άγιο. Ιδού ένα κριτήριο για να εντοπισθεί αυτή η αλλοτρίωση του παρατηρούντος, τα ξένα “γυαλιά”. Κάτι σαν βάμμα του ηλιοτροπίου.

Αυτόν ακριβώς τον χαρακτηρισμό του βλάκα, του μωρού, χρησιμοποιεί άλλωστε και ο Απόστολος των εθνών όταν μας υπενθυμίζει: “Βλέπετε γαρ την κλήσιν υμών, αδελφοί, ότι ου πολλοί σοφοί κατά σάρκα, ου πολλοί δυνατοί, ου πολλοί ευγενείς· αλλά τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα καταισχύνη τους σοφούς, και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα καταισχύνη τα ισχυρά, και τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, τα μη όντα, ίνα τα όντα καταργήση, όπως μη καυχήσηται πάσα σάρξ ενώπιον του Θεού”. Ο ίδιος από πρώτο χέρι υπέφερε από τη μωρία κάποιων επώνυμων που δεν έλεγαν να καταλάβουν την παγκοσμιότητα του ευαγγελικού κηρύγματος και ήθελαν ντε και καλά να το περιορίσουν, να το εγκλωβίσουν, στα εβραϊκά ήθη και έθιμα. Και αυτά συμβαίνουν ακριβώς για να “μή καυχήσηται πάσα σάρξ ενώπιον του Θεού” γιατί ο εγκέφαλος και οι πολυτιμώμενες εγκεφαλικές λειτουργίες του λόγου είναι σκέτη σάρξ.

Και όχι μόνο αυτό αλλά ας προσέξει όποιος του έτυχε υψηλών προδιαγραφών “εργαλείο” στο ρετιρέ “εί τις δοκεί σοφός είναι εν υμίν εν τω αιώνι τούτω, μωρός γενέσθω, ίνα γένηται σοφός. Η γαρ σοφία του κόσμου τούτου μωρία παρά τω Θεώ εστιν”. Ας προσέξει πολύ και κυρίως ας το παρατήσει άχρι καιρού, ας το ξενοικιάσει το ρετιρέ δια της υπακοής, για να θεραπευθεί από την εντός του εκκοσμίκευση γιατί η βασιλεία που με το Πάτερ ημών έχει εθισθεί την έλευσή της να αποζητά ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου.

Οκτώβριος 2002

ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΗΣ FYROM

Οι κάτοικοι του κράτους της FYROM προφανώς θέλουν να λέγονται Μακεδόνες. Δικαίωμα τους. Τι γλώσσα έχουν επιλέξει; Ελληνικά ή σλαβικά; Σλαβικά. Δικαίωμα τους. Πρέπει λοιπόν, η Ελλάδα να τους ζητήσει συγνώμη για τον πολιτιστικό τους βιασμό εκ μέρους του Ελληνισμού. Το όνομα Μακεδονία είναι ελληνικό, οπωσδήποτε η κατάληξη –ία. Για να διορθωθεί λοιπόν η κατάσταση, η ονομασία της χώρας τους θα πρέπει να αποκτήσει σλαβότροπη κατάληξη, π.χ. την κατάληξη –σκα, δηλαδή να ονομάζονται διεθνώς Μακεντόνσκα. Οπότε το Macedonia θα προσδιορίζει την ιστορική και τη σύγχρονη ελληνική Μακεδονία και το Makedonska (με k, μια και το δίγραμμα-σήμα της FYROM, το αντίστοιχο του δικού μας GR, είναι το MK) τη FYROM. Εκτός αν θέλουν να αναγνωρίσουν ως επίσημη γλώσσα τους τα ελληνικά και να αποποιηθούν το πανσλαβιστικό τους ιδεολόγημα με τον ανθελληνικό του εθνικισμό.

Αυτά από σεβασμό προς το δικαίωμα τους να αυτοπροσδιορίζονται ως σλαβόφωνοι. Και αν παρελπίδα παρουσιαστεί πρόβλημα με τους εκεί αλβανόφωνους εθνικιστές ας ονομαστούν … Makedonili (κατά το τούρκικο Ρούμελη, τούρκ. -ιλι= η χώρα) ή Makedonland! Καλό και χρήσιμο είναι να λαμβάνονται μέτρα για τον περιορισμό, αν είναι δυνατόν και την εξάλειψη, του ελληνικού εθνικισμού παράλληλα όμως η χώρα οφείλει να λαμβάνει μέτρα και για τον περιορισμό (τουλάχιστον “τον αφοπλισμό” όσο είναι δυνατόν) του ανθελληνικού εθνικισμού των πέριξ. Διότι, “εδώ είναι Βαλκάνια …”.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο Τσαρκνιάς συστηματικά αποφεύγει να δεχτεί τον όρο Σλαβομακεδόνας επειδή ξέρει ότι σε πολλούς ντόπιους Μακεδόνες είναι αντιπαθής. Τον εξυπηρετεί όμως το να επικρατήσει μεταξύ των ελληνόφωνων οι ντόπιοι κάτοικοι της ελληνόφωνης Μακεδονίας να αποκαλούνται Σλαβομακεδόνες γιατί στριμώχνονται στο δίλημμα: ή “θα το παίξουν κότες” και θα λένε, ναι, είμαστε Σλαβομακεδόνες με ελληνική συνείδηση επειδή δουλεύουν στη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ κ.λπ. οπότε θα εμφανίζονται ως προδότες των πατρογονικών τους, ή όσοι έχουν φιλότιμο, θα αγανακτούν και θα πηγαίνουν με τη μεριά του.

Οκτώβριος 2002

 

 

ΠΕΡΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

ΕΡΩΤΗΣΗ:

Αλήθεια πες μου για τις απόψεις του Α. Γρηγορίου Νύσσης περί αποκαταστάσεως των πάντων … Ναι μεν η εκκλησία δεν τις δέχεται , όμως υπό ποίο πρίσμα εκείνος τις διατύπωσε;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης στο λόγο του: “ΕΙΣ ΤΟ “ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ Ο ΥΙΟΣ ΥΠΟΤΑΓΗΣΕΤΑΙ ΤΩι ΥΠΟΤΑΞΑΝΤΙ ΑΥΤΩι ΤΑ ΠΑΝΤΑ”” γράφει:

… ει γαρ τα όντα πάντα ουκ έκ τινος υποκειμένης ύλης προς το φαινόμενον μετεσκευάσθη αλλά το θείον θέλημα ύλη και ουσία των δημιουργημάτων εγένετο, πολύ μάλλον δυνατόν είναι κατασκευάζει το ήδη όν εις το ίδιον σχήμα πάλιν επαναχθήναι ή το εξ αρχής μη όν εις υπόστασίν τε και ουσίαν ελθείν.

… αν δηλαδή όλα τα όντα δεν μετασκευάστηκαν από κάποια υποκείμενη ύλη στη μορφή με την οποία φαίνονται, αλλά ύλη και ουσία των δημιουργημάτων έγινε το θείο θέλημα, είναι πολύ πιο εύκολο να επαναφερθεί πάλι στο δικό του σχήμα αυτό που ήδη υπάρχει παρά να έρθει σε υπόσταση και ουσία αυτό που δεν υπάρχει από την αρχή. (σελ. 81).

Το θείο θέλημα έγινε ύλη και ουσία των δημιουργημάτων. Οι άγιοι εν θεωρία βλέπουν τους λόγους των όντων δηλαδή την δημιουργική ενέργεια του Θεού που κάνει τα όντα να υπάρχουν, δηλαδή το θείο θέλημα που έγινε ύλη και ουσία των δημιουργημάτων. “Είναι πιο εύκολο να επαναφέρει το ήδη ον στο δικό του σχήμα παρά να δημιουργήσει” εκ του μηδενός. Δεν πρόκειται για επανασυναρμολόγηση των μερών της ουσίας του σώματος αλλά για επαναφορά του δικού του σχήματος. Το αναστημένο σώμα μάλλον δεν θα αποτελείται από την ίδια ουσία δηλαδή από τα ίδια άτομα και μόρια που το επί γης αποτελείτο. Αυτό είναι μάλλον αδύνατο γιατί τα συγκεκριμένα άτομα που αποτελούν το σώμα μου το πιθανότερο είναι ότι κάποτε στο παρελθόν οικοδομούσαν, ή κάποτε στο μέλλον θα οικοδομήσουν, κάποιο άλλο σώμα. Σε ποιο λοιπόν θα πρωτοπάνε; Τα υλικά του σώματός μας δεν φυλάγονται σε κάποια αποθήκη ώστε αυτούσια να ξαναχρησιμοποιηθούν για να ξανασυναρμολογήσουν το αναστημένο μας σώμα. Αυτό που θα ξανα-υπάρξει τότε μάλλον θα είναι η πληροφορία που είχε το σώμα μας εκ κατασκευής συν την πληροφορία που καθόλη τη διάρκεια της επίγειας ζωής αποθηκεύτηκε στο κτιστό μας σαρκίο, η αρχική και η επίκτητη δομή … Π.χ. ο τάδε νευρώνας “έμαθε” να λειτουργεί με τον x τρόπο· οι συνάψεις του διεγείρονται κάτω από τις x συνθήκες. Ή απλούστερα: συνήθισα να ικανοποιούμαι, να ηδονίζομαι τρώγοντας το συγκεκριμένο προφιτερόλ που τάδε Ζαχαροπλαστείου. Τότε δεν θα μπορώ να το έχω και η έλλειψή του θα με βασανίζει, θα “καίγομαι από τη δίψα” για προφιτερόλ. Αυτό που θα έχει αναστηθεί, ανασυσταθεί θα είναι το σύνολο των αποθηκευμένων πληροφοριών της επιγής ζωής μου ή κάπως έτσι … ή και εντελώς αλλιώς …

Συνεχίζουμε με αποσπάσματα από τον παραπάνω λόγο του αγίου Γρηγορίου Νύσσης:

… ότι ποτέ προς το μη όν η του κακού φύσις μεταχωρήσει, παντελώς εξαφανισθείσα του όντος, και πάσαν λογικήν φύσιν η θεία τε και ακήρατος αγαθότης εν εαυτή περιέξει, μηδενός των παρά του θεού γεγονότων της βασιλείας του Θεού αποπίπτοντος, όταν πάσης της εμμιχθείσης τοις ούσι κακίας οίόν τινος ύλης κιβδήλου δια της του καθαρσίου πυρός χωνείας αναλωθείσης, τοιούτον γένηται πάν ό παρά του Θεού έσχε την γένεσιν, οίον εξ αρχής ήν ότε ούπω την κακίαν εδέξατο. Τούτο δε γίνεσθαι λέγει ούτως· εγένετο, φησίν, εν τη θνητή τε και επικήρω των ανθρώπων φύσει η καθαρά και ακήρατος του Μονογενούς θεότης …

… ότι κάποτε η φύση του κακού θα μεταβεί στο μη όν εξαφανισμένη ολότελα από το όν και η θεία και αθάνατη αγαθότητα θα περιλάβει μέσα της κάθε λογική φύση και δε θα εκπέσει από τη βασιλεία του Θεού τίποτε από όσα ο Θεός έχει κάνει· όταν όλη η κακία που έχει αναμιχθεί μέσα στα όντα αφαιρεθεί με το λιώσιμο από το καθαρτήριο πυρ, σα μια νόθη ύλη, κάθε τι που έλαβε τη γένεσή του από το Θεό θα γίνει τέτοιο που ήταν από την αρχή, όταν δεν είχε δεχθεί την κακία. Και αυτό λέει ότι γίνεται με τον εξής τρόπο. Η καθαρή και γνήσια θεότητα του Μονογενούς εισήλθε, λέει, στη θνητή και φθαρτή φύση των ανθρώπων … (σελ. 85).

… εν εκείνω πάσα κακίας φύσις εξηφανίσθη Ός αμαρτίαν ουκ εποίησεν … συνηφανίσθη δε μετά της αμαρτίας εν τω αυτώ και ο επακολουθών αυτή θάνατος (ου γαρ εστιν άλλη θανάτου γένεσις πλην αμαρτία) …

… είχε εξαφανισθεί κάθε φύση κακίας από εκείνον που “δεν έκανε αμαρτία” … συναφανίστηκε σ’ Αυτόν τον ίδιο μαζί με την αμαρτία και το επακόλουθό της ο θάνατος (γιατί ο θάνατος δε γεννιέται από πουθενά αλλού εκτός από την αμαρτία) …(σελ. 85).

Θεού δε υποταγή εστιν η παντελής του κακού αλλοτρίωσις. όταν ουν κατά μίμησιν της απαρχής έξω του κακού πάντες γενώμεθα, τότε όλον το φύραμα της φύσεως τη απαρχή συμμιχθέν και έν κατά το συνεχές σώμα γενόμενον του αγαθού μόνου την ηγεμονίαν εφ· εαυτού δέξεται, και ούτω παντός του της φύσεως ημών σώματος προς την θείαν τε και ακήρατον φύσιν ανακραθέντος εκείνη η του Υιού λεγομένη υποταγή δι· ημών γίνεται, της εν τω σώματι αυτού κατορθωθείσης υποταγής εις αυτόν αναφερομένης τον εν ημίν την χάριν της υποταγής ενεργήσαντα. …

υποταγή στο Θεό είναι η πλήρης αποξένωση από το κακό. Όταν λοιπόν κατά μίμηση της απαρχής βρεθούμε όλοι έξω από το κακό, τότε το σύνολο της φύσης μας, αφού αναμιχθεί με την απαρχή κι αφού γίνει μαζί της ένα συνεχές σώμα, θα δεχτεί επάνω του την αποκλειστική ηγεμονία του αγαθού. Κι έτσι, αφού ανακραθεί ολόκληρο το σώμα της φύσης μας με τη θεία και αθάνατη φύση, πραγματοποιείται σ’ εμάς αυτή η λεγόμενη υποταγή του Υιού, αφού η υποταγή που επιτυγχάνεται εις το σώμα Του αναφέρεται σ’ Αυτόν, που ενέργησε μέσα μας τη χάρη της υποταγής. … (σελ. 87).

… δήλον γαρ ότι τότε αληθές έσται το εν πάσι τον Θεόν είναι, όταν μηδέν κακόν ενθεωρήται τοις ούσιν.

… είναι δηλαδή φανερό ότι τότε θα επαληθευτεί η παρουσία του Θεού μέσα σε όλα, όταν δεν θα παρατηρείται μέσα στα όντα κανένα κακό.

Ου γαρ δη και εν κακώ τον Θεόν εικός εστι γίνεσθαι.

Γιατί ασφαλώς δεν είναι φυσικό ο Θεός να εισέρχεται και μέσα στο κακό.

Ώστε ή ουκ εν πάσιν έσται όταν υπολειφθή τι κακόν εν τοις ούσιν ή, ει αληθώς εν πάσι χρή πιστεύειν αυτόν είναι, το μηδέν κακόν είναι τη περί τούτου πίστει συναποδείκνυται.

Ώστε ή δε θα βρίσκεται μέσα σε όλα, όταν απομείνει ένα υπόλειμμα κακού μέσα στα όντα ή, αν πρέπει να πιστεύουμε ότι βρίσκεται στ’ αλήθεια μέσα σε όλα, τότε αποδεικνύεται (μαζί με αυτή την πίστη γι’ Αυτόν) ότι δεν υπάρχει κανένα κακό. (σελ. 89).

Ου γαρ εστι δυνατόν εν κακώ τον Θεόν γενέσθαι …

Γιατί δεν είναι δυνατό ο Θεός να βρεθεί μέσα στο κακό …

… πάντα ημίν τον θεόν γίνεσθαι όσα τη ζωή ταύτη αναγκαία δοκεί …

… ο Θεός (στη μέλλουσα ζωή) γίνεται σ’ εμάς τα πάντα, όσα στη ζωή αυτή θεωρούνται απαραίτητα … (σελ. 91)

… ώστε και βρώσιν είναι τον θεόν ημίν, ως εικός βρωθήναι θεόν, και πόσιν, ωσαύτως έν δυμά τε και σκέπην αέρα τόπον πλούτον απόλαυσιν κάλλος υγίειαν ισχύν φρόνησιν δόξαν μακαριότητα και πάν όσον εν τη αγαθή κρίνεται μοίρα ου επιδεής η φύσις εστί, προς το θεοπρεπές αναγομένης της σημασίας των ειρημένων·

… ώστε και φαγητό είναι ο Θεός για μας, με τον τρόπο που είναι φυσικό να γίνει για μας τροφή ο Θεός, και πιοτό, καθώς επίσης και φόρεμα και στέγη, αέρας, τόπος, πλούτος, απόλαυση, ομορφιά, υγεία, ισχύς, φρόνηση, δόξα, μακαριότητα και κάθε τι που λογαριάζεται στην αγαθή μοίρα, και το έχει ανάγκη η φύση μας, αλλ’ αναφέρεται η σημασία των λεγομένων σ’ αυτό που αρμόζει στο Θεό.

Ως δια τούτου μαθείν ότι ο εν τω θεώ γενόμενος πάντα έχει εν τω εκείνον έχειν. ουδέν δε έτερόν εστι το έχειν τον θεόν ή το ενωθήναι θεώ. Ουκ αν δε τις άλλως ενωθείη μη σύσσωμος αυτώ γενόμενος …

Ώστε μ’ αυτό μαθαίνομε ότι όποιος είναι μέσα στο Θεό, έχει τα πάντα με το να έχει μέσα του Εκείνον. Και το να έχει κανένας το Θεό δεν είναι τίποτε άλλο παρά το να ενωθεί με το Θεό. Και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ενωθεί κανένας μαζί Του, αν δε γίνει σύσσωμος μ’ Εκείνον … (σελ. 91).

… Όταν ουν δια πάντων έλθη το αγαθόν, τότε όλον αυτού το σώμα υποταγήσεται τη ζωοποιώ εξουσία, και ούτως η του σώματος τούτου υποταγή αυτού λέγεται είναι του Υιού υποταγή του ανακεκραμένου προς το ίδιον σώμα, όπερ εστίν η Εκκλησία,

… Όταν λοιπόν το αγαθό περάσει σε όλα, τότε όλο το σώμα του θα υποταχθεί στη ζωοποιό εξουσία και έτσι η υποταγή του σώματός Του λέγεται πως είναι υποταγή του Υιού, που έχει ανακραθεί με το δικό του σώμα, που είναι η Εκκλησία … (σελ. 91).

… όταν ομόφωνος πάσα η κτίσις γένηται προς εαυτήν και Πάν αυτώ γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων και πάσα γλώσσα εξομολογήσηται ότι Κύριος Ιησούς Χριστός. Τότε πάσης της κτίσεως έν σώμα γενομένης και πάντων δια της υπακοής μετ· αλλήλων εν Αυτώ συμφυέντων, την του ιδίου σώματος προς τον Πατέρα υποταγήν εις Εαυτόν αναφέρει …

… όταν όλη η φύση θα συμφωνήσει με τον εαυτό της και κάθε ύπαρξη θα γονατίσει σ’ Αυτόν, επουράνια, επίγεια, υποχθόνια και κάθε γλώσσα ομολογήσει ότι ο Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός. Τότε αφού ολόκληρη η φύση γίνει ένα σώμα κι αφού με την υπακοή συνενωθούν όλοι μεταξύ τους μέσα σ’ Αυτόν, αναφέρει στον Εαυτό Του την υποταγή του δικού Του σώματος προς τον Πατέρα. (σελ. 93).

… η του εκκλησιαστικού σώματος υποταγή αναφέρεται εις τον ενοικούντα τω σώματι.

… η υποταγή του σώματος της Εκκλησίας αναφέρεται σ’ Αυτόν που ενοικεί μέσα στο σώμα.

Και επειδή πάν το γενόμενον εν αυτώ σώζεται, η δε σωτηρία δια της υποταγής ερμηνεύεται, καθώς η ψαλμωδία νοείν υποτίθεται, ακολούθως το μηδέν έξω των σωζομένων είναι πιστεύειν εν τω μέρει τούτω του αποστόλου μανθάνομεν. Τούτο δε τη του θανάτου καθαιρέσει και τη του Υιού υποταγή διασημαίνει ο λόγος …

… Και επειδή οτιδήποτε βρεθεί μέσα Του σώζεται και η σωτηρία ερμηνεύεται με την υποταγή, όπως οι Ψαλμοί μας υποβάλλουν να σκεφτούμε, μαθαίνουμε κατά λογική ακολουθία από το χωρίο αυτό του Αποστόλου να πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει τίποτε έξω από αυτούς που σώζονται. Και το νόημα αυτό το δηλώνει ο λόγος με την κατάλυση του θανάτου και την υποταγή του Υιού … (σελ. 95)

Σώμα δε Αυτού, καθώς είρηται πολλάκις, πάσα η ανθρωπίνη φύσις ή κατεμίχθη.

Σώμα Του, όπως πολλές φορές λέχθηκε, είναι όλη η ανθρώπινη φύση, με την οποία αναμίχθηκε. (σελ. 95)

… ουκ έστιν άλλως του κακού χωρισθήναι μη τω Θεώ δια της υποταγής ανακραθέντας …

… δεν είναι δυνατόν αλλιώς να χωρισθεί κάποιος από το κακό παρά μόνο με την ένωση με τον Θεό δια της υποταγής …

… των γαρ εχθρών, τους μεν υποταγήσεσθαι λέγει, τους δε καταργηθήσεσθαι. καταργείται μεν ουν ο τη φύσει εχθρός, τουτέστι ο θάνατος, και η περί αυτόν της αμαρτίας αρχή τε και εξουσία και δύναμις. Υποταγήσονται δε οι καθ· έτερον λόγον εχθροί του Θεού λεγόμενοι, οι από της βασιλείας προς την αμαρτίαν αυτομολήσαντες

… από τους εχθρούς άλλοι θα υποταχθούν κι άλλοι θα καταργηθούν. Θα καταργηθεί ο φυσικός εχθρός, δηλαδή ο θάνατος, και η αρχή επάνω σ’ αυτόν και εξουσία και δύναμη της αμαρτίας. Ενώ θα υποταχθούν οι γι’ άλλο λόγο λεγόμενοι εχθροί του Θεού, όσοι αυτομόλησαν στην αμαρτία από τη βασιλεία του Θεού …(σελ. 103).

… την γαρ ενταύθα υποταγήν εκεί καταλλαγήν ονομάζει, έν νόημα δι· εκατέρου των ονομάτων ενδειξάμενος την σωτηρίαν. Ώς γαρ εκ της υποταγής το σωθήναι προσγίνεται, ούτω και εν ετέρω φησίν ότι Καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή Αυτού. Τους μεν ουν τοιούτους εχθρούς υποτάσσεσθαι λέγει τω Θεώ και Πατρί, τον δε θάνατον και την περί αυτόν αρχήν μηκέτι έσεσθαι.

… την υποταγή που λέει εδώ, εκεί την ονομάζει ‘συμφιλίωση’, και με καθένα από τα δύο ονόματα δηλώνει τη σωτηρία. Γιατί, όπως από την υποταγή προέρχεται η σωτηρία, έτσι και σε άλλο σημείο λέει ‘αφού συμφιλιωθούμε μαζί του, θα σωθούμε μέσα στη ζωή Εκείνου’. Οι εχθροί αυτοί λοιπόν, λέει, ότι υποτάσσονται στο Θεό και Πατέρα ενώ ο θάνατος και η εξουσία του δε θα υπάρχει πια. (σελ. 103).

Τούτο γαρ ενδείκνυται η του καταργηθήσεσθαι λέξις· ως δια τούτου γενέσθαι δήλον ότι των μεν κακών η δυναστεία εις το παντελές εξαργηθήσεται. οι δε δια της παρακοής εχθροί του θεού κληθέντες, ούτοι δια της υποταγής φίλοι του κυρίου γενήσονται, όταν πεισθώσι τω λέγοντι ότι Υπέρ Χριστού πρεσβεύομεν, ως του θεού παρακαλούντος δι· ημών· δεόμεθα υπέρ Χριστού, καταλλάγητε τω θεώ, και κατά την γενομένην εν τω ευαγγελίω υπόσχεσιν ουκέτι εν τοις δούλοις υπό του κυρίου αλλ· εν τοις φίλοις καταλλαγέντες αριθμηθήσονται.

Αυτό σημαίνει η λέξη ‘θα καταργηθούν’, ώστε μ’ αυτό να γίνει φανερό, ότι θ’ αφαιρεθεί ολότελα η δυναστεία των κακών, ενώ αυτοί που, επειδή παράκουσαν, ονομάστηκαν εχθροί του Θεού, αυτοί με την υποταγή θα γίνουν φίλοι του Χριστού, όταν πεισθούν σ’ αυτόν που λέει· ‘είμαστε οι πρεσβευτές του Χριστού. Και σαν να σας παρακαλεί με το στόμα μας ο Θεός, σας παρακαλούμε για χάρη του Χριστού, συμφιλιωθείτε με το Θεό’. Και κατά την υπόσχεση που δόθηκε μέσα στο Ευαγγέλιο, όταν συμφιλιωθούν θα συγκαταριθμηθούν όχι πια με τους δούλους, αλλά με τους φίλους. (σελ. 105).

… πάντων εποικοδομηθέντων επί τω θεμελίω των προφητών τε και αποστόλων

… όλα έχουν εποικοδομηθεί πάνω στο θεμέλιο των προφητών και των αποστόλων

Από τον τόμο 10 των εκδόσεων του Μερετάκη ΒΥΖΑΝΤΙΟ.

Από τον λόγο του αγίου Γρηγορίου Νύσσης: Κατηχητικός ο μέγας:

… το μέγα μυστήριον της θείας ενανθρωπήσεως. Δι· ών γαρ κατεμίχθη τη ανθρωπότητι, … τον τε άνθρωπον της κακίας ελευθερών και αυτόν τον της κακίας ευρετήν ιώμενος. Ίασις γαρ εστιν αρρωστίας η του νοσήματος κάθαρσις, καν επίπονος ή.

… το μέγα μυστήριο της θείας ενανθρωπήσεως. Διότι όλα τα επραγματοποίησε ο Κύριος δια της ενώσεως του με την ανθρωπότητα … ελευθερώνων τον άνθρωπον από την κακίαν και θεραπεύων και αυτόν τον ευρετήν της κακίας. Διότι θεραπεία ασθενείας είναι η κάθαρσις του νοσήματος, ακόμη και αν είναι επίπονος. (σελ. 485).

Από τον τόμο 1 των εκδόσεων του Μερετάκη ΒΥΖΑΝΤΙΟ.

Και δύο αναφορές από το έργο του αγίου Μαξίμου ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ ή ΠΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ:

Τρείς αποκαταστάσεις οίδεν η Εκκλησία· μίαν μεν την εκάστου κατά τον της αρετής λόγον, εν ή αποκαθίσταται τον επ· αυτώ λόγον της αρετής εκπληρώσας· δευτέραν δε την της όλης φύσεως εν τη αναστάσει, την εις αφθαρσίαν και αθανασίαν αποκατάστασιν· τρίτη δέ, ή και μάλιστα κατακέχρηται εν τοις εαυτού λόγοις ο Νύσσης Γρηγόριος, εστίν αύτη· η των ψυχικών δυνάμεων τη αμαρτία υποπεσουσών εις όπερ εκτίσθησαν πάλιν αποκατάστασις. Δεί γαρ ώσπερ την όλην φύσιν εν τη αναστάσει την της σαρκός αφθαρσίαν χρόνω ελπιζομένω απολαβείν, ούτως και τας παρατραπείσας της ψυχής δυνάμεις τη παρατάσει των αιώνων αποβαλείν τας εντεθείσας αυτή της κακίας μνήμας και περάσασαν τους πάντας αιώνας και μη ευρίσκουσαν στάσιν εις τον Θεόν ελθείν, τον μη έχοντα πέρας, και ούτως, τη επιγνώσει ου τη μεθέξει των αγαθών, απολαβείν τας δυνάμεις και εις το αρχαίον αποκαταστήναι και δειχθήναι τον δημιουργόν αναίτιον της αμαρτίας.

Η Εκκλησία γνωρίζει τρεις αποκαταστάσεις· μια αποκατάσταση του καθενός μας ανάλογα με την αρετή του, αποκατάσταση που γίνεται όταν εκπληρώσει την αρετή που του αναλογεί. Δεύτερη την αποκατάσταση όλης της φύσης κατά την ανάσταση στην αφθαρσία και την αθανασία. Τρίτη, αυτή που κάνει υπερβολική χρήση της στους λόγους του ο Γρηγόριος Νύσσης, είναι η εξής· η αποκατάσταση στην αρχική τους κατάσταση των ψυχικών δυνάμεων που υπέπεσαν στην αμαρτία. Πρέπει δηλαδή όπως η όλη φύση κατά την ανάσταση θ’ απολαύσει την αφθαρσία της σάρκας σε χρόνο που ελπίζομε, έτσι και οι παραστρατημένες δυνάμεις της ψυχής στο μάκρος των αιώνων πρέπει ν’ αποβάλλουν τις μνήμες της κακίας που έχουν εναποτεθεί σ’ αυτές και αφού περάσουν όλους τους αιώνες χωρίς να βρίσκουν στάση, να έρθουν στο Θεό, που δεν έχει πέρας, κι έτσι με την επίγνωση, όχι με τη μέθεξη των αγαθών, ν’ αναλάβουν τις δυνάμεις τους, ν’αποκατασταθούν στην αρχική κατάστασή τους και να δειχθεί ο δημιουργός μη αίτιος της αμαρτίας. (τομ. 14Α, σελ. 39)

… Εκείνοι δε την συνείδησιν καίονται κατά μίμησιν του διαβόλου και τοις αγγέλοις αυτού, όσοι δια της υπερηφανίας φθονερώς την του Θεού πρόνοιαν διαβάλλουσιν και τη προς τον πλησίον κέχρηνται απάτη. Το δε “ό προ προσώπου Κυρίου πορεύεται” φλογίζον “τούς εχθρούς αυτού” πυρ εστιν αι του Θεού ενέργειαι· αύται γαρ χαρακτηρίζουσιν το του Θεού πρόσωπον, οίον, το αγαθόν, το φιλάνθρωπον, το πράον και τα τούτοις όμοια· αίτινες τους μεν οικείως έχοντας προς αυτά φωτίζουσιν, τους δε εναντίως έχοντας και απηλλοτριωμένους της ομοιότητος φλέγουσιν. Και ταύτα μεν τα είδη του πυρός ουκ είπεν διαιωνίζειν, διότι κατά τον Νύσσης Γρηγόριον δει την φύσιν τας ιδίας απολαβείν δυνάμεις και τη επιγνώσει αποκαταστήναι εις όπερ γέγονεν εξαρχής, ώστε τον Δημιουργόν αναίτιον αποδειχθήναι της αμαρτίας. Εκείνο δε φοβερώτερον είπεν το πύρ, ό τω αιωνίω σκώληκι συντέτακται, μη σβεννύμενον αλλά και διαιωνίζον τοις πονηροίς· όπερ, φαινομένου του θείου και εις απόλαυσιν προκειμένου τοις αξίοις, τους μη δια των αγαθών έργων εαυτούς λαμπρύνοντας, δίκην σκώληκος αεί την μνήμην ανακινούσης, και αναλογιζομένους την αποτυχίαν και στέρησιν του αγαθού απεράντως κατεσθίει και βασανίζει διηνεκώς πυρός σφοδρότερον.

… Καίονται στην συνείδηση κατά το παράδειγμα του ‘διαβόλου και των αγγέλων του’, εκείνοι που από υπερηφάνεια διαβάλλουν γεμάτοι φθόνο την πρόνοια του Θεού και χρησιμοποιούν την απάτη εις βάρος του πλησίον τους. Η φωτιά που προπορεύεται μπροστά από το πρόσωπο του Κυρίου’ φλογίζοντας τους εχθρούς του είναι οι ενέργειες του Θεού. Αυτές χαρακτηρίζουν το πρόσωπο του Θεού, όπως είναι η αγαθότητα, η φιλανθρωπία, η πραότητα και τα όμοια μ’ αυτά. Αυτές φωτίζουν όσους έχουν οικειότητα μαζί τους, καταφλέγουν όμως όποιους είναι αντίθετοί τους και ανόμοιοί τους. Αυτά τα είδη της φωτιάς δεν είπε ότι διαιωνίζονται, επειδή, κατά το Γρηγόριο Νύσσης, πρέπει η φύση μας να λάβει τις δικές της δυνάμεις και με την επίγνωσή της ν’ αποκατασταθεί σ’ αυτό που είχε γίνει από την αρχή, ώστε ο Δημιουργός ν’ αποδειχτεί μη αίτιος της αμαρτίας. Φοβερότερη χαρακτήρισε τη φωτιά εκείνη, που συμπαρατάχθηκε με το αιώνιο σκουλήκι, που δε σβήνει αλλά διαιωνίζεται για τους κακούς. Αυτή, όταν φανερωθεί το θείο και δοθεί στους αξίους να το απολαύσουν, σαν το σκουλήκι, ενοχλώντας αδιάκοπα τη μνήμη όσων δεν λαμπρύνουν τον εαυτό τους με αγαθά έργα αλλά αναλογίζονται την αποτυχία και τη στέρηση του αγαθού, τους κατατρώγει δίχως πέρας και τους βασανίζει αδιάκοπα, σφοδρότερα από τη φωτιά. (τομ. 14Α, σελ. 153)

Το βασικό πρόβλημα των σχισματικών προϋποθέσεων μελετητών και όσων εκ των ημετέρων αφελώς τους ακολουθούν επειδή εντυπωσιάζονται από τα ανώτερα τεχνολογικά τους επιτεύγματα είναι η περί κτιστής κολάσεως διδασκαλία τους και η κατά κάποιον τρόπο υποτίμηση της σπουδαιότητας της δυνατότητας αυτοπροσδιορισμού που έχει δοθεί στα λογικά κτίσματα, στους αγγέλους και τους ανθρώπους. Νομίζουν ότι η κόλαση είναι ένας τρίτος χώρος, τα καταχθόνια, κτιστός, όπου κυριαρχεί ο Αλλότριος και η πομπή του. Όταν λοιπόν ακούν για αποκατάσταση των πάντων πλατωνιαζόμενοι θεωρούν ότι τελικά όλοι θα χορεύουμε εις τα Ηλύσια πεδία έστω αφού εκτίσουμε τη x ποινή στο καθαρτήριο πυρ. Το κεντρικό σημείο δηλαδή της διαφοράς είναι η πίστη σε κτιστή κόλαση και η υποτίμηση της ελευθερίας.

Η κόλαση όμως δεν είναι κτιστή αλλά άκτιστη και η ελευθερία ο αναφαίρετος πυρήνας της κτιστής λογικότητας. “Η φωτιά που προπορεύεται μπροστά από το πρόσωπο του Κυρίου φλογίζοντας τους εχθρούς του είναι οι ενέργειες του Θεού”. Ο τυφλός δεν μπορεί να χαρεί την παρουσία του ήλιου βλέποντας τον, παρά μόνο νοιώθει την καυστική του ενέργεια. Και αν είναι ξανθός, χοντρός και τρέχει στο καταμεσήμερο στην πλαζ ακόμη χειρότερα. Καίγεται. Τσουρουφλίζεται. Επίσης “καίγεται από τη δίψα”, καθένας που του λείπει το νεράκι. Η απουσία του ηδονοποιητικού παράγοντα προκαλεί το αίσθημα της κάψας, της καψούρας, της καούρας. Καίγομαι. Φλέγομαι. Πυρανάλωμα πυρός. Φωτιά στα σωθικά. Φωτιά στα μπατζάκια.

Στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή του ο Απόστολος Παύλος γράφει: “ει δε τις εποικοδομεί επί τον θεμέλιον (τον Ιησού Χριστό) χρυσόν, άργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, 3.13 εκάστου το έργον φανερόν γενήσεται, η γαρ ημέρα δηλώσει· ότι εν πυρί αποκαλύπτεται, και εκάστου το έργον οποίόν εστιν το πυρ [αυτό] δοκιμάσει. 3.14 εί τινος το έργον μενεί ό εποικοδόμησεν, μισθόν λήμψεται· 3.15 εί τινος το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε ως δια πυρός. 3.16 Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστε και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν υμίν; 3.17 Εί τις τον ναόν του Θεού φθείρει, φθερεί τούτον ο Θεός· ο γαρ ναός του Θεού άγιός εστιν, οίτινές εστε υμείς”. Δηλαδή το καθαρτήριο πυρ υπάρχει και εκεί θα καούν “οι μνήμες της κακίας που έχουν εναποτεθεί στις ψυχές”.

Υπάρχουν τουλάχιστον τριών ειδών κάψες: 1) Η κάψα η έλλειψη της απόλαυσης όσων έχω συνηθίσει να απολαμβάνω, “καίγομαι από δίψα”, 2) Η κάψα λόγω της παρουσίας της άκτιστης θείας Χάρης όταν δεν είμαι προπονημένος να τη βλέπω ως φως –ο τυφλός νοιώθει μόνο την κάψα του ήλιου- και 3) μια κάψα που θα δούμε παρακάτω.

Υπάρχει λοιπόν καθαρτήριο πυρ το οποίο θα αποκαθάρει τους θνητούς από τις μνήμες των επί γης απολαύσεων. Η μνήμη της απόλαυσης του προφιτερόλ, δηλαδή, κάποτε μετά παρέλευση ικανού χρόνου στο καθαρτήριο πυρ -μετά θάνατον ή επί της γης αν είμαι ασκητής- θα εξαλειφθεί. Οι μνήμες της κακίας θα σβηστούν και θα φανεί ότι ο Θεός δεν είναι αίτιος της αμαρτίας -το γιατί θα το δούμε παρακάτω.

1ο παράδειγμα: Ο ένας ξεκίνησε από το -100 και έφτασε στο –60. Ο άλλος ξεκίνησε από το +80 και έφτασε στο +50. Ο πρώτος είχε θετική πορεία κατά 50 μονάδες ο δεύτερος αρνητική πορεία κατά 30 μονάδες. Ο δεύτερος είναι καλός άνθρωπος αλλά πάει κόλαση. Ο πρώτος είναι κακός άνθρωπος αλλά πάει παράδεισο.

2ο παράδειγμα: Ο ένας πέθανε όταν ήταν στο -100. Ο άλλος πέθανε όταν ήταν επίσης στο -100. Και οι δυο είχαν το ίδιο χάλι επί γης. Ο πρώτος όμως είχε μετάνοια, είχε συνηθίσει δηλαδή να νοιώθει “εγώ φταίω” ο άλλος είχε συνηθίσει να νοιώθει “εγώ δεν φταίω”. Μετά που θα περάσουν και οι δύο από το καθαρτήριο πυρ και τον δύο θα αποκατασταθεί η φύση αλλά δεν θα καταργηθεί η δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού. Έτσι ο πρώτος που έχει μετάνοια, “εγώ φταίω”, θα έχει γνώση των αγαθών, μέθεξη της θείας Χάρης λόγω της ταπείνωσης, ενώ ο δεύτερος θα έχει μόνο επίγνωση των αγαθών, μια δηλαδή επιφανειακή γνώση, μια ενημέρωση για το ποια είναι τα αγαθά, η θεία Χάρη, αλλά δεν θα έχει μέθεξη λόγω της μη ταπείνωσης, της μη μετάνοιας, λόγω της αίσθησης ότι “εγώ δεν φταίω” (άρα ο Θεός φταίει) και αυτή η μη εν μέθεξη επίγνωση των αγαθών θα τον κατακαίει εις τον αιώνα ως σκώληξ ακοίμητος. “Σαν το σκουλήκι, ενοχλώντας αδιάκοπα τη μνήμη όσων δεν λαμπρύνουν τον εαυτό τους με αγαθά έργα αλλά αναλογίζονται την αποτυχία και τη στέρηση του αγαθού, τους κατατρώγει δίχως πέρας και τους βασανίζει αδιάκοπα, σφοδρότερα από τη φωτιά”.

Έτσι θα φανερωθεί ότι δεν είναι ο Θεός αίτιος της κολάσεως. Αφού δηλαδή κατακαούν οι μνήμες των κακών από τη ψυχή δεν θα μας “καίει” το ότι “έτυχε” επί της γης να συνηθίσουμε τις επίγειες ηδονές, τα χρήματα, τη δόξα και εκεί (στον ουρανό) μας λείπουν, δεν θα μας καίει το ότι “έτυχε” να πεθάνουμε απροπόνητοι και βρεθήκαμε απροετοίμαστοι στη παρουσία του Ήλιου, αλλά θα μας “κατακαίει” απλά και μόνο η δικιά μας επιλογή, ο αυτοπροσδιορισμός μας, η συνταύτισή μας με το κόμμα του “εγώ δεν φταίω”. Τότε που θα φανερωθεί η πραγματικότητα της ενότητας της ανθρώπινης φύσης, οι επιλογές πλέον θα είναι δύο: ή “εγώ φταίω” (δηλαδή η ανθρωπότητα), ή “εγώ δεν φταίω” άρα φταίει ο άλλος δηλαδή ο Θεός. Μέσα λοιπόν στην επίγνωση (και όχι τη μέθεξη) της εν θεώσει καταστάσεως θα αισθάνομαι πάλι ‘μη μετάνοια’, ‘εγώ δεν φταίω’, και αυτός θα είναι ο αιώνιος σκώληξ ο ακοίμητος που θα με κατατρώγει μια και θα ενημερώνομαι για τα αγαθά και την αποτυχία μου. Αυτή είναι η τρίτη κάψα που προαναφέραμε και η οποία παραμένει εις τον αιώνα διότι: “Εν δε τω άδη τις εξομολογήσεταί σοι;”.

Ας ξαναδούμε τώρα κάποια από τα προαναφερθέντα του αγίου Γρηγορίου:

“Κάποτε” λοιπόν, “η φύση του κακού θα μεταβεί στο μη ον εξαφανισμένη ολότελα από το ον και η θεία και αθάνατη αγαθότητα θα περιλάβει μέσα της κάθε λογική φύση και δε θα εκπέσει από τη βασιλεία του Θεού τίποτε από όσα ο Θεός έχει κάνει· όταν όλη η κακία που έχει αναμιχθεί μέσα στα όντα αφαιρεθεί με το λιώσιμο από το καθαρτήριο πυρ, σα μια νόθη ύλη, κάθε τι που έλαβε τη γένεσή του από το Θεό θα γίνει τέτοιο που ήταν από την αρχή, όταν δεν είχε δεχθεί την κακία”. Και οι αμετανόητοι άνθρωποι και οι εκπεσόντες άγγελοι θα βρίσκονται εντός της Βασιλείας του Θεού αλλά θα έχουν μόνο επίγνωση των αγαθών και όχι μέθεξη, μετοχή, γνώση, συνουσία και άρα θα τους καίει αυτή η ενημέρωση.

“Υποταγή στο Θεό είναι η πλήρης αποξένωση από το κακό … Αφού ανακραθεί ολόκληρο το σώμα της φύσης μας με τη θεία και αθάνατη φύση, πραγματοποιείται σ’ εμάς αυτή η λεγόμενη υποταγή του Υιού”. Θα εξαφανισθεί το κακό, τα σημάδια του πάνω στη φύση μας αλλά θα παραμείνει η δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού των κτισμάτων η εμμονή στο “εγώ δεν φταίω”. Αν χαθεί αυτή η ελευθερία τότε έχουμε καταστροφή της φύσης.

“Τότε θα επαληθευτεί η παρουσία του Θεού μέσα σε όλα, όταν δεν θα παρατηρείται μέσα στα όντα κανένα κακό”. Δεν θα παρατηρείται στα όντα κανένα κακό αλλά οι αμετανόητοι θα παραμένουν τέτοιοι και οι ενημέρωση για την αστοχίας τους θα τους κατακαίει επειδή θα την αποδίδουν στον πανταχού παρόντα Θεό.

“Κάθε ύπαρξη θα γονατίσει σ’ Αυτόν, επουράνια, επίγεια, υποχθόνια και κάθε γλώσσα θα ομολογήσει ότι ο Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός”. Όμως οι αμετανόητοι θα λεν εγώ δεν φταίω αλλά φταίει ο Κύριος για το ότι έχω απλώς επίγνωση και όχι γνώση, μέθεξη των αγαθών. Δεν θα χαθεί ούτε τότε η δυνατότητα αρνητικού αυτοπροσδιορισμού και ο σκώληξ αυτός είναι αιώνιος.

“Και επειδή οτιδήποτε βρεθεί μέσα Του σώζεται και η σωτηρία ερμηνεύεται με την υποταγή … μαθαίνουμε … να πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει τίποτε έξω από αυτούς που σώζονται”. Όλοι σώζονται, όλων η φύση αποκαθίσταται, από όλους εξαφανίζεται το κακό και οι μνήμες του αλλά κάποιοι παραμένουν αμετανόητοι. Σωσμένοι εξ απόψεως φύσεως, όλα σωστά τα έχουν, με μόνη τη διαφορά ότι ζουν στεγνοί με μόνη την επίγνωση της θέωσης και όχι τη μετοχή της και αυτή η επίγνωση τους κατακαίει.

“Θα υποταχθούν οι γι’ άλλο λόγο λεγόμενοι εχθροί του Θεού, όσοι αυτομόλησαν στην αμαρτία από τη βασιλεία του Θεού”. Θα υποταχθούν, θα σωθούν, θα εξαφανιστούν από πάνω τους οι μνήμες του κακού αλλά αυτοί θα παραμείνουν αμετανόητοι και θα τους καίει το πυρ το εξώτερον.

“Ενώ αυτοί που, επειδή παράκουσαν, ονομάστηκαν εχθροί του Θεού, αυτοί με την υποταγή θα γίνουν φίλοι του Χριστού, όταν πεισθούν σ’ αυτόν που λέει· ‘είμαστε οι πρεσβευτές του Χριστού. Και σαν να σας παρακαλεί με το στόμα μας ο Θεός, σας παρακαλούμε για χάρη του Χριστού, συμφιλιωθείτε με το Θεό’. …”. Αν η συμφιλίωση ήταν κάτι που μπορούσε να γίνει αποκλειστικά και μόνο με πρωτοβουλία του Θεού τότε προς τι η προτροπή “συμφιλιωθείτε”; Πάλι λοιπόν σε μας το μπαλάκι της μετάνοιας.

“Διότι όλα τα επραγματοποίησε ο Κύριος δια της ενώσεως του με την ανθρωπότητα … ελευθερώνων τον άνθρωπον από την κακίαν και θεραπεύων και αυτόν τον ευρετήν της κακίας. Διότι θεραπεία ασθενείας είναι η κάθαρσις του νοσήματος, ακόμη και αν είναι επίπονος”. Ο Κύριος θεραπεύει από την κακία ακόμη και τον εφευρέτη της κακίας τον εκπεσόντα άγγελο, τον εισάγει στην επίγνωση της αληθείας Του, η κάθαρση είναι επίπονος εκτός των άλλων διότι παραμένει αιωνίως ο πόνος της αποτυχίας ο σκώληξ ο ακοίμητος που κατακαίει. Τον θεραπεύει από την μνήμη της κακίας αλλά δεν άπτεται του αυτεξουσίου του, της ελευθερίας του, δεν του αλλάζει με το ζόρι τον αρνητικό αυτοπροσδιορισμό γιατί εκείνο δεν θα ήταν θεραπεία αλλά σακάτεμα, ευνουχισμός, καταστροφή της φύσης του.

Η ελευθερία είναι ο αναφαίρετος πυρήνας της κτιστής λογικότητας και από αυτή και μόνο εξαρτάται η παρουσία ή η εξαφάνιση του καθοριστικού “επί” μπροστά από τη γνώση. Μετά τη μεταμόρφωση του χωροχρόνου, του ανθρώπου, η φύση θα σωθεί, το πρόσωπο, η ελευθερία –η δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού- όμως φυσικά δεν θα καταστραφεί. Ο Δημιουργός θα είναι ελεύθερος να είναι φανερά πανταχού παρών, και το κτίσμα χωρίς τα σημάδια της κακίας πάνω του –θα έχουν σβηστεί ακόμα και οι μνήμες της κακίας- θα είναι ελεύθερο να δοξολογεί τον Κτίστη ή να Τον μέμφεται ως τάχα υπέθευνο για την αποτυχία του να βιώνει την μέθεξη της άκτιστης θείας Χάρης. Το λογικό κτίσμα το οποίο θα έχει επιλέξει να αυτοπροσδιοριστεί θετικά (εγώ φταίω) έναντι του Κυρίου της Δόξης θα βιώσει τη γνώση, τη μέθεξη, τη μετοχή της άκτιστης θείας ενέργειας, της θείας Χάρης· ενώ το λογικό κτίσμα που θα αυτοπροσδιοριστεί αρνητικά (εγώ δεν φταίω) θα εγκλωβιστεί στην επίγνωση -και μόνο- της θέωσης, θα παραμείνει στην επιφανειακή ενημέρωση, στη σκέτη πληροφόρηση τον καιρό της αποκαταστάσεως των πάντων, τον καιρό της απολύτου γνώσεως, και μόνιμα λόγω της μη δυνατότητας για εν τω Άδη μετανοία, αλλαγή νοοτροπίας, θα νοιώθει –αυθόρμητα- ότι ο Άλλος φταίει· και αυτό θα είναι η κόλαση, ο σκώληξ ο αιώνιος, όταν κι αυτός ο Υιός θα υποταγεί (λόγο της προσκομιδής σύνολης της λογικής και μη κτίσεως) στον υποτάξαντα σ’ Αυτόν τα πάντα Πατέρα.

  ΜΕΡΟΣ      1ο     2ο      3ο      4ο